Κυριακή, 2 Αυγούστου 2009

Ο άλλος κι ο άλλος

Πρώτα γνώρισα τον ένα κι ύστερα τον άλλο. Πρώτα την οργή και μετά τη γαλήνη.
Ήμασταν καμιά δεκαριά άτομα στην αυλή μιας ταβέρνας, τρώγαμε και πίναμε, και ακούγαμε. Ακούγαμε κάποιον να μιλά χωρίς σταματημό, γι’ αυτά που έκανε, γι’ αυτά που πέτυχε, γι’ αυτά που θα ήθελε να κάνει, για το μεγαλείο του με λίγα λόγια. Τον τύπο τον ήξερα από παλιά. Όταν τον είδα εμπρός μου με το που έφτασα εκεί σκέφτηκα: δεν μπορεί θα τον άλλαξε κι αυτόν ο καιρός, θα τον έκανε λίγο πιο σοφό, αλλά δεν. Ο ίδιος παρέμεινε, όπως τον θυμόμουνα, κάποιος που ήτανε αγιάτρευτα ερωτευμένος με τον εαυτό του. Το εγώ του ήταν ο κόσμος όλος, κι ολόκληρος ο κόσμος όφειλε να τον θαυμάζει γι’ αυτόν.
Για ώρα πολύ καθόμουνα σαν σε αναμμένα κάρβουνα, προσπαθούσα να συγκρατήσω τον εαυτό μου, να τον καταπιέσω, να μην τον αφήσω να μιλήσει, αφού στο κάτω-κάτω της γραφής ήμουνα προσκεκλημένος σε κάποια γιορτή και δεν έπρεπε να κάνω χαλάστρα στον οικοδεσπότη. Μη βρίσκοντας άλλη λύση, έκανα αυτό που κάνω καλύτερα απ’ το καθετί. Κλείστηκα στον εαυτό μου κι άρχισα με το μέσα μου βλέμμα να ταξιδεύω σε κόσμους μακρινούς, γαλήνιους, όπου δεν έχουν θέση οι ξερόλες. Κάθε φορά που έστρεφα και πάλι για λίγο την προσοχή μου στον κόσμο τον αληθινό, τον ψεύτικο, αντιλαμβανόμουνα δίχως καμία έκπληξη ότι ο τύπος συνέχιζε ακάθεκτος το μονόλογό του, προκαλώντας σε κάποιους τη δυσφορία και σε κάποιους άλλους τον ανυπόκριτο θαυμασμό. Οι τελευταίοι έμοιαζαν πρόθυμοι να χειροκροτήσουν την κάθε του λέξη, να επικροτήσουν την κάθε του πράξη. Στο κάτω-κάτω της γραφής ήταν διάσημος, ένας άνθρωπος των γραμμάτων αναγνωρισμένος, κάποιος που έκανε πολλά, ένας διανοούμενος. Το μόνο που δεν έμαθε ποτέ του, όπως φαίνεται, ήταν την αξία της σιωπής, την απόλαυση της ακρόασης. Εκείνες τις στιγμές σκεφτόμουνα, θυμάμαι, ότι αν είσαι αυτοκτονικός κανείς άλλος δεν μπορεί να σε πείσει γρηγορότερα να πατήσεις τη σκανδάλη από ένα διανοούμενο.
Αν συνέχιζε για πολύ ακόμη ώρα το βιολί του θα έβρισκα μια ψεύτικη δικαιολογία και θα σηκωνόμουνα να φύγω. Ευτυχώς όμως με έσωσε εκείνος ο ίδιος απ’ τον κόπο. Αφού χόρτασε τη ματαιοδοξία του, απολογήθηκε ευγενικά και την έκανε βιαστικά, αφού είχε λέει άλλες υποχρεώσεις. Αναστέναξα με ανακούφιση, αλλά όχι φανερά, μην τύχει και πληγώσω τους οπαδούς του.
Λίγα λεπτά μετά κατέφθασε στο τραπέζι μας ένα άλλο διάσημο τέκνο του νησιού, ένας λαϊκός τραγουδιστής. Ντυμένος απλά, σεμνός, λιγομίλητος. Αυτόν τον γνώριζα μονάχα από την εμφάνισή του σε μια ταινία, όπου χτύπησε, όπως λέμε, τα ρέστα του. Γνήσια λαϊκή φωνή, γνήσιος άνθρωπος του λαού. Κάποιοι απ’ τους θαυμαστές του φευγάτου, πήραν να του πλέκουν κι αυτουνού το εγκώμιο, να του χαρίζουν κομπλιμέντα. Λίγα είν’ η αλήθεια, αλλά και πάλι κομπλιμέντα. Κι αυτός τα άκουγε σκυφτός, αμήχανος, σχεδόν αμίλητος. Συμμετείχε μοναχά στη γενική συζήτηση, δε μιλούσε για τον εαυτό του, δεν μας είπε τίποτα γι’ αυτά έκανε ή που σκοπεύει να κάνει. Η συνύπαρξή μας στο ίδιο τραπέζι μού έδωσε μεγάλη χαρά. «Αυτό είναι», σκεφτόμουνα. «Αυτό είναι το σωστό. Αυτός είναι ο σωστός. Μιλάει όταν πρέπει, δε διακόπτει τους άλλους, δεν αμπελοφιλοσοφεί».
Το υπόλοιπο της βραδιάς πέρασε ευχάριστα, συζητώντας περί ανέμων και υδάτων, πίνοντας, σιωπώντας. Η παρουσία του λες και επέβαλε κάποιου είδους γαλήνη στο χώρο. Ακόμη κι όταν αναγκάστηκε να απαντήσει σε μια προσωπική ερώτηση το έκανε αβίαστα, όπως πίνει κανείς ένα ποτήρι καλό κόκκινο κρασί.
«Τι θα ήθελες να κάνεις όταν βγεις στη σύνταξη;»
«Να πηγαίνω στο καφενείο και να παίζω τάβλι ή χαρτιά. Να περπατώ στα βουνά και να μαζεύω χόρτα. Κι όποτε μου κάνει κέφι να τραγουδάω». Ωστόσο, δεν τραγουδάει μοναχά, γράφει και ποίηση, την οποία κρατάει κλειδωμένη στα συρτάρια του, αφού αν και έχει περάσει τα πενήντα του χρόνια δε νιώθει ακόμη έτοιμος να την εκδώσει. Μια αιωνιότητα είναι η ζωή και μια μέρα.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου