Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

Ο περιττός

Ήταν ένας απ’ αυτούς τους λίγους ανθρώπους που είναι με τον τρόπο τους ξεχωριστοί, που δεν μοιάζουν στ’ αλήθεια να ζούνε τη ζωή, αλλά απλά να διαβαίνουν αβίαστα τα μονοπάτια της κι αργά ή γρήγορα να χάνονται.
Τον ήξερα προτού τον γνωρίσω. Τον έβλεπα σχεδόν παντού, όπου πήγαινα στη μικρή μας πόλη. Γύρω στα πενήντα, κοντός και λίγο υπέρβαρος, φαφούτης, με μαλλιά που όλο και πιο πολύ έπαιρναν το χρώμα του γκρίζου και μάτια μαύρα, τα οποία αντί να τρομάζουν αυτόν που τα έβλεπε, απλά του φώναζαν την αθωότητά του. Αυτό ακριβώς ήταν ο Γιάννης, ένας άνθρωπος αθώος, αγνός, ένας παραπεταμένος της ζωής, που ωστόσο ποτέ του δε βαρυγκωμούσε. Πάντα με το χαμόγελο στα χείλη πήγαιν’ αυτός κι εγώ κάπου έφτασα να τον ζηλεύω.
Τον ζήλευα επειδή δεν τον ήξερα. Όταν όμως τον γνώρισα, όταν έμαθα την ιστορία του, πήρα να τον θαυμάζω. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αγγλία, μέσα στα πλούτη. Ο πατέρας του ήταν εργοστασιάρχης, κι η μάνα του κρατούσε από μεγάλο τζάκι. Είχε και δυο αδέλφια μεγαλύτερα απ’ αυτόν. Όλα στη ζωή του έμοιαζαν ν’ ακολουθούν την προδιαγεγραμμένη πορεία. Θα τέλειωνε το σχολείο, θα σπούδαζε, θα έπιανε μια δουλειά, θα γινόταν κάποιος. Αλλά η μοίρα τα θέλησε αλλιώς.
Είχε δεν είχε πατήσει τα δεκαεννιά του χρόνια όταν από τη μια στιγμή στην άλλη όλα ανατράπηκαν, όλες του οι βεβαιότητες έγιναν συντρίμμια και τα έχασε. Το μυαλό του σάλεψε. Κάποια νύχτα, οδηγώντας πιωμένος το αυτοκίνητο του πατέρα του, σκότωσε κατά λάθος μια νέα γυναίκα, κι η πτώση στην προσωπική του άβυσσο δεν άργησε καθόλου να επέλθει.
Στην αρχή ήταν το σοκ. Και μετά η συνειδητοποίηση. Η συνειδητοποίηση ότι είχε βάψει τα χέρια του με αίμα. Το μυαλό του άρχισε να παίζει παράξενα παιχνίδια, να μην μπορεί να συγκεντρωθεί σε τίποτα, να επιστρέφει ξανά και ξανά στη μοιραία νύχτα και να τον τυραννά, και πήρε να τραυλίζει. Το δικαστήριο αποφάσισε να τον θέσει υπό ιατρική παρακολούθηση, αφού δεν πέρασε από κανενός το νου η σκέψη ότι θα μπορούσε να υποκρίνεται. Τον έκλεισαν λοιπόν σε μια κλινική, τον φόρτωσαν με χάπια και πήραν να του μιλάνε και να τον ακούνε με τις ώρες, μέχρι ν’ αρχίσει σιγά-σιγά ν’ αναρρώνει, να ανακτά την επικοινωνία του με τον κόσμο. Κάποτε αντιλήφθηκαν ότι δε θα γινόταν εντελώς καλά, κι έτσι του επέτρεψαν να επιστρέψει στο σπίτι υπό την επιτήρηση της μητέρας του, αφού δεν τον θεωρούσαν επικίνδυνο. Όπως και έγινε.
Η μητέρα του στάθηκε δίπλα του σα βράχος. Πάντα τον φρόντιζε, και όσο περνούσε απ’ το χέρι της, δεν του χάλαγε χατίρι. Πίστευε ότι με την αγάπη της θα μπορούσε να τον σώσει.
Προτού όμως περάσουν λίγοι μήνες η κακοτυχία ήρθε να χτυπήσει την πόρτα της οικογένειας ξανά. Ο πατέρας του πέθανε, έτσι στα ξαφνικά, από ανακοπή καρδίας καθώς περπατούσε στο δρόμο. Ο θάνατός του, είν’ η αλήθεια, δε φάνηκε να επηρεάζει και πολύ τον Γιάννη, δεν του προκάλεσε τη θλίψη που θα περίμενε κανείς, αφού από την ημέρα που μπήκε στην κλινική ο πατέρας του πήρε να τον αντιμετωπίζει σαν ξένο. Δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με τον «τρελό». Γι’ αυτό και φρόντισε -αν και ήταν ακόμη πολύ νέος- λες από ένα προαίσθημα, να μοιράσει την περιουσία του ανάμεσα στα άλλα δυο παιδιά του. Εκείνος θα μπορούσε να συνεχίσει να ζει στο σπίτι με τη μητέρα του, αλλά μόνο αυτό.
Με λίγες μικρές χαρές και πολλές μεγάλες πίκρες ξόδεψε τα επόμενα δέκα χρόνια της ζωής του. Τις χαρές τις έπαιρνε απ’ τη μάνα του, που μέρα και νύχτα έκανε ό,τι μπορούσε για να τον κάνει ευτυχισμένο, τις πίκρες απ’ τους άλλους ανθρώπους που τον περιτριγύριζαν, που τον κοιτούσαν μα δεν τον έβλεπαν.
Η αγάπη της μάνας έκανε το μικρό της θαύμα, αλλά δεν κατάφερε να τον γιατρέψει εντελώς, αφού κάποτε πέθανε κι αυτή. Ο Γιάννης ήταν στα τριάντα του και τώρα πια στον κόσμο δεν είχε άλλο κανένα. Τ’ αδέλφια του, άκαρδα, τον αντιμετώπιζαν σαν παράσιτο, σα στίγμα στο καλογυαλισμένο μωσαϊκό της οικογένειάς τους και δεν άργησαν να τον πετάξουν έξω απ’ το πατρικό τους σπίτι. Του έδωσαν μονάχα λίγα λεφτά και τα κλειδιά ενός σπιτιού που είχαν στο νησί και τον ξαπόστειλαν. Κι εκείνος δεν άνοιξε το στόμα του για να διαμαρτυρηθεί καθόλου. Ήξερε ότι σ’ εκείνο το σπίτι, μ’ εκείνους τους ανθρώπους, θα ένιωθε έτσι κι αλλιώς περιττός. Μάζεψε λοιπόν τα λιγοστά υπάρχοντά του και έφυγε.
Πώς να κάνει μια νέα αρχή στη ζωή κάποιος που δεν έχει τίποτα πια και είναι ολότελα μόνος; Δύσκολα. Πολύ δύσκολα. Αλλά ο Γιάννης τα κατάφερε. Πήγε στο έτοιμο να καταρρεύσει σπίτι κι άρχισε σιγά-σιγά να το φτιάχνει. Το σοβάτισε, το έβαψε, έφτιαξε τα παλιά ξύλινα παράθυρα, αντικατέστησε τα παλιά κατεστραμμένα μάρμαρα στο πάτωμα, μπάλωσε όπως-όπως και τα αρχαία φθαρμένα έπιπλα. Έπιαναν τα χέρια του.
Κάνοντάς τα όμως όλ’ αυτά, σύντομα ξέμεινε από λεφτά. Μη έχοντας άλλη επιλογή πήρε να ψάχνει για δουλειά, αλλά όπως θα περίμενε κανείς, δεν υπήρχε κάποιος πρόθυμος, ή έστω καλόψυχος αρκετά, ώστε να προσλάβει τον «τρελό». Θα πεθάνω από την πείνα, σκεφτότανε με παράπονο εκείνος. Θα πεθάνω από την πείνα και δε θα το μάθει κανείς. Κανένας δε θα κλάψει για μένα.
Η μοίρα ωστόσο είχε άλλα σχέδια για κείνον, έτσι κάποια μέρα καθώς περιφερόταν άσκοπα στους δρόμους της πόλης άκουσε κάποιον να τον φωνάζει να πάει κοντά του. Αυτός υπάκουσε και όταν εκείνος τον ρώτησε αν θα τον ενδιέφερε να δουλέψει για λίγες ώρες, για πρώτη φορά άφησε να εμφανιστεί στα χείλη του ένα πλατύ χαμόγελο. Θέλω, απάντησε συνεσταλμένα. Ξόδεψε τις επόμενες λίγες ώρες ξεφορτώνοντας σακιά με πατάτες από ένα φορτηγό και στο τέλος της μέρας πήρε στα χέρια του τον πρώτο μισθό. Το βράδυ στο σπίτι του, απολαμβάνοντας επιτέλους ένα καθώς πρέπει δείπνο σκέφτηκε ότι, Αυτό είναι. Αυτό είναι που πρέπει να κάνει. Να ψάχνει δηλαδή για μικροδουλειές της μέρας, που ίσως να μην του αποφέρουν πολλά λεφτά αλλά που θα είναι αρκετά για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή του. Από το τίποτα..
Περισσότερα από είκοσι χρόνια έζησε έτσι ο Γιάννης. Κι όλοι οι μάστορες της πόλης έφτασαν να τον γνωρίσουν και να τον συμπαθήσουν, αλλά φίλος του δεν έγινε κανένας. Δεν ήθελαν και πολλά πάρε-δώσε μαζί του οι «αξιοπρεπείς». Εκείνος τους καθάριζε τα υπόγεια και τις αποθήκες, τους μάζευε τα σκουπίδια, τους μπογιάτιζε τους τοίχους, τους μετέφερε τα εμπορεύματα, τους έκανε όλα τα θελήματα. ήτανε πολύ χρήσιμος, αλλά στη ζωή τους ξένος. το θύμα και της δήθεν καλοσύνης τους το άλλοθι. Κάποια φορά μάλιστα κάποιος απ’ αυτούς, ένας άνθρωπος κατά βάθος καλός που για μια στιγμή σαλτάρισε, δίχως κανένα απολύτως λόγο τον χτύπησε, του έσπασε τα δόντια, αλλά αυτός δεν κράτησε κακία. Μα ούτε και παραπονέθηκε ποτέ για τον τρόπο που τον μεταχειρίζονταν, που στην ουσία τον εκμεταλλεύονταν, οι άνθρωποι. Ποτέ του δεν είπε λόγο κακό για κανένα. Πάντα δούλευε σκληρά και χαμογελούσε, και διέσχιζε τραυλίζοντας, παραμιλώντας, την πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη, προσπαθώντας να βγάλει τα προς το ζην. Ποτέ δε ζητιάνεψε. Ποτέ δεν παρακάλεσε κανένα για τίποτα.
Κάποια μέρα, έτσι απλά, εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Για μέρες και μέρες δεν έκανε πουθενά την εμφάνισή του κι όλοι αναρωτιόντουσαν τι του συνέβηκε. Ωστόσο κανείς δεν κούνησε το δαχτυλάκι του για να κάνει κάτι. Τι ήταν άλλωστε ο Γιάννης γι’ αυτούς; Ένα τίποτα.
Μετά από μερικές βδομάδες άκουσα ότι κάποιος τον βρήκε νεκρό στο πάρκο κάτω από τα τείχη της πόλης. Καθότανε σ’ ένα παγκάκι κι έμοιαζε να χαμογελάει. Η αστυνομία όταν πήγε στο σπίτι του βρήκε ένα φάκελο γεμάτο λεφτά κι ένα σημείωμα: «Για μένα και τη μητέρα μου», έγραφε. Κατάλαβαν. Προέβλεψε το θάνατό του κι η στερνή του επιθυμία ήταν να ταφεί δίπλα στη μάνα του. Επικοινώνησαν με τα γερασμένα, μα αμετανόητα ακόμη αδέλφια του, και κανόνισαν τα της μεταφοράς. Νεκρός, δεν ήταν πια περιττός.


Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου