Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Η κυρία Κατερίνα

Είναι εννιά και κάτι το πρωί καθώς βγαίνει έξω στο δρόμο. Πάντα την ίδια ώρα. Ο ουρανός είναι βαριά συννεφιασμένος και φυσάει ένας αέρας μανιασμένος που τρυπάει κόκκαλα, αλλά εκείνη δε μοιάζει να τον νιώθει. Τίποτα δε νιώθει, εδώ και καιρό. Μια κοντή σχεδόν ηλικιωμένη γυναίκα, λίγο χοντρή, μα ίσως και όχι, αφού φοράει πολλές στρώσεις ρούχα. Κουβαλάει μια τσάντα δερμάτινη παλιά, σε αποχρώσεις του καφέ, απομεινάρι μιας μακρινής νιότης. Κρατάει το κεφάλι της ψηλά καθώς περπατά σε δρόμους και σε γειτονιές που όσο κι αν σφύζουν από ζωή τη νύχτα τη μέρα μοιάζουν έρημοι. Μόνο στη στάση του λεωφορείου στέκονται κάποιοι γνωστοί, που τη χαιρετάνε, στο φούρνο και στο περίπτερο. Εκείνη δεν αντιχαιρετάει, δεν το κάνει ποτέ, αλλά όλα καλά, την ξέρουν, κανένας δεν την παρεξηγεί. Είναι βιαστική κι ας μην περπατά γρήγορα. Δεν μπορεί να το κάνει άλλωστε, αφού τα πόδια της δεν τη σηκώνουν. Θα πάει στο πάρκο για να συναντήσει την κόρη της. Πηγαίνει κάθε μέρα, εκτός από την Κυριακή. Και πάντα πηγαίνει πρώτη, αλλά καθόλου δε τη χαλάει αυτό, αφού έχει όλο το χρόνο στη διάθεσή της. Στην ηλικία της ο χρόνος έχει πάψει να είναι βιαστικός.
Κάθεται σ’ ένα παγκάκι και κοιτά τη μικρή τάφρο και τη τσουλήθρα, τις κούνιες των παιδιών και τα δέντρα, που λες από γινάτι παραμένουν ζωντανά σε μια πόλη νεκρή. Πού και πού περνάει κάποιος, της λέει, καλημέρα κυρία Κατερίνα, και χάνεται, αλλά κανένα δε βλέπει και κανένα δεν ακούει. Τ’ αυτιά της και τα μάτια της υπάρχουν μόνο για κείνη, για την Λία της, την Ευαγγελία της. Η ώρα κυλάει αβίαστα, αλλά όχι πληκτικά. Η πλήξη δεν είναι μια λέξη που ανήκει στο λεξιλόγιό της. Αυτή θα μπορούσε να ζήσει για πάντα παρέα με τις σκέψεις της.
Νιώθει κάποιο να κάθεται δίπλα της, αλλά δε γυρνά προς το μέρος του, αφού ξέρει ότι αυτός ο κάποιος είναι εκείνη. Πάντα έτσι φτάνει, αθόρυβα, σα να εμφανίζεται από το πουθενά. Δεν την κοιτά. Δεν την αγγίζει. Αλλά νιώθει τη ζεστασιά της δίπλα της. Της μιλά.
«Καλώστηνε. Δεν άργησες πολύ σήμερα. Είσαι καλά, ε; Ναι, είσαι. Πάντα είσαι καλά εσύ. Και ξέρεις τι; Όταν ήσουνα μικρή σε ζήλευα. Πάντα χαμογελούσες. Θυμάσαι; Ο πατέρας σου απορούσε με σένα: από ποιον πήρε αυτό το παιδί; αναρωτιόταν. Από κανέναν δεν πήρε, του έλεγα, αυτή είναι ξωτικοπαίδι. Κι εκείνος γελούσε. Ακούς εκεί ξωτικοπαίδι! Πλάκα δεν είχα; Αλλά ακόμη και τώρα έτσι σε βλέπω. Το μόνο που δε σε ζηλεύω πια. Μακάρι ωστόσο να μπορούσα να σου μοιάσω. Μακάρι να μπορούσα κι εγώ να σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι το πρωί και να χαμογελώ, όπως έκανες πάντα εσύ. Μακάρι να έκανα τους γύρω μου ευτυχισμένους όπως εσύ. Μακάρι να είχα την καλή σου την καρδιά, που σε τόσους μπελάδες μας έβαλε. Σε μπελάδες όμορφους, δε λέω, αλλά και πάλι. Θυμάσαι πόσο σε αγαπούσαν όλοι στη γειτονιά; Όχι σ’ αυτή, στην άλλη, εκεί που μεγάλωσες. Θυμάσαι πόσο περήφανοι ήμασταν για σένα; Θυμάσαι πόσο ανησυχούσαμε όταν χανόσουν από προσώπου γης και μετά εμφανιζόσουν και πάλι μ’ εκείνο το γαλήνιο προσωπάκι σου, που δε μας επέτρεπε ποτέ να σε μαλώσουμε; Θα έχουμε άσκημα ξεμπερδέματα με δαύτηνε, έλεγε ο πατέρας σου, αλλά δεν το έλεγε με ανησυχία, ήταν απλά σα να δήλωνε κάποιο γεγονός. Βγήκε αληθινός προφήτης, όχι πώς κι εγώ δεν τα περίμενα αυτά που θα μας έβρισκαν. Γιατί; Γιατί, ρε Λία μου; Γιατί δε μας άκουσες, δε μας υπάκουσες, μια φορά στη ζωή σου; Σε ό,τι αφορά τα σημαντικά εννοώ. Γιατί στα μικρά και τα ασήμαντα πάντα υπάκουγες πρόθυμα. Δε θέλω να σου γκρινιάζω, αλλά…»
Αφήνει ένα δάκρυ να κυλήσει στο μάγουλό της, και άλλο ένα. Η Λία δε λέει τίποτα. Δεν κάνει καμία κίνηση να την κλείσει στην αγκαλιά της, να την παρηγορήσει. Θα της περάσει. Πάντα της περνά. Να, τώρα θα βάλει το χέρι στην τσέπη του παλτού, θα βγάλει ένα παλιό μαντήλι, θα σκουπίσει τα δάκρυα και θα φυσήξει τη μύτη της και θα ηρεμήσει. Νιώθει τις ανάσες της να αποκτούν και πάλι τον κανονικό τους ρυθμό. Αρχίζει να ψιχαλίζει. Η κυρία Κατερίνα ανοίγει την ομπρέλα της και κολλά το κορμί της πάνω σ’ αυτό της κόρης, ώστε να προστατευτούν κι οι δυο απ’ τη βροχή. Δε θα φύγουν. Η ρουτίνα τους δε θα αλλάξει. Χειμώνα καλοκαίρι η διαδικασία είναι η ίδια. Λόγια, ανάσες και σιωπές. Η επαφή.
«Μού λείπει πολύ ο πατέρας σου, ξέρεις. Άλλον άντρα δε γνώρισα. Κι ήταν τόσο καλός. Καλά και σε αντέχει, με πείραζες εσύ. Μα δε με άντεχε, μ’ αγαπούσε. Απλά με αγαπούσε. Όπως και σένα. Πάει περισσότερος από ένας χρόνος από τότε που πέθανε κι ακόμη δεν έχω συνηθίσει στην απουσία του. Ξυπνάω το πρωί και τον ψάχνω δίπλα μου στο κρεβάτι, φτιάχνω καφέ και φαγητό για δύο, συνεχίζω ν’ αγοράζω την αγαπημένη του εφημερίδα κι ας μην τη διάβασα ποτέ. Λες να τρελαίνομαι; Αλλά… Ω, με ξέρεις εσύ! Ξέρεις πόσο δύσκολο μου είναι να ζω χωρίς κάποιον δίπλα μου. Δυστυχώς ο θεός δε με ευλόγησε με άλλα παιδιά. Ήθελα πολλά, για να μη μείνω ποτέ μόνη. Έτσι σκεφτόμουνα. Σάμπως και τα παιδιά θα έμεναν για πάντα μαζί μου. Δε θα έμεναν. Θα έφευγαν. Όπως έφυγες κι εσύ. Πολύ πιο νωρίς απ’ ό,τι περίμενα. Αλλά τουλάχιστον όταν έφυγες είχα ακόμη τον πατέρα σου, που κατάπινε αμάσητη τη γκρίνια μου, που ποτέ δεν ύψωσε τη φωνή του σε μένα. Όταν αρρώστησε, τρομοκρατήθηκα. Είναι θηρίο αυτός, έλεγα, θυμάσαι; Ήταν θηρίο, που όμως μέσα του έκρυβε μια κατάρα. Καρκίνος του εντέρου μας είπαν οι γιατροί. Και το μαρτύριο άρχισε. Από τον ένα κομπογιαννίτη στον άλλο, από το ένα νοσοκομείο στο επόμενο, χημειοθεραπείες, φάρμακα, ελπίδα και απελπισία. Κι εσύ να είσαι αλλού; Κι εκείνος να μου λέει να μη σε ειδοποιήσω, να μη σε ανησυχήσω, αυτό που έκανες ήταν σημαντικό. Ήμουνα θυμωμένη μαζί σου, κι ας μην ήξερες. Έπρεπε να είναι εδώ, σκεφτόμουνα, να σταθεί στο πλευρό μας, να βοηθάει εμάς κι όχι κάποιους ξένους στα πέρατα της γης… Στα πέρατα της γης. Ή μάλλον στο κέντρο της, την Αφρική, εκεί ήσουν…»
Η βροχή δυναμώνει, ο άνεμος σιγά σιγά ημερεύει. Νιώθει τα δάκρυα να φθάνουν ως τα μάτια της και να σταματάνε εκεί. Αλμυρή πλημμύρα να της θολώνουν το βλέμμα. Της αρέσει η βροχή. Από πάντα της άρεσε να κάθεται με τις ώρες και να την παρατηρεί. Να τη βλέπει να πέφτει και να ποτίζει τη γη, να φτιάχνει ρυάκια και ν’ ακολουθεί τους δικούς της δρόμους. Το χιόνι, αυτό δεν της άρεσε. Είναι τόσο λευκό που καταντά ιερόσυλο, σκεφτόταν. Τον ήλιο τον απεχθανόταν, αφού έριχνε περίσσιο φως στου κόσμου την ασκήμια. Παράξενη γυναίκα.
«Όταν τελικά πέθανε και σε ειδοποίησα να ’ρθεις, ένιωσα τον κόσμο μου ν’ αλλάζει για πάντα. Τώρα είναι όλα θολά μέσα μου. Οι αναμνήσεις εκείνων των ημερών. Σε εικοσιτέσσερις ώρες ήσουν κοντά μου κι ανέλαβες τα πάντα, αφού εγώ τα είχα εντελώς χαμένα. Με παρηγόρησες, με φρόντισες, κάθισες και άκουσες αδιαμαρτύρητα όλα όσα είχα να σου πω, αλλά είμαι σίγουρη, δεν το θυμάμαι αλλά είμαι σίγουρη, ότι μέσα μου ήμουνα θυμωμένη μαζί σου. Σού έριχνα ίσως το φταίξιμο γι’ αυτό που έγινε. Ίσως να πίστευα μέσα στο θρήνο και την προσωρινή μου τρέλα ότι εσύ θα μπορούσες να τον σώσεις. Αλλά πώς; Πώς να το έκανες αυτό; Αφού δεν μπόρεσαν να το κάνουν τόσοι και τόσοι ειδικοί εσύ, ένα νιο γιατρουδάκι, πώς να τα κατάφερνες; Τώρα, ενώ κάθομαι και τα σκέφτομαι όλ’ αυτά και στα λέω -ναι, ξέρω, ούτε πρώτη φορά, ούτε τελευταία- νιώθω λίγο ένοχη απέναντί σου. Ποτέ μου δε σε κατάλαβα τόσο καλά όσο ο πατέρας σου. Δε μας ανήκει η Λία, ανήκει στον κόσμο όλο, έλεγε εκείνος, κι όπως αποδείχτηκε είχε δίκιο. Το μόνο που το δίκιο αυτό με πλήγωνε. Ζητούσα πολλά, κόρη μου; πες μου, ζητούσα πολλά; Σε ήθελα κοντά μου, τίποτ’ άλλο…»
Ο ουρανός αστράφτει και βροντάει, αντανάκλαση της καταιγίδας που μαίνεται μέσα της. Μιας καταιγίδας που ξέσπασε τρεις μήνες πριν και δε λέει να κοπάσει. Σφίγγει το χέρι στην ομπρέλα που τις προστατεύει μέχρι που το νιώθει να μυρμηγκιάζει. Σφίγγει την άλλη γροθιά, μέχρι που παίρνει ένα αιμάτινο, ροδοκόκκινο χρώμα. Δεν είναι οργισμένη. Πονεμένη είναι. Και δεν ξέρει πώς άλλως ν’ αφήσει τον πόνο να δραπετεύσει απ’ το κορμί της.
«Τον θάψαμε, έμεινες μαζί μου για λίγο καιρό, σύντροφος και παρηγορήτρα, και μετά έφυγες. Με χρειάζονται, μου είπες, με τόση σιγουριά που δε σήκωνε αντίρρηση. Αλλά κι εγώ σε χρειαζόμουνα. Ήθελα να σ’ το πω, να σ’ το φωνάξω, μα δεν το έκανα. Σεβάστηκα την τελευταία επιθυμία του πατέρα σου. Άσε την να κάνει ό,τι αυτή θέλει, μου είπε, κι αν και δεν το ήθελα σε άφησα. Κι έμεινα μόνη. Και δυστυχώς δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Κόσμο ήξερα, αλλά φίλους ή φίλες, δεν είχα. Είτε πέθαναν, ή κίνησαν γι’ αλλού, κάποιοι απλά έπαψαν να υπάρχουν. Δεν μπορούσα να τριγυρνώ από σπίτι σε σπίτι αναζητώντας συντροφιά. Μάλλον θα ήταν καλύτερα αν κλεινόμουνα έστω και πρόωρα στο γηροκομείο, τότε θα είχα κάποιους ανθρώπους γύρω μου… Θυμάμαι… Θυμάμαι τι μου είπε μια γριά που μου διάβασε κάποτε το φλιτζάνι, προτού ακόμη γνωρίσω τον πατέρα σου. Ευλογημένη και καταραμένη είσαι, μού ψιθύρισε, μ’ αυτή τη σειρά. Αλλά δε μου εξήγησε το γιατί. Τώρα το ξέρω. Δίκιο είχε. Απίστευτο κι όμως αληθινό. Μέχρι πριν ένα χρόνο ζούσα μια ζωή ευλογημένη, με τον άντρα που αγαπούσα. Μέχρι πριν από τρεις μήνες… Μα δε θέλω να το σκέφτομαι. Τώρα κάθε Κυριακή πηγαίνω στην εκκλησιά και προσεύχομαι. Δεν ξέρω γιατί, αλλά απλά το κάνω. Ίσως να μου δίνει κουράγιο, να μου προσφέρει κάποια παρηγοριά αυτό που κάνω. Οι άλλοι με κοιτάνε με μάτια λυπημένα, σχεδόν με οίκτο, και νομίζουν πώς δεν το βλέπω. Όλα τα βλέπω, αλλά προσπαθώ να τα αγνοώ, δε θέλω να επιβεβαιώσω τις υποψίες τους. Πιστεύουν πώς είμαι τρελή αλλά, τι στην ευχή, ώρες ώρες το πιστεύω κι εγώ αυτό. Δεν εξηγείται αλλιώς το γεγονός ότι… Μα, όχι. Όχι! Ό,τι και να κάνω δεν είμαι τρελή. Ίσως οι πράξεις μου να μη χωράνε στη λογική τους. Η ρουτίνα μου, αυτή είναι που με κρατάει ζωντανή. Αν δεν ερχόμουνα εδώ κάθε μέρα και σου μιλούσα, αν δεν πήγαινα κάθε Κυριακή στην εκκλησιά, αν δεν κρατούσα τις αναμνήσεις ζωντανές, τότε ναι, θα τρελαινόμουνα…»
Η νεροποντή αρχίζει σιγά σιγά να υποχωρεί, σε λίγο σταματάει να βρέχει και οι αχτίδες του ήλιου ξεπροβάλλουν πού και πού δειλά πίσω από τα σύννεφα. Δεν μπορούν να τη ζεστάνουν, αφού η παγωνιά είναι μέσα της. Ακούει τα πουλιά που αρχίζουν όλο κέφι το τραγούδι της και για μια στιγμή χαμογελά. Για τη ζωή που συνεχίζεται.
Πλησιάζει μεσημέρι. Σηκώνεται απ’ το παγκάκι και παίρνει το δρόμο για το σπίτι της. Η κόρη της την ακολουθεί πάντα σιωπηλή.
«Έφτιαξα φασολάδα σήμερα. Νηστεύω το κρέας. Ό,τι δεν έκανα μια ζωή το κάνω τώρα. Αστείο δεν είναι; Ναι, καλά, δεν είναι ανάγκη να μιλήσεις, ξέρω τι θα μου πεις: γελοίο είναι! Αστείο. Γελοίο. Η πλάκα είναι ότι εσύ ποτέ δεν έτρωγες κρέας και να που τώρα πάω να σου μοιάσω. Σεβασμός στη φύση, μας έλεγες, κι ο πατέρας σου προσπαθούσε να κρύψει την περηφάνια του, κι ας ήταν γνωστός κρεατοφάγος. Κρυβόταν πίσω από τις λέξεις: και τα χόρτα η φύση τα φτιάχνει, σε πείραζε».
Φτάνουν στο σπίτι. Ανοίγει την πόρτα και μπαίνουν μέσα. Μυρίζει κλεισούρα. Σαν ένα μπαούλο που έκλεισε κάποιος παλιά κι από τότε δε βρέθηκε κανείς να ξανανοίξει. Τίποτα δεν έχει αλλάξει εκεί μέσα, λες κι ο χρόνος ακινητοποιήθηκε. Η αγαπημένη πολυθρόνα του πατέρα στη γωνία, το τασάκι στο τραπεζάκι στου σαλονιού, οι φωτογραφίες στους τοίχους, τα ίδια παλιά έπιπλα, δίχως ίχνος σκόνης πάνω τους. Σα να μην πέρασε μια μέρα. Από τότε που πέθανε ο πατέρας της. Από τότε που πέθανε κι εκείνη. Η μάνα της δεν της μιλά πια. Τι άλλο να της πει άλλωστε; Αφού γνωρίζει πολύ καλά τη δική της ιστορία. Αποστολή στο Αφγανιστάν με μια φιλανθρωπική οργάνωση, δουλειά σε καταυλισμούς και νοσοκομεία, εικόνες φρίκης από ακρωτηριασμούς γυναικών και διαμελισμένα πτώματα που έσπειραν γύρω τους παντού, οι επισκέπτες και οι ντόπιοι τρομοκράτες, η απαγωγή και η εκτέλεσή της.
«Εσύ τουλάχιστον άφησες κάτι πίσω σου φεύγοντας απ’ τη ζωή», ακούει τη μάνα της να της λέει με μια απόχρωση πίκρας στη φωνή. Χαμογελά. Κι ας μην το βλέπει αυτή. Την πλησιάζει. Θα ήθελε να μπορούσε να την αγκαλιάσει για μια τελευταία φορά. Δεν μπορεί, αλλά προσπαθεί. Βλέπει τα μάτια της να φωτίζονται. Κατάλαβε ότι είναι εκεί. Αυτό της είναι αρκετό. Αύριο θα είναι μια καινούρια μέρα, ίδια μα και διαφορετική, για την κυρία Κατερίνα.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου