Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

Έρωτας στη Βενετία

Προσπαθώντας να βάλω σε μια τάξη τα διηγήματα που έχω ανεβάσει εδώ ανακάλυψα ότι άφησα έξω την πρώτη ιστορία που έγραψα πριν δεκατρία τόσα χρόνια, τον Έρωτα στη Βενετία. Με την ευκαιρία αυτή λοιπόν την ανεβάζω σήμερα. Και μια σημείωση: Αφού τα (ογδόντα!!!) διηγήματά μου δεν προβλέπεται να εκδοθούν στο άμεσο ή και το απόμακρο μέλλον τα μάζεψα όλα σε μια στήλη εδώ δίπλα, μαζί με την Απολογία της Μηδείας. Διαβάστε (αν θέλετε τυπώστε), σκουπίστε, τελειώσατε.

“Ραντεβού στη Βενετία, κάθε δέκα χρόνια”. Αυτή ήταν η συμφωνία, τρελή γλυκιά συμφωνία, που ’κλεισα με τη Φωτεινή, πριν τρεις - τόσες - δεκαετίες, καθώς αποφοιτούσαμε από το Λύκειο.
Με τη Φωτεινή είχαμε σμίξει στην τρέλα μας, τα θρυλικά εκείνα χρόνια, τα μαθητικά. Πάντα μαζί. Σιαμαίους μας αποκαλούσαν τα άλλα παιδιά και οι καθηγητές, και γελούσαν. “ Αυτοί μια μέρα θα παντρευτούν και θα κάνουν παιδιά ”, έλεγαν εκείνοι που νόμιζαν πως γνώριζαν. Οι αιώνιοι παντογνώστες των ξένων ζωών.
Εμείς, απλά αδιαφορούσαμε για όλα όσα συνέβαιναν γύρω μας. Δε δίναμε δεκάρα για κανένα και τίποτα. Είχαμε φτιάξει το δικό μας κόσμο, τον ιδανικό, τον αμόλυντο, τον ουτοπικό.
Για τρία χρόνια ήμασταν μαζί στις κοπάνες, μαζί στις πλάκες, μαζί στις αποβολές, μαζί καπνίσαμε το πρώτο τσιγάρο, μαζί γίναμε για πρώτη φορά λιώμα απ’ το πολύ ποτό. Τελικά η Φωτεινή έγινε ασυγχώρητα φανατική καπνίστρια, μόνο και μόνο για να βλέπει: “ Το μόνο πράγμα που καίγεται για μένα ”.
Πριν να τη γνωρίσω, εγώ ήθελα να γίνω παπάς κι εκείνη γραμματέας. Μετά από τρία χρόνια επώδυνης, και - γιατί όχι; - γλυκιάς, σχολικής συμβίωσης, αποφασίσαμε κι οι δυο, με μια φωνή, να γίνουμε δημοσιογράφοι. Τι σιαμαίοι θα ήμασταν άλλωστε αν δεν ακολουθούσαμε τους ίδιους επαγγελματικούς δρόμους; Κι αυτά, ενώ οι βαθμοί μας μετά βίας περνούσαν τη βάση. Σύμφωνα με κάποιο σοφό καθηγητή, με τέτοιους βαθμούς, θα ήμασταν τυχεροί αν γινόμασταν ρακοσυλλέκτες.
Σαν τελειώσαμε το σχολείο, είδαμε με αληθινό πόνο, τη γλυκιά συμβίωσή μας στην τρέλα, να φτάνει στο τέλος της. Οδυνηρή, σαν αόρατο μαχαίρι που ξεσκίζει τα σωθικά, ήταν εκείνη η ώρα, εκείνη η μέρα.
Στο αποχαιρετιστήριο πάρτι των τελειοφοίτων ήμασταν σα χαμένοι. Ήμασταν εκεί, αλλά και κάπου αλλού, σε κόσμους που δεν μπορεί να δει το μάτι. Με τη σκέψη, με τα λόγια, με το άγγιγμά μας, ταξιδεύαμε μοναχοί, δίχως έγνοιες, σ’ άλλα μέρη, μακρινά, εξωτικά, ονειρικά. Δίναμε φιλιά και όρκους αιώνιας αγάπης. Μαζί, δώσαμε, και την υπόσχεση που θα σημάδευε για πάντα τη ζωή μας, που θα μας στοίχειωνε: “Όπου κι αν μας βγάλει το μονοπάτι της ζωής, ό,τι κι αν κάνουμε, ό,τι κι αν γίνουμε, να μην ξεχάσουμε ποτέ ο ένας τον άλλο, και να ανανεώνουμε κάθε δέκα χρόνια τη γνωριμία μας, τον έρωτά μας στη Βενετία, στη γνωστή Πλατεία του Αγίου Μάρκου ”. Στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου, γιατί ήταν η μόνη που ξέραμε στα σίγουρα ότι υπάρχει.
Για μας η Βενετία τότε ταυτιζότανε με ό,τι το πιο ωραίο, το πιο ρομαντικό. Ήταν κάτι, σαν ένα όνειρο απόμακρο, αλλά όχι άπιαστο. Σαν το μάθανε τα άλλα παιδιά βαλθήκανε να μας δουλεύουν. Έλεγαν πως, πολύ πριν να περάσουν τα δέκα χρόνια θα παντρευτούμε ο καθένας με κάποιον άγνωστο, και θα ξεχάσουμε όλες τις υποσχέσεις και τους όρκους για παντοτινή αγάπη. Οι άλλοι! Αυτοί πάντα νομίζουνε πως ξέρουν κάτι παραπάνω.
Μετά από λίγα χρόνια συνάντησα τη Φωτεινή στο γάμο μιας από τις παλιές μας συμμαθήτριες, στην Αθήνα. Η καρδιά μου σκίρτησε, χάρηκε, πόνεσε, μόλις την αντίκρυσα. Ήτανε τόσο πολύ αλλαγμένη, τόσο όμορφη, τόσο θλιμμένη. Τόσο προσιτή κι απόμακρη. Κάπνιζε σα φουγάρο και φαινόταν να πίνει πολύ. Είχε γίνει γραμματέας. Εγώ δημοσιογράφος.
Δε μιλήσαμε πολύ. Ήταν με τον πατέρα της, ένα αμίλητο στρατιωτικό, που σαν τον έβλεπες ανατρίχιαζες και σκεφτόσουνα: “ Αμάν Θεούλη μου, τι γίγαντας είναι αυτός; ”. Στο πρόσωπο είχε μια έκφραση που σαν να φώναζε από μακρυά:
“ Προσέξτε σκουλήκια να μη σας πατήσω ”.
Ζούσε, μου ’χε πει, στη Θεσσαλονίκη. Δεν είχε παντρευτεί, αλλά ούτε και είχε ξεχάσει για μια στιγμή την υπόσχεση που ’χαμε δώσει. Πριν να φύγει υπό τη συνοδεία του στρατηγού Πινοσέτ, με τράβηξε παράμερα και μου ’σκασε ένα παθιασμένο φιλί στα χείλη. “ Θα σε δω ”, ήταν τα τελευταία της λόγια. Θα σε δω...
Μιλώντας με τα υπόλοιπα παιδιά ανακάλυψα πως η μεγάλη πλειοψηφία ήταν ήδη παντρεμένοι. Μερικοί είχαν και παιδιά. Πολλοί δούλευαν σε τράπεζες ή δημόσιες υπηρεσίες, κι άλλοι σε γραφεία, κάποιοι ξεζούμιζαν ακόμη την τσέπη του μπαμπά. Είχαν ενσωματωθεί για τα καλά στο σύστημα. Απόκτησαν πιστωτικές κάρτες, κύρος, αυτοκίνητα με δόσεις, διαμερίσματα μ’ ενοίκιο. Πιάσαν την καλή! Με δυο λόγια ξόδευαν περισσότερα απ’ όσα είχαν. Τους λυπήθηκε η ψυχή μου. Νόμιζαν κι αυτοί πως ζούσαν.
Ίσως να ’μουν ο μόνος που διατήρησε την τρέλα του, τη γλυκιά εφηβική τρέλα. Ο μόνος που δεν είχε γίνει ακόμη “ ασφαλής ”, “ κύριος ”, βολεμένος. Απολάμβανα την ελευθερία της δωρεάν στέγης, μιας συναρπαστικής δουλειάς, ατέλειωτων ταξιδιών σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Ζούσα.
Τα χρόνια κύλησαν γρήγορα, όσο γρήγορα κυλάει κι η ζωή μας και χάνεται, και στα 28 μου πια, στις 10 του Σεπτέμβρη του 19--, λίγο μετά το μεσημέρι, μέρα Σαββάτο, βρέθηκα στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. Πρώτη φορά είχα νιώσει τόσο μεγάλη αγωνία μέσα μου. “Δε θα ’ρθει ”, σκεφτόμουνα. Σε κάτι τέτοιες στιγμές η σκέψη μου πάει πάντα προς το χειρότερο. “ Δε θα ’ρθει ”, επέμενα, κι ας γνώριζα βαθιά μέσα μου πως ήταν ήδη εκεί, πως θα την έβλεπα, θα την κρατούσα, θα τη φιλούσα.
Έκανα το γύρο της πλατείας δυο φορές, σχεδόν τρέχοντας. Πριν αρχίσω για την τρίτη διαδρομή την είδα. Παρακολουθούσε ατάραχη ένα συρφετό τουριστών, που σχημάτιζε ατέλειωτες ουρές για να μπει στο μεγαλοπρεπή ναό. Την πλησίασα χωρίς να με αντιληφθεί. Κοντοστάθηκα κι άρχισα να μελετώ απ’ το πλάι το πρόσωπό της. Θέ μου, πόσο όμορφη φάνταζε στα μάτια μου, πόσο ξεχώριζε μέσα στο πλήθος, με τα μακριά, ολόισια, παράφορα μαύρα μαλλιά της, αφημένα στη σιγουριά των ώμων και της πλάτης, στο φύσημα του αγέρα, με το αφηρημένο βλέμμα της ανυπομονησίας, με εκείνη την υπέροχη ορθή κορμοστασιά. Αυτή ήταν η Φωτεινή μου, ο μεγάλος, ο ασίγαστος έρωτας από τα χρόνια της αθωότητας, ο έρωτάς μου.
Δεν ξέρω για πόση ώρα παρέμεινα εκεί μαρμαρωμένος να την κοιτάω, να θαυμάζω τη μεγαλειώδη της χάρι, δίχως να τολμώ να της μιλήσω, για να μη χαλάσω τη μαγεία της στιγμής. Κάποτε, όμως, την πλησίασα και τη φιλοδώρησα μ’ ένα ζεστό της αγάπης φιλί, στο δεξί μάγουλο. Γύρισε αμέσως προς το μέρος μου και ρίχτηκε στην αγκαλιά μου. Δε φάνηκε να ξαφνιάζεται. Επιτέλους, μετά από τόσα χρόνια ήμασταν και πάλι μαζί. Οι δυο μας μόνο. Οι δύο τρελοί, οι αμετανόητοι, οι ρομαντικοί, οι…σιαμαίοι.
Τριγυρνούσαμε με τα πόδια, για ώρα πολλή στους στενόμακρους δρόμους και τα σοκάκια της Βενετίας ψάχνοντας για ξενοδοχείο, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, και στο άλλο, το ελεύθερο, τις λιλιπούτειες αποσκεύες μας. Θα μέναμε μαζί για ένα μόλις Σαββατοκύριακο.
Η αναζήτηση στέγης για τον έρωτά μας, στάθηκε δύσκολη υπόθεση, μια και η Βενετία το Σεπτέμβρη μοιάζει με μια τεράστια, βρεγμένη τουριστοπολιτεία. Όλα τα ξενοδοχεία και οι πανσιόν γύρω από το σιδηροδρομικό σταθμό της Σάντα Λουτσία και το Κανάλε Γκράντε, ήταν καταλημμένα από πλήθη τουριστών...βρετανούς, γαλλούς, γερμανούς, έλληνες και γιαπωνέζους. Τελικά, καταλήξαμε σε μια μικρή πανσιόν στην Κάλλε ντελ Κρίστο, όπου ο συμπαθής καραφλός ιδιοκτήτης μιλούσε και “λίγκα ελληνικά”.

Τις δυο εκείνες μέρες τις ζήσαμε, σαν σε... παραμύθι. Ήμασταν ευτυχισμένοι. Ανακαλύψαμε την έννοια της λέξης ευτυχία. Τρέχαμε στα δρομάκια, απολαμβάναμε σα μαγεμένοι, σα μωρά παιδιά, τις εικόνες που ξετυλίγονταν μπρος στα έκπληκτα μάτια μας, δακρύζαμε απ’ τη χαρά, απ’ τη συγκίνηση του να είμαστε μαζί.
Βγάλαμε αμέτρητες φωτογραφίες - μέρα και νύχτα - στην Πόντε ντε Ριάλτο, αρμενίσαμε με τη συνοδεία τροβαδούρων και κιθάρας μέσα από τα όχι και τόσο βρώμικα τότε κανάλια, σταθηκαμε στην ουρά για να δούμε το λαμπρό ναό του Σάντο Μάρκο, και μετά, φιλέψαμε με καλαμπόκι και φωτογραφηθήκαμε με τα κυπριακά - σύμφωνα με την παράδοση - περιστέρια της πλατείας, απολαύσαμε τον εσπρέσο και τον καπουτσίνο μας, στο Καφέ Φλοριάν, υπό τη σκιά του Έρνεστ Χέμινγουεϊ και του Έζρα Πάουντ, πήγαμε στο Λίντο. Κι όλα αυτά μέσα σε δυο μόνο μέρες, τις πιο ωραίες της ζωής μας, όπως μονολογούσαμε.
Τα όνειρα δυστυχώς δεν κρατούν ποτέ πολύ. Ειδικά τα όμορφα όνειρα. Σε αντίθεση με τους εφιάλτες, που μας κυνηγάνε μια ζωή.
Το δεύτερο βράδυ της τόσο εφήμερης ευτυχίας μας, δεν κλείσαμε μάτι. Μετά τα μεσάνυχτα, που η Βενετία παρουσίαζε την όψη μιας σιωπηλής πολιτείας, φροντίσαμε να χαθούμε στα δρομάκια και τα στενά της, κάτι που δε χρειάστηκε και ιδιαίτερη προσπάθεια, αφού είτε το θέλαμε είτε όχι, βρισκόμασταν σ’ ένα τεράστιο λαβύρινθο.
Το βράδυ εκείνο ανοίξαμε τις καρδιές μας. Μιλήσαμε για τους τόσο διαφορετικούς δρόμους που πήραμε στη ζωή, για τα ωραία και τ’ άσχημα, τις πίκρες και τις ατέλειωτες απογοητεύσεις, για τον παιδικό - εφηβικό μας έρωτα, που δεν έφτασε ποτέ στο αποκορύφωμά του. “ Θύμασαι τότε…”, λέγαμε, μια εγώ, μια κείνη, κι αναστενάζαμε βαθιά με θλίψη ή σκάγαμε στα γέλια.
Μου ’πε πως η ζωή της ήταν ένα καθημερινό μαρτύριο, ότι ποτέ δεν μπόρεσε να κάνει αυτό που η ίδια ήθελε, ότι ήθελε να είναι διαφορετική, αλλά δεν την άφηναν οι προκαταλήψεις του κύκλου που την περιέβαλε να ενεργήσει, ότι κάθε φορά που προσπαθούσε να κάνει κάτι λίγο ξεχωριστό, κάτι δικό της, η οικογένειά της τής έφραζε το δρόμο (μεγάλη σκλαβιά η οικογένεια). Μου ’πε ακόμη πως ήταν απογοητευμένη απ’ τους ανθρώπους γενικά, που θεωρούν σα δίκαιο μόνο το δικό τους…Τότε ήταν που έσκασε κι η βόμβα: “Μόλις γυρίσω στη Θεσσαλονίκη θα παντρευτώ μ’ ένα αξιωματικό του στρατού, στον οποίο έχει δώσει το λόγο του ο γέρος μου”.
Ένιωσα ολόκληρο τον από μέσα μου κόσμο να γκρεμίζεται σα χάρτινος πύργος, και τα κομμάτια του να σκορπούν σαν αναμνήσεις στον άνεμο. Μια μαύρη σκιά, σαν το θάνατο, σκέπασε την ψυχή μου. Παρέμεινα να την κοιτάω σαν αποβλακωμένος. Θα’ πρεπε να μιλήσω, να πω κάτι, αλλά τι; Δεν το χωρούσε το μυαλό μου κάτι τέτοιο. Δεν ήθελα, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι άκουσα εκείνα τα λόγια να βγαίνουν σα μαχαίρι και να με σφάζουν, απ’ τα μοναδικά χείλη που αγάπησα.
“Βαρέθηκα να με κατατρέχουν. Θα κάνω ό,τι θέλουν, φτάνει να με αφήσουν επιτέλους ήσυχη”, είπε σε λίγο σπώντας τη θανατερή σιωπή. Κι εγώ απορημένος, αγανακτισμένος, διάβαζα με πόνο στο πρόσωπό της την απόλυτη εγκατάλειψη. Την εγκατάλειψη του ονείρου, της χαράς, της ζωής. Ανταριασμένος άρχισα να καταριέμαι τον κόσμο τούτο, για τους χίλιους, μύριους τρόπους που βρίσκει για να σκοτώνει τα παιδιά του.
Καθώς η εξομολόγησή της συνεχιζόταν, την κρατούσα σφικτά στην αγκαλιά μου, φοβόμουνα μη μου φύγει. Τη φιλούσα στα μαλλιά, της στέγνωνα τα δάκρυα που φαίνονταν να ρέουν απ’ το πιο βαθύ της θλίψης πηγάδι. Καθόμασταν σε κάποιο παγκάκι, σε μια από τις πολλές μικρές πιάζας της πόλης, και γύρω μας επικρατούσε μια νεκρική σιγή. Λες κι ο χρόνος εκείνες τις στιγμές είχε σταματήσει. Λες κι ο μοναδικός ήχος που μπορούσε να ακουστεί σ’ όλη την οικουμένη, ήταν το τραγούδι των λυγμών της.
Αγκαλιασμένοι, αγαπημένοι, με δάκρυα στα μάτια και πόνο στην ψυχή, είδαμε το θανατηφόρα μαύρο χρώμα τ’ ουρανού να ξεβάφει, και να δίνει τη θέση του στον ορίζοντα, σ’ ένα ελαφρύ στην αρχή, αλλά όλο και πιο έντονο στη συνέχεια, ροζ μοτίβο. Τότε, αφήσαμε το παγκάκι μας, που είχε τώρα μια ακόμη ιστορία να θυμάται, και πήγαμε στην πανσιόν. Εκεί ολοκληρώσαμε με δέκα χρόνια καθυστέρηση, το μεγάλο μας έρωτα.
Πόσο γλυκειά κι αδύνατη φάνταζε, έτσι εκτεθιμένη, μέσα στη ζεστή αγκαλιά μου! Πόσο απροστάτευτη! Αυτή, που κάποτε ήταν σωστό αγρίμι, δυνατή, αποφασισμένη για όλα, έτοιμη να σαλπάρει με καράβι την τρέλα και να κατακτήσει τον κόσμο όλο. Πόσο μας αλλάζουν, πόσο μας φθείρουν, πόσο σκοτώνουν την ψυχή και τα όνειρά μας ο χρόνος και οι άλλοι ανθρώποι!
Φύγαμε από την πανσιόν αγκαλιασμένοι, αμίλητοι, τυλιγμένοι μέσα στο ανάλαφρο μαγικό πέπλο της πρόσκαιρης ευτυχίας. Τη συνόδευσα μέχρι το σταθμό της Σάντα Λουτσία. Θα ’παιρνε το τρένο για την Αγκώνα και μετά καράβι για την Ηγουμενίτσα, ενώ εγώ θα πετούσα για Βεγγάζη, μέσω Ρώμης, για μια διάσκεψη αραβικών κρατών. Η ζωή μας έστελνε και πάλι σε δρόμους μοναξιάς, διαφορετικούς.
Αποχαιρετώντας με μου χάρισε το πιο γλυκό της φιλί, το πιο υπέροχο χαμόγελο. “Σε δέκα χρόνια λοιπόν;”, ρώτησε, αλλά δεν περίμενε να πάρει απάντηση, αφού ήδη τη γνώριζε. Τα θλιμμένα μάτια, το βεβιασμένο χαμογέλο, οι νευρικές κινήσεις, τα έλεγαν όλα. Σε δέκα χρόνια! Παρέμεινα στο σταθμό, μέχρι που είδα το τρένο να φεύγει και σιγά σιγά να χάνεται από τα μάτια μου, παίρνοντας μαζί του ό,τι πιο πολύτιμο είχα - μα δεν είχα - στη ζωή μου.

Μετά την επιστροφή μου από τη Λιβύη παραιτήθηκα από την εφημερίδα. Αισθανόμουνα άσχημα με τον εαυτό μου. Είχε περάσει πάρα πολύς καιρός απ’ την τελευταία φορά που “έκανα επανάσταση μόνος στο δωμάτιό μου”. Μάζεψα λοιπόν όλες τις οικονομίες μου, πούλησα όσα - όσα τα λιγοστά προσωπικά μου αντικείμενα και το’ ριξα στα ταξίδια. Έπαιρνα μεγάλα ρίσκα γιατί πάντα μου άρεσε να πέφτω με πάταγο. Αίγυπτος, Ινδία, Πακιστάν, Αυστραλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Πορτογαλία… Ήμουνα αλήτης και χαιρόμουνα εκείνη την απόλυτη ελευθερία της έλλειψης προορισμού.
Κάποτε όμως γύρισα στην Αθήνα. Ένιωθα αναγεννημένος. Βρήκα αμέσως δουλειά σ’ ένα κινηματογράφο σα βοηθός οπερατέρ. Σαν έμαθα τη δουλειά μ’ αφήσανε μόνο. Ήμουν μοναχός σ’ ένα σινεμά γιομάτο κόσμο, και το απολάμβανα.
Τίποτα όμως στη ζωή μου δεν κράτησε ποτέ πολύ. Κάποιο βράδυ, δυο χρόνια μετά, κι αφού είχα ήδη βαρεθεί κι αυτή τη δουλειά, είδα την πομπίνα με την ταινία να πέφτει απ’ τη μηχανή προβολής και να κατεβαίνει βιαστικά τα σκαλοπάτια. Είχα ξεχάσει να κλείσω μια μικρή ασφάλεια, ένα λάθος ασυγχώρητο. Αρκετά μέτρα ταινίας καταστράφηκαν, η παράσταση έμεινε στη μέση, μέχρι να μοντάρω και πάλι τα δύο μη καταστρεμμένα άκρα, κι άκουσα τη μεγαλύτερη ποικιλία βρισιών που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Καλά, ακόμη διερωτούμαι, τόσο πολύ τους πείραξε το ότι θα έβλεπαν δέκα λεπτά λιγότερα από το “Pulp Fiction”; Τι σου είναι ο άνθρωπος! Πάντα έλεγα ότι ήμουνα ευσυνείδητος υπάλληλος. Έτσι, μετά από όλ’ αυτά, αποφάσισα να παραιτηθώ για λόγους… ευθιξίας.
Μετά απ’ την παραίτηση αποφάσισα ότι η Αθήνα ήτανε πολύ μεγάλη για μένα, και πολύ θορυβώδης. Νέφος, φασαρία, φραπέ. Μπούχτισα. Έτσι προτού αλέκτωρ λαλήσει, πήρα τα ομάτιά μου και κίνησα για το Ρέθυμνο. Βρήκα δουλειά σ’ ένα ξενοδοχείο. Δούλευα τα βράδυα, και έμενα σ’ ένα μικρό δωμάτιο, που μου παραχώρησαν τα αφεντικά - καλά γεροντάκια. Έτσι τα έξοδά μου ήταν ελάχιστα.
Για τρία ολόκληρα χρόνια παρέμεινα εκεί, γνωρίζοντας κόσμο και κοσμάκη - περισσότερους γαλλογερμανούς παρά έλληνες. Ανάμεσά τους ήταν και η Χλόη, μια γερμανίδα που ήρθε στην Ελλάδα με ώτο στοπ. Δούλευε σ’ ένα μπαράκι, για να τα κονομήσει λίγο και να συνεχίσει τις περιπλανήσεις της. Σχεδίαζε να πάει στην Ινδία, το Νεπάλ και τη Μπανγκόκ. Την άκουγα να μου μιλάει για τα σχέδιά της με τόσο ενθουσιασμό, που μονολογούσα: “ Αχ και να’ μουν 15 χρόνια νεώτερος ”. Αλλά δεν ήμουν. Ήμουνα 38 τόσων χρόνων - φωτιά στα μπατζάκια μου - είχα ήδη υποβάλει μια ακόμη μεγαλοπρεπή παραίτηση, και σε λίγες βδομάδες θα βρισκόμουνα στη Βενετία.
Παρασκευή βράδυ, της πρώτης βδομάδας του Αυγούστου, έφυγα απ’ το Ρέθυμνο. Σάββατο βράδυ βρέθηκα πάνω σε ένα καράβι που εκτελούσε τη γραμμή Πάτρα - Μπρίντιζι. Τέσσερις ολόκληρες βδομάδες περιπλανήθηκα στην Ιταλία: Σικελία, Καζέρτα, Πεσκάρα, Ρώμη, Ασίζη, Φλωρεντία, Μιλάνο, Μπολώνια. Στη Μπολώνια επισκέφθηκα και μια φίλη μου απ’ τα παλιά, τη Γιώτα. Η κακομοίρα προσπαθούσε εδώ και κάτι αιώνες να γίνει γιατρός. Η καταγωγή της ήταν απ’ το Αίγιο, γεγονός που δικαιολογεί και τους μετέπειτα σεισμούς. Πάντα διακρινόταν για τα φιλοζωικά της αισθήματα και όπως μου εξομολογήθηκε τότε, για τρία χρόνια περίμενε τη στείρα γάτα της να γεννήσει. Την άφησα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη…Ακριβώς, επειδή την άφησα.

Το πρώτο Σαββατοκυρίακο του Σεπτέμβρη βρέθηκα στη Βενετία, στην ίδια πολυαγαπημένη πανσιόν, που δέκα χρόνια πριν είχε φιλοξενήσει τον έρωτα, και τη μοναξιά μας. Είχα φτάσει πρώτος. Πήρα ένα δωμάτιο στο δεύτερο όροφο, ανέβηκα πάνω και την περίμενα. “ Όπου να’ ναι θα’ ρθει ”, καθησύχαζα τον εαυτό μου, καθώς η αγωνία μου σιγόκαιε τα σωθικά.
Σαν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα η Φωτεινή τρόμαξα να την αναγνωρίσω. Είχε γίνει λεπτή σα βέργα, τα μάτια είχαν βουλιάξει στις κόγχες τους, το πρόσωπό της μου φάνηκε χλωμό, εγκαταλειμμένο από ζωή, τα τόσο πλούσια άλλοτε μακριά της μαλλιά ήτανε τώρα άτσαλα κομμένα στο ύψος του ώμου. Όχι, αυτή δεν ήταν η Φωτεινή που ήξερα. Όχι η Φωτεινή μου. Ήταν η σκιά του παλιού καλού της εαυτού, εκείνου που αγάπησα, μα σκότωσε ο χρόνος.
Προτού προλάβω καλά καλά να συνέλθω απ’ την έκπληξη, ρίχτηκε στην αγκαλιά μου κι άρχισε να κλαίει. Όλο της το είναι φαίνονταν να υποφέρει, συνταραζόταν απ’ τους λυγμούς, κι εγώ, σα σιωπηλός παρηγορητής την κρατούσα σφικτά στην αγκαλιά μου, την κουνούσα πέρα δώθε σα με πατρική στοργή, ένιωθα, ζούσα τον πόνο της, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να τον απαλύνω. “ Θεέ μου, πόσο πολύ θα έχει υποφέρει τα δέκα αυτά χρόνια! ”, σκεφτόμουνα, και τα δάκρυα κυλούσαν αθόρυβα απ’ τα μάτια μου. Κάτι σαν παρηγοριά για τον παρηγορητή.
Σαν πέρασε το πρώτο ξέσπασμα, σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε βαθιά μες στα μάτια, μ’ ένα τόσο πονεμένο βλέμμα, που ένιωσα την καρδιά μου μεμιάς να ραγίζει. “ Τι… ”, δεν πρόλαβα να ρωτήσω. Το ικετευτικό της βλέμμα μου επέβαλε τη σιωπή.
Με τα τρεμάμενα λεπτά της δάκτυλα, άρχισε να ψαχουλεύει, να εξερευνά το πρόσωπό μου, σα να έψαχνε σ’ αυτό τα σημάδια του χρόνου. Πόσο αγαπούσα τότε, κάποτε, εκείνο το κορίτσι! Πόσο αγαπούσα τώρα αυτή τη γυναίκα! Έσφιξε το πρόσωπό μου στα αδύναμα χέρια της, το τράβηξε κοντά στο δικό της. Άρχισε να με φιλά με τόσο πολύ πάθος, με τόση δίψα. Έκπεμπε κάποιου είδους ενέργεια, ενέργεια που φαίνονταν να είχε καταπιέσει μέσα της τα τελευταία δέκα χρόνια. Ναι, αυτή ήταν η Φωτεινή μου, το αγρίμι μου, της ψυχής μου το άλλο μισό, το εγώ μου. Με φιλούσε και δάκρυζε, αυτή τη φορά - μου φάνηκε - από ευτυχία.
Αργότερα, σα βγήκαμε για να περπατήσουμε και πάλι στα γνωστά της αγάπης δρομάκια, να σεριανίσουμε με γόνδολα μες απ’ τα φημισμένα κανάλια, να γελάσουμε κάτω απ’ τη Γέφυρα των Στεναγμών, να δειπνήσουμε στο φως των κεριών με μουσική και κρασί… Τότε, γίναμε και πάλι παιδιά. Εκείνες τις ώρες έπαψα να είμαι ένα από τα μαύρα πρόβατα της κοινωνίας, κι εκείνη δεν ήτανε πια μια δυστυχισμένη γραμματέας - νοικοκυρά. Ήμασταν και πάλι εκείνα τα ανώριμα, αθώα παιδιά, που είκοσι χρόνια πριν έδιναν την πιο τρελή υπόσχεση.
Τελικά, η αγάπη ίσως να μην πεθαίνει ποτέ. Η αληθινή αγάπη.
Τις δυο εκείνες μέρες, μου ’πε τα πάντα για τη ζωή της, για τη δυστυχία της. Σα βρισκόταν στο σπίτι με τον άντρα της ένιωθε φυλακισμένη, καταπιεσμένη. Δεν τον αγαπούσε, δεν ήθελε να μένει μαζί του, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να αλλάξει τα δεδομένα. Δεν τη ρώτησα ποτέ “ γιατί; ”. Κάπνιζε πολύ. Έπινε ακόμη περισσότερο. Δεν είχε πια το θάρρος να αντιμετωπίσει τη ζωή. Όλα της τα όνειρα είχαν μείνει όνειρα. Πως μπόρεσε να ανταλλάξει τα όνειρα με τη ζωή;
Προσπαθούσα να την παρηγορήσω, να της δώσω κουράγιο, να της ζωντανέψω τα όνειρα και τις ελπίδες της, ξεχνώντας πως οι μάταιες ελπίδες γεννάνε μονάχα περισσότερο πόνο. Λόγια… Λόγια που λέγονται, μόνο και μόνο για να το σκάσουν ευθύς απ’ το παράθυρο, μαζί με τον αγέρα.
Με άκουγε μονάχα. Εκείνη δε μιλούσε. Μόνο σα σώπαινα μου ’λεγε, πως την ενδιέφερε μονάχα εκείνη η μία και μοναδική στιγμή που ’ταν μαζί μου, ευτυχισμένη. Για μια φορά στα δέκα χρόνια, αληθινά ευτυχισμένη. Τα μάτια της μου ’λεγαν πως ήταν η αλήθεια, κι εγώ τα ’βαζα κρυφά, μέσα μου, με τον εαυτό μου: “ Γιατί εγώ να κάνω ό,τι θέλω στη ζωή κι αυτή να είναι δυστυχισμένη; Τι έχει κάνει για να της αξίζει μια τέτοια τύχη; Και τι έχω κάνει εγώ, για να μου αξίζει μια τόσο καλύτερη; ”.
Δεν της μίλησα γι’ αυτά που σκεφτόμουνα. Το μόνο που θα της πρόσφερα ήταν μια σταγόνα ακόμη πόνο, κι είχε ήδη πονέσει αρκετά, η ψυχή της είχε ματώσει. Απολαύσαμε όσο περισσότερο μπορούσαμε την ευτυχία που βρισκόταν εκεί και μας προσφερόταν απλόχερα. Αδράξαμε το χρόνο και δεν αφήσαμε στιγμή να πάει χαμένη. Λες και η κάθε στιγμή που περνούσε θα ’ταν η τελευταία. Ανανεώσαμε τον έρωτα και την υπόσχεσή μας, κόντρα στο χρόνο, κόντρα στις περιστάσεις και την επερχόμενη φθορά.
Της πρότεινα να ταξιδέψουμε για λίγο μαζί στην Ελλάδα, αλλά αρνήθηκε. Μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Τη συνόδευσα και πάλι, όπως δέκα χρόνια πριν, στο σιδηροδρομικό σταθμό της Σάντα Λουτσία. Για μια ακόμη φορά σ’ όλη τη διαδρομή, παραμείναμε σιωπηλοί. Ανταλλάξαμε της αγάπης τις τελευταίες ματιές, του έρωτα το στερνό παθιασμένο φιλί. Την είδα να μου κουνάει το χέρι με θλίψη σε αποχαιρετισμό, καθώς το τρένο ξεμάκραινε με το είδωλό της. Ήταν η τελευταία φορά που την είδα.

Τα χρόνια πέρασαν, και στα σαράντα κάτι μου, με βρήκε μια μικρή κληρονομιά, που αν τη διαχειριζόμουνα σωστά θα μου επέτρεπε να αφυπηρετήσω δια παντώς. Να κάτσω δηλαδή στα βραστά μου και να ζω από τους τόκους. “ Θα περάσω όλα τα χρόνια που μου απομένουν, παρέα με το κρασί, θυμούμενος τις παλιές μου δόξες ”, σκεφτόμουνα, κοροϊδεύοντας τον εαυτό μου.
Δεν ήξερα τότε πως η Φωτεινή, η Φωτεινή μου, η μόνη γυναίκα που αγάπησα στ’ αλήθεια στη ζωή μου όλη, είχε πεθάνει από καρκίνο. Έτσι ήμουνα για μια ακόμη φορά συνεπής, στο βενετσιάνικο ραντεβού μας. Στο καφέ Φλοριάν θα γινόταν αυτή τη φορά η συνάντηση. Μόνο, που το βρήκα έρημο, κλειστό. Καθόμουνα στα σκαλοπάτια, χαζεύοντας τους τουρίστες, όταν είδα μια νεαρή πανέμορφη γυναίκα να με πλησιάζει. “Ο κ. Γιώργος; ”, ρώτησε. “ Ναι ”, της αποκρίθηκα, ξαφνιασμένος. Τότε, μου’ δωσε ένα φάκελο. Τον άνοιξα. Ήταν ένα γράμμα από τη Φωτεινή μου. Το είχε γράψει λίγες μέρες προτού ξεψυχίσει. Έλεγε, πως… μπροστά μου στεκόταν, η 19χρονη κόρη μας.
Ο έρωτάς μας είχε αφήσει πίσω το σημάδι του...
Η ζωγραφιά κλεμμένη από εδώ...
Δημοσίευση σχολίου