Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

Η καλή μάνα

Πώς μπόρεσαν και της το έκαναν αυτό; Την ατίμωσαν! Ατίμωσαν το όνομά της. Την έκαναν να ντρέπεται να παρουσιαστεί στην κοινωνία. Μα πάνω απ’ όλα αμάρτησαν. Αμάρτησαν ενώπιον θεού και ανθρώπων, πρόδωσαν τα πιστεύω που τους κληρονόμησε για το χρήμα. Και τώρα; Τι να κάνει; Πώς να ξεπλύνει τα κρίματά τους, το δικό της κρίμα; Γιατί ναι, το κρίμα είναι και δικό της, η μισή αμαρτία ανήκει σ’ αυτή, αφού τις γέννησε, αφού έφερε στον κόσμο αυτές τις οχιές που ονομάζει κόρες.
«Ω, θεέ μου, γιατί μου το έκανες αυτό;» μοιάζει να ρωτά, μα απάντηση δεν περιμένει, αφού είναι άγνωστες, όπως λένε κι οι γραφές, οι βουλές του Κυρίου. Ωστόσο, δεν της άξιζε. Δεν της άξιζε μια τέτοια τύχη. Αυτή σ’ ολόκληρή της τη ζωή δεν πλήγωσε κανένα, κακή κουβέντα δεν άκουσε κανείς να βγαίνει απ’ τα χείλη της. Πάντα ήταν φτωχή και πάντα έδινε, ό,τι μπορούσε. Σκεφτότανε πώς ήταν τυχερή, είχε να φάει και που να κοιμηθεί, κι ένιωθε την ανάγκη να βοηθήσει και τους γύρω της.
Όλοι την αγαπούσαν, τη θεωρούσαν αγία γυναίκα, έναν άγγελο με σάρκα και οστά, που απλά έτυχε να λάβει ανθρώπινη μορφή, κι όλοι τη σέβονταν, ακόμη περισσότερο κι απ’ τον παπά, επειδή αν και αμόρφωτη ήξερε πάντα ποιος ήταν ο δρόμος ο σωστός, κι αυτόν δίχως δισταγμό και αμετάκλητα ακολουθούσε. «Ω, μακάρι να ήμασταν σαν κι αυτήν…» έλεγαν οι συγχωριανές, κι ας ήξεραν ότι δε θα μπορούσαν ποτέ τους να της μοιάσουν. Το κουτσομπολιό, οι ζήλιες, οι μικρότητες και η κακία, δε θα τις άφηναν. Αλλά τώρα…
Τώρα, αν και κανείς άλλος πέρα από τους άμεσα εμπλεκομένους δεν ξέρει τι συνέβηκε, η καλή αυτή γυναίκα πήρε όλο και πιο πολύ να μαραζώνει, να σβήνει. Αδικία μεγάλη ήταν αυτή που έκαναν οι κόρες της και παρακαλεί: «Μακάρι, θεέ μου, να πέσει φωτιά και να τις κάψει». Τις καταριέται. Αυτή που στη ζωή της όλη δεν καταράστηκε ποτέ τίποτα και κανένα, που ούτε καν κάποτε έμαθε τι πάει να πει οργή, τώρα καταριέται τα ίδια της τα παιδιά. Θέλει να καούν στην κόλαση. Θέλει να υποφέρουν. Έτσι τις μεγάλωσε αυτή; Έτσι; Αυτή δεν ήταν που τους έμαθε ποιο ήταν το σωστό και ποιο το λάθος; Αυτή δεν ήταν που τους έλεγε πώς πρώτα πρέπει να μάθουν ν’ ακούνε και μετά να μιλούν; Αυτή δεν ήταν που τους έλεγε πάντα για την ιερότητα της οικογένειας; Τα ξέχασαν όλα; Ή, απλά την έχουν γραμμένη στα παλιά τους τα παπούτσια οι παραδόπιστες;
Γονατίζει μπροστά από την εικόνα ενός οργισμένου Χριστού μέρα νύχτα και προσεύχεται και ζητά τη συμβουλή του. «Τι να κάνω; Πες μου τι!» Αφουγκράζεται την ηχώ της σιωπής και νιώθει τους ψηλούς τοίχους του παλιού της του σπιτιού να την πνίγουν. Τα δάκρυα της τρέχουν καυτά, βουβά, μετανοεί αυτή για των άλλων τις αμαρτίες.
Κι ύστερα ξημερώνει ξανά. Και μετά νυχτώνει και πάλι. Και νιώθει τη ζωή να ξεγλιστρά απ’ το γέρικο κορμί της και να χάνεται. «Δεν πρέπει να τους κάνω το χατίρι», σκέφτεται. «Δεν πρέπει να πεθάνω, αφού μαζί μου θα πεθάνουν κι οι ενοχές τους – αν έχουν ενοχές βέβαια τα βρωμοθήλυκα».
Νιώθει τόσο μόνη. Ο άντρας της πέθανε. Οι γονείς και τ’ αδέλφια της το ίδιο. Δεν έχει πια σε ποιον να στραφεί για να ζητήσει κάποια συμβουλή, που να ψάξει να βρει έναν ώμο ν’ ακουμπήσει. Σκέφτεται. Σκέφτεται τον οργισμένο Χριστό που πέταξε τους έμπορους με τις κλωτσιές έξω απ’ το ναό. Σκέφτεται. Σκέφτεται την Παλαιά Διαθήκη και τον εκδικητή θεό. Σκέφτεται. Κι αποφασίζει. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Πρέπει για μια ακόμη φορά να ντυθεί με το μανδύα της καλής μητέρας, αυτόν που ποτέ δεν έβγαλε, και να κάνει το σωστό, αυτό που απαιτούν η πίστη της κι οι περιστάσεις.
Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Το κρύο είναι τσουχτερό, κι η βροχή εδώ και μέρες πέφτει ασταμάτητα χαρίζοντας ζωή στων ανάξιων αμαρτωλών τη γη. Εποχή γιορτινής ευδαιμονίας, ημέρες κάθαρσης. Θα μπορέσει επιτέλους να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, να κάνει αυτό που έπρεπε να κάνει εδώ και καιρό.
Είναι μεσάνυχτα. Στριφογυρνά στο κρεβάτι, μα δεν μπορεί να κοιμηθεί. Όχι πως την ενοχλεί ιδιαίτερα αυτό, αλλά να, δεν περνά η ώρα. Κι όσο δεν περνά η ώρα τόσο πιο πολύ την τυραννάνε οι σκέψεις της. Πού και πού μοιάζει να κλαίει κι ύστερα φαίνεται να χαμογελά. Τα μάτια της γυαλίζουν στο σκοτάδι απάνθρωπα, τρομακτικά, λες και την έχει καταλάβει μια ιερή τρέλα. «Πότε θα ξημερώσει;» αναρωτιέται. Πότε θα ξημερώσει πια;
Ακούει την καμπάνα να χτυπά. Πετάγεται απ’ το στρώμα. Επιτέλους Χριστούγεννα. Πλένει το γερασμένο της πρόσωπο με το παγωμένο νερό της βρύσης, πλέκει τα χιονισμένα της μαλλιά περίτεχνα πλεξούδες, φοράει το καλύτερο μαύρο φουστάνι της κι ένα βαρύ γκρίζο παλτό, παίρνει την αρχαία της τσάντα και βγαίνει στο πρωινό αγιάζι.
Όταν φτάνει στην εκκλησιά είναι σχεδόν άδεια. Δυο-τρεις μόνο άλλες γριές πρόλαβαν και πήγαν εκεί πριν απ’ εκείνη. Τις καλημερίζει ζεστά και στέκεται αγέρωχη σε μία γωνία έχοντας αντίκρυ της την είσοδο. Θέλει να τις δει να έρχονται. Το λαδί των ματιών της μοιάζει απαλό, σχεδόν νοσταλγικό. Το βλέμμα της φαίνεται να τριγυρίζει στο χώρο, μια πιότερο να εξερευνά το μέσα της. Τα λόγια του παπά, οι ύμνοι των ψαλτών, δεν φτάνουν στ’ αυτιά της. «Εγώ τα έχω βρει με το θεό!» μάλλον θα σκέφτεται.
Να τες! Να τες τις δυο τους που μπαίνουν στην εκκλησιά μαζί, ταυτόχρονα. Συνένοχες στο έγκλημα, συνένοχες και στο κοινωνικό γεγονός της πίστης. Κοινωνικό γεγονός, ναι, αυτό ακριβώς είναι για κείνες η λειτουργία. Δεν πιστεύουν. Αν πίστευαν δεν θα έκαναν αυτό που έκαναν. Ωστόσο, τις κοιτάει με βλέμμα τρυφερό και λίγο λυπημένο αντί με οργή. Τις λυπάται, επειδή πούλησαν την ψυχή τους στο διάβολο.
Ο χρόνος τώρα περνά όλο και πιο γρήγορα, ξεγλιστρά λες απ’ τις χαραμάδες της γιορτής της ζωής που είναι τα Χριστούγεννα και χάνεται. Η λειτουργία τελειώνει. Βγαίνει έξω, όπως πάντα αβίαστα, και παίρνει να εύχεται Χρόνια Πολλά σε όλους τους συγχωριανούς, να μιλά λίγο μαζί τους να τους χαρίζει μια στάλα απ’ της ψυχή της το περίσσεμα. «Σας αγαπάω. Όλους σας αγαπάω», σα να θέλει να τους πει, μα κάτι την εμποδίζει.
Σιγά-σιγά κινά για το φτωχικό της σπιτικό, να φτιάξει τη σούπα. Δε θα αργήσουν να την ακολουθήσουν κι οι κόρες της, πιστές στην παράδοση της μέρας.
Όταν τις βλέπει να μπαίνουν στην κουζίνα της τις καλωσορίζει μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και τις προσκαλεί να καθίσουν στο τραπέζι. Τα πιάτα με την αχνιστή πεντανόστιμη σούπα είναι ήδη εκεί και τις περιμένουν. Κάνει την προσευχή της. Ευχαριστεί ψιθυριστά σχεδόν το θεό, που κι αυτά τα Χριστούγεννα βρέθηκαν όλες τους εκεί και με υγεία.
Τρώνε σιωπηλά. Εκείνες σχεδόν με βουλιμία κι αυτή σιγά-σιγά, κουταλιά την κουταλιά, σαν σε ιεροτελεστία. «Το τέλος πλησιάζει», σκέφτεται. Κι έχει δίκιο. Σε λίγο η μια μετά την άλλη οι κόρες της πέφτουν αναίσθητες, σύντομα θα είναι νεκρές. Το δηλητήριο έκανε καλά τη δουλειά του. Όταν είναι πια σίγουρη ότι έχουν αφήσει το μάταιο ετούτο κόσμο, τους κλείνει τα μάτια απαλά, τις φιλά στο μέτωπο, στα μαλλιά. «Έκανα το σωστό», τους ψιθυρίζει. Σε λίγο θα τηλεφωνήσει στην αστυνομία και θα τους πει τι έγινε. Θα πάει φυλακή. Για το αμάρτημα των παιδιών της, εκείνο της απληστίας, που ήταν και δικό της, αφού αυτή τις γέννησε. Τα κρίματά της θα τα πληρώσει και σ’ αυτή και στην επόμενη ζωή, μα δεν τη νοιάζει. Έκανε το σωστό κι ας έβαψε τα χέρια της με αίμα. Ήταν καλή μάνα…

Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου