Δευτέρα 18 Αυγούστου 2008

Τέλος Εποχής ΙΙΙ

Η ιστορία μας ήταν διαφορετική...
Μα, τι λέω τώρα;
Διαφορετικές δεν είναι όλες οι ιστορίες;
Αλλά να,
Η ιστορία μας ήταν η δική μας...
Η ιστορία μιας μεγάλης ψευδαίσθησης
Και πολλών μικρών διαψεύσεων.
Η ιστορία ενός μεγάλου πάθους
Και των παρενεργειών του.
Ω, δεν ξέρω τι λέω...
«Και πότε ήξερες;» θ’ αναρωτιέσαι εσύ.
Η αλήθεια είναι πώς πάντα,
Πάντα ήξερα τι έλεγα,
Τι ήθελα δεν ήξερα.
Μέχρι που σε γνώρισα και τότε έμαθα,
Έμαθα σκληρά αλλά και με κόπο πολλή τι
Στα σίγουρα ΔΕΝ ήθελα.
Δεν ήθελα εσένα και τ’ ακριβά σου δώρα,
Δεν ήθελα τη σκλαβιά που ήταν το
Τίμημα για την αγάπη σου,
Δεν ήθελα να χάσω όλα όσα ήμουνα
Για να σε δικαιώσω.
Δε θα σου ζητήσω να με συγχωρέσεις
Που κάποια νύχτα πικρή σε εγκατέλειψα.
Θα σου ζητήσω μονάχα να ψάξεις να βρεις
Στα βάθη του χρόνου ποια ήμουν,
Τι σου έλεγα πώς πάντοτε ζητούσα.
Και τότε θα καταλάβεις ότι ποτέ δεν πρόδωσα εσένα,
Αλλά παρά μόνο τον εαυτό μου,
Εκείνον που σκότωσα για να ’μαι μαζί σου...

υ.γ. να που ανέβασα και τρίτη συνέχεια στο Τέλος Εποχής αν και δεν υπολόγιζα να το κάνω. Δε νομίζω να υπάρξει τέταρτη αφού, χρόνου επιτρέποντος, από σήμερα μάλλον θα καταπιαστώ με τη συγγραφή ενός εκτενούς κείμενου που θα καταπιάνεται με το πιο πάνω θέμα.

Κυριακή 17 Αυγούστου 2008

Ο Αληθινός

Τρελός; Όχι! Όχι δεν ήτανε τρελός, κάθε άλλο, αληθινός ήταν. Τόσο αληθινός που φάνταζε ψεύτικος. Ψεύτικος σαν τη συνείδησή μας. Τη συνείδησή μας που μοναχά εκείνος ξυπνούσε. Την κακία μας που κοίμιζε. Την καλοσύνη μας που έβαζε πάντα δίχως να προσπαθεί σ’ επιφυλακή. Ο δαίμονας κι ο άγγελός μας. Αυτό ήταν. Κι άλλα πολλά. Πολλά και παράξενα, που δύσκολο πολύ είναι για τα λόγια να περιγράψουν. Ένας άντρας που είχε μείνει παιδί, κάποιος που δεν έχασε ποτέ την αθωότητά του, κάποιος που πίστευε τ’ απίστευτα και τα έκανε πιστευτά, ένας δυσλεκτικός, λίγο αργόστροφος, αλλά πάντοτε δουλευταράς και χαμογελαστός άνθρωπος. Αυτός ήταν ο Πετρής.
Η αλήθεια είναι ότι δεν τον βλέπαμε πάντα έτσι, δε βλέπαμε την αλήθεια του, λειψοί καθώς ήμασταν τότε στα μυαλά του χωριού μου οι άνθρωποι. Όσο ήταν μικρός όλοι σχεδόν τον αποφεύγαμε, ενώ κάποιοι τον κορόιδευαν κιόλας, φευγάτος καθώς ήταν. Αλλά, σαν πέρασε ο καιρός και πια τον συνηθίσαμε, συμβιβαστήκαμε με τα κουσούρια του, άρχισε με τον τρόπο του να μας δίνει περισσή χαρά και τον αγαπήσαμε. Ήτανε τόσο άκακος και τόσο ονειροπαρμένος, που πολλές φορές μας έπιανε εξ’ απροόπτου μ’ αυτά που είχε να μας πει. Κάθε απόγιομα, ανέκκλητα, όταν μαζεύονταν όλοι οι σερνικοί στον καφενέ για το σκόλασμα της μέρας, ερχότανε καμαρωτός-καμαρωτός κι αυτός εκεί για να μας πει τις ιστορίες του, για να μας περιγράψει τα τρελά ονείρατά του.
Τον ακούγαμε με προσοχή όλοι οι χωριανοί αφού όλο για πράματα θαμαστά και περίεργα μάς μιλούσε. Τη μια μάς έλεε πώς κάποια μέρα θα πετάξει -το είδε, λέει, στ’ όνειρό του- την άλλη τον καιρό προέβλεπε και δεν έπεφτε λιαχτίδα ή βροχής σταγόνα έξω, ενώ πού και πού μάς μίλαε και για γυναίκες παράξενες και διάφανες, βγαλμένες από ’να άλλο κόσμο λες ή από το παρελθόν, που τον επισκέφτονταν καθώς περιπλανιόνταν στα χωράφια, ή και πολλές φορές καθώς κοιμόταν.
Φυσικά, κανείς μας δεν πίστευε όλα όσα εκείνος έλεε εκτός από τα αποδεδειγμένα. Αλλά, εκείνον, φύση αγαθή, καθόλου δεν τον ένοιαζε αν τον πιστεύαμε ή όχι, φτάνει που όλοι τον άκουγαν και τον αγαπούσαν. Ναι, αυτό μετρούσε, καθώς ο ίδιος αγαπούσε πολύ την αγάπη. Κάθε τόσο όταν κάποιος από μας τον ρώταε τι κάνει, αγαπώ, απαντούσε και φωτίζονταν το πρόσωπό του και η φύση όλη απ’ της άσπιλης αθωότητας το πιο πλατύ κι αληθινό χαμόγελο.
Πού και πού, ωστόσο, δημιουργούσε, έστω άθελά του, και κάνα πρόβλημα, αφού δεν μπορούσε να καταλάβει-στο κεφάλι του μέσα καθώς ζούσε- ότι πέρα απ’ την αλήθεια υπάρχει και το δόλιο το ψέμα, κι έτσι ό,τι άκουε το μετέφερε κι αλλού, το διαλαλούσε σαν κάτι το μοναδικό και όμορφο, κι ας μην ήταν τέτοιο. Γι’ αυτόν δεν υπήρχαν μεγάλα μυστικά, κρυφές οδύνες, αλλά ούτε κι η κατάρα της υποκρισίας, αφού ήταν Ο Αληθινός, όπως έλεε κι η συγχωρημένη η Ελένη. Ο μοναδικός αληθινός άνθρωπος που είχαμε την τύχη και την τιμή να γνωρίσουμε.
Μα, δεν τον αγαπούσαν μοναχά οι άνθρωποι, αλλά κι όλα τ’ άλλα ζωντανά: τα πουλιά, τα ζώα, ακόμη θα έλεγε κανείς και τα μυρμήγκια. Με όλους και όλα μιλούσε. Λες και ήξερε ολονών τη μυστική τη γλώσσα. Έτσι, όπου κι αν βρισκότανε, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή της νύχτας, πάντοτε κάποια ζώα ή μερικά πουλιά ή κι έντομα, μαζεύονταν κοντά του – ξεκουράζονταν δίπλα του, από πάνω του ή στη σκιά του. Τα χάιδευε όλα κι ημέρευαν, τους μιλούσε κι έμοιαζαν να τον ακούν προσεκτικά, να τον υπακούνε. Πιότερο, όμως, απ’ όλα αγαπούσε τα πουλιά, ένιωθε πως ελεύθερα καθώς ήταν εκείνα του έμοιαζαν πολύ, μαζί τους ξόδευε πιότερο το χρόνο του κι όλο τους υποσχόταν πώς μαζί τους κάποια μέρα σύντομα θα πετούσε.
Ήταν ένα αστείο θέαμα, παράταιρο πολύ, να βλέπεις ένα γίγαντα, σαν τον Πετρή, να παίζει όλο χαρά μέσα στις λάσπες με τα ζα και να κάνει όνειρα τρελά πώς θα πετάξει, αλλά να, -πώς να το πω;- η αλήθεια είναι ότι πού και πού νιώθαμε να φουντώνει μέσα μας και να μάς πυρπολά ο δαίμονας της ζήλιας. Ναι, τον ζηλεύαμε εμείς οι μικρόψυχοι πολύ, για τη γαλήνη του και για την καλοσύνη, για την αγάπη που ξεχύνονταν σαν ποταμός, με άφθονο δροσιστικό νερό, από την ύπαρξή του, για τον τρόπο που κοιτούσε τη ζωή ενώ εμείς βαρυγκωμούσαμε, για τη χαρά του. Ω, ατέλειωτη ήταν η χαρά του – λες σαν τον χρόνο τον ίδιο. Χαιρόταν επειδή ζούσε, επειδή περπατούσε, επειδή υπήρχε ο ήλιος, το φεγγάρι κι όλα τα ζωντανά, επειδή η φύση ήταν τόσο όμορφη και -ήμαρτον κύριε, έλεε, πώς του- τραγουδούσε, επειδή...
Εμείς, οι φτωχοί οι άνθρωποι, οι τυφλοί στις χαρές της ζωής κι όλες τις χάρες, χωμένοι καθώς ήμασταν μες στις σκοτούρες και όλα τα πρέπει μας, πώς θα μπορούσαμε ποτέ να τον μιμηθούμε; Αδύνατον! Έτσι παραμέναμε αμίλητοι, βουβοί, της ζωής του το μέγα θαύμα να παρατηρούμε.
Κι είδαμε το πρόσωπό του ν’ αρχίζει με τον καιρό να λούζει μια λάμψη απόκοσμη, μοναδική, λες κι ώρα την ώρα ντύνονταν όλο και πιο πολύ με της σοφίας τα δώρα. Έμοιαζε μπρος στα μάτια μας να μεταμορφώνεται σ’ ένα νιο γέροντα σοφό, κι ας μην πάτησε ποτέ του στο σκολειό, κι ας μην περπάτησε στα μονοπάτια της αλφαβήτας. Έγινε πια τόσο ήρεμος που σου ’σπαζε τα νεύρα. Τον βρίσκαμε πολλές νυχτιές να κάθεται στου ρυακιού την όχθη και ν’ αφουγκράζεται το νερό να κυλάει απαλά και να χάνεται στου σκοταδιού τα βάθη, καθώς τα βατράχια κόβαν βόλτες πάνω στα πόδια και μέσα στις παλάμες του, κι άλλες στην κορυφή του διπλανού βουνού, έξω απ’ το ξωκλήσι της Αγιάς Κυριακής, να πιάνει κουβέντα με τις κουκουβάγιες και τ’ άλλα νυχτοπούλια, κι όλο να ψιθυρίζει: Θα πετάξω... Θα πετάξω...
Μα, όσο ονειροπόλος κι αν ήταν ο Πετρής, άλλο τόσο ήτανε δουλευταράς και με γερή την κράση. Έτσι, τον παίρνανε μαζί τους για δουλειά, με τη σειρά, όλοι οι χωριανοί, ανάλογα με την ανάγκη. Τη μια εμάζευε ελιές, την άλλη έσκαφτε λάκκους, την παράλλη έβοσκε τα ζα ή έκοβε σταφύλια, και περνούσαν οι μέρες του νερό. Τόσο καλός που ήτανε έδινε χαρά μεγάλη στη δόλια του τη μάνα.. Φοβότανε, βλέπετε, παλιά η καψερή, πως δε θα έβρισκε ποτέ απ’ το λειψό παιδί χαΐρι. Αλλά, μετά μεγάλωσε για να τη διαψεύσει, και να γίνει αυτός το μοναδικό το φως μες στην πικρή ζωή της.
Μα, αλί, κρυφή αρρώστια έτρωγε της γυναίκας αυτής τα σωθικά και στα πενήντα χρόνια της, κάπου εκεί, ξεψύχησε, τον άφησε μονάχο. Ράγισε ο καημένος ο Πετρής, κι ένας πόνος ασήκωτος, που δεν ένιωσε πριν ποτέ, του ξέσκισε σα μαχαιριά αόρατη κι οδυνηρή πολύ τα σπλάχνα. Για πρώτη φορά τον είδαμε να κλαίει αφόρητα και με λυγμούς, και τον σπαραγμό του έμοιαζε να μοιράζεται όλ’ η φύση. Ο θρήνος του έγινε θρήνος του θεού κι ολόκληρης της πλάσης.
Μετά την κηδεία μαζωχτήκαμε όλοι οι χωριανοί στον καφενέ για να βρούμε τρόπο κατάλληλο να του συμπαρασταθούμε. Σύντομα συμφωνήσαμε ότι θα ήταν άδικο και κρίμα απ’ το θεό μεγάλο να τον αφήσουμε μόνο. Έτσι αποφασίστηκε μια γυναίκα να μαγειρεύει κάθε μέρα και γι’ αυτόν φαΐ, κάθε τόσο τα λιγοστά τα ρούχα του να πλένει και το έρμο το φτωχό σπιτάκι του να καθαρίζει.
Σιγά-σιγά με την αγάπη μας και την πολλή στοργή, άρχισε να ξεπερνά τον οδυνηρό πολύ τον πόνο και τ’ αγαθό του πρόσωπο πήρε να γαληνεύει. Αλλά, το βλέμμα του έμοιαζαν τώρα να καλύπτουν αόρατες σκιές, όλο και πιο απλανές γινόταν, κι όλοι φοβόμασταν πως σύντομα θα έχανε τελείως τα λογικά του.
Περνούσε όμως αβίαστα κι ατάραχα ο καιρός, κι οι φόβοι μας μέναν φόβοι. Έτσι, το χαμογέλιο έγινε και πάλι μόνιμός του συνοδός και για τη νέα του ζωή φαίνονταν νάστηνε τρελό χορό η άλλη μάνα του, η φύση. Πάνω απ’ του φτωχικού του σπιτιού την ξώπορτα φτιάξαν φωλιές αμέτρητα πουλιά, απ’ τα ταξιδιάρικα και τ’ άλλα, ενώ στην πίσω την αυλή μοναχά τους, λες, ξεφύτρωσαν αμέτρητα, κάθε λογής λουλούδια. Η δικιά του η χαρά που επανέρχονταν έμοιαζε να ’χει πια για τα καλά δεθεί με τη χαρά της πλάσης.
Ήταν μια μέρα καλοκαιρινή της Κυριακής, όταν τον είδαμε να διασχίζει τρέχοντας όλο το χωριό, απ’ άκρη σ’ άκρη, κι όλο χαρά θα πετάξω, θα πετάξω, να φωνάζει. Χαμογελάσαμε όλοι πλατιά με τα καμώματά του και συνέχισε ο καθείς το δρόμο του, πηγαίνοντας όπου αγαπούσε. Είχαμε συνηθίσει πια του Πετρή μας τις παραξενιές και ό,τι και αν έκανε εμάς απλά μας έβγαζε λίγο απ’ τη βολή και τίποτ’ άλλο.
Αλλά, την επομένη δεν τον είδε κανείς να περιδιαβαίνει το χωριό κι αυτό παράξενο πολύ μας εφάνη. Σαν πέρασε κι η παράλλη μέρα κι αυτός παρέμειν’ άφαντος, τότε τρομάξαμε για τα καλά, φοβηθήκαμε πως μέγα κακό τον βρήκε και βγήκαμε όλ’ οι χωριανοί στη γύρα για τον βρούμε. Μετά από πολλές ώρες μάταιο ψάξιμο και αγωνία μεγάλη, κάποιος σκέφτηκε και πρότεινε πάνω στο βουνό, στο εκκλησάκι της Αγιάς Κυριακής ν’ ανεβούμε.
Μόλις φτάσαμ’ εκεί είδαμε τα ρούχα του πεταμένα στο χώμα όλα, και δίπλα ακριβώς απ’ αυτά, δυο μεγάλα σαν τα χέρια μας λευκά φτερά μαλαματένια. Μεμιάς όλοι κοιτάξαμε ψηλά και μ’ ανοικτό το στόμα γρικήσαμε ένα τεράστιο λευκό πουλί, που έμοιαζε να ’χει του ανθρώπου το κορμί, προς τον καυτό τον ήλιο μ’ απλωτές, σαν κύμα οπτασίας απαλό, αγέρωχα να κολυμπάει.

Υ.γ. Τρίτο «ξανακοιταγμένο» παραμύθι από τις Αληθινές Μυθιστορίες μου

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

Τέλος Εποχής ΙΙ

Αντί απαντήσεων στα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης:
Πάνε λίγες μέρες που τον εγκατέλειψε
-εγκατάλειψη, λέξη σκληρή, μα αναγκαία-
Και είναι ήδη στα πάνω της.
Κι εκείνος στα πάνω του θα ’ναι,
Είναι σίγουρη γι’ αυτό.
Ήταν σίγουρη απ’ τη στιγμή που αποφάσισε να φύγει,
Αφού τον ήξερε καλά,
Πολύ καλύτερα κι απ’ τον εαυτό του.
Αν του έλεγε την αλήθεια,
Αν του έλεγε πως έφευγε επειδή απλά δεν τον άντεχε,
Σίγουρα θα τον έπιαναν τ’ αυτοκτονικά του,
Θα έπεφτε σε κατάθλιψη βαριά και ανεπίτρεπτη.
Ενώ τώρα...
Ενώ τώρα θα την έχει ξεπεράσει ήδη,
Κι ας υποστήριζε ότι την αγαπούσε πιότερο
Απ’ την ψυχή του στην ίδια.
«Ποιος ξέρει που περιπλανιέται τώρα
και ποια αναζητά;» αναρωτιέται.
Στους διαδρόμους της ζωής ή στα σοκάκια
Του διαδικτύου άραγε;
Όχι πως έχει σημασία – όχι πια.
Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι έφυγε και σώθηκε,
Κι εκείνος θα την ξεχάσει,
Όπως και όλες τις γυναίκες που άλλοτε διαλαλούσε
Πως αγάπησε με αιώνια, με ακατάλυτη αγάπη.
Τώρα αυτή θα ζήσει μέσα στις αλήθειες της,
Και θ’ αφήσει εκείνον να συνεχίσει να πορεύεται
Μέσα στα ψέματά του...

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2008

Τέλος Εποχής

Για μια ακόμη φορά έφτασ’ η ώρα να φύγει.
Αλλά να, δεν ξέρει πως να του το πει.
Μοιράστηκαν πολλά οι δυο τους,
Όμορφα λόγια, απέραντες σιωπές,
Τσακωμούς αμίλητους και κρυφές μαχαιριές.
Το τέλος, ωστόσο, όλο και πιο πολύ πλησιάζει,
Το νιώθει σαν ανάσα στ’ αυτί της,
Σα φωτιά της καίει τα σωθικά.
Δεν μπορεί να του πει την αλήθεια,
Όχι, δεν μπορεί,
Αφού είναι σκληρή και θα τον πληγώσει.
Δε θα του πει ότι τον βαρέθηκε,
Ότι βαρέθηκε αυτόν και την αιώνια γκρίνια του,
Πως δεν αντέχει πια να τον ακούει να λέει
Πόση δουλειά έχει
Και να τον βλέπει
Να μην κάνει απολύτως τίποτα.
Όχι, τίποτα σκληρό δε θα του πει,
Άκαρδα λόγια δε θα ξεφύγουν απ’ τα χείλη της.
Απλά θα επικαλεστεί την ανάγκη της για απομόνωση,
Θα πει ότι πρέπει να μείνει μόνη
Για να μπορέσει να εμπνευστεί και να δημιουργήσει ξανά,
Θα αφήσει να εννοηθεί ότι κάποια μέρα
Ίσως να επιστρέψει και πάλι κοντά του,
Κι ας γνωρίζει πολύ καλά πως δε θα το κάνει.
Δε θα είναι δύσκολος αυτός ο χωρισμός,
Εύκολος θα είναι για την ίδια πολύ,
Κι ευπρόσδεκτος σαν ευλογία.
Θα είναι σα να πετά, επιτέλους, από πάνω της τ’ αόρατα δεσμά
Ενός αδιέξοδου έρωτα και ν’ ανοίγει φτερά
Για τους παραμυθένιους ουρανούς των ονείρων της.
Ναι, πρέπει να τον αφήσει
Για να ζήσει.

Τρίτη 12 Αυγούστου 2008

Το Τίμημα

Ήταν παιδί ατίθασο, μοναδικό, ανήσυχο – γεννήθηκ’ έτσι. Απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή που βρέθηκε σ’ ετούτη τη γη, απ’ όταν πρωταντίκρισε με μάτια υγρά και θολωμένα αυτό τον κόσμο, έμοιαζε να διψά αφόρητα, οδυνηρά και με παράπονο πικρό, για ελευθερία. Έβλεπε, καθώς ήταν μικρούλι, τους γονείς και τ’ αδέλφια του να πηγαίνουν ελεύθερα παντού κι ωραία, τίποτα να μην τους στέκεται εμπόδιο, κανείς να μην τους περιορίζει, κι αυτό ζήλευε αμίλητα, με πάθος που έβγαινε σαν άναρθρη κραυγή και του χαράκωνε τα νεανικά του στήθια.
Κάθε μέρα, όλη μέρα, του ’λεγαν οι γονείς να κάνει υπομονή και όλα μια μέρα θα συμβαίναν, ότι ήταν ακόμη μικρό πολύ για ν’ απολαύσει τη δική τους την ελευθερία, μα εκείνο που ν’ ακούσει. Ακατανόητα, τρελά, δίχως καμιά ουσία, θεωρούσε τα λόγια τους και ναι, μες στης νιότης του την άγνοια βαθιά τους περιφρονούσε. Δεν καταλάβαινε τι εννοούσαν οι μεγάλοι, ή, ίσως και ν’ αρνιότανε να καταλάβει. Και έτσι, δώστου κλάμα κι άλλο κλάμα, και προσπάθειες μεγάλες, αλλά μάταιες, για ν’ απελευθερωθεί απ’ της αδυναμίας τα δεσμά, για να ξεφύγει απ’ της σκλαβιάς -όπως μες στη μεγάλη αθωότητά του σκέφτονταν- το σπίτι.
Ωστόσο, όλοι οι κόποι, τα δάκρυα και τα παράπονά του, σε τίποτα δεν τον ωφελήσαν. Οι προσπάθειές του όλες πήγαν του βρόντου. Πολλές φορές σ’ ετούτη τη ζωή είναι πράγματα που φαντάζουν πέρα απ’ τις δυνάμεις σου, μα κάποτε τα πετυχαίνεις. Αλλά είναι και κάποια άλλα που δε γίνοντ’ εύκολα, κι ας σου περισσεύει ο θάρρος και ο τσαμπουκάς, αφού εκείνα ακολουθούν δικούς τους νόμους, ξέχωρους, και στην πολιτεία τους -αν δεν έρθει ο καιρός- δύσκολα πολύ θα σε υποδεχθούνε.
Μαράζωνε, λοιπόν, κάθε μέρα το παιδί, μαράζωναν άλλο τόσο κι οι κακόμοιροι γονιοί του – τόσο πεισματάρικο που ήταν. Του έλεγαν να είναι φρόνιμο και να τους υπακούει, να μη βιάζεται καθόλου, το φαΐ του να τρώει με χαρά, για να μεγαλώσει και να γίνει δυνατό, και να κάνει ό,τι ονειρεύεται αληθινό. Αλλά, εκείνο πάντα εκεί, να ψάλλει το ίδιο τροπάρι, να πεισμώνει, να δακρύζει και ν’ ανυπομονεί. Και να ’λεγε κανείς πως δεν το αγαπούσαν; Κάθε άλλο. Στα όπα όπα το ’χαν οι δικοί, ποτέ τους δεν του χάλαγαν χατίρι μα, μαθές, πώς να κάνουν να συμβεί τ’ αδύνατο που τους ζητούσε;
Κάποια μέρα απ’ τις πολλές που έζησε, μα στο βουνό του χρόνου τις λειψές και λίγες, αποφάσισε πως ήταν πια έτοιμο το δρόμο των γονιών του και των άλλων των μεγάλων, εκείνον που νόμιζε της λευτεριάς, ν’ ακολουθήσει. Έτσι όταν φύγανε αυτοί, ξεκίνησε κι εκείνο το μικρό με δύναμη και σιγουριά πολλή να ξεπορτίσει. Αλλά...
Μπρος στην πόρτα μου το βρήκα να κείτεται νεκρό εκείνο το ελαφρύ σαν τίποτα, το όμορφο σαν παραμυθιού εικόνα πλασματάκι. Σα βγήκε απ’ τη φωλιά, στάθηκ’ αδύνατο -καταπώς φαίνεται- να το κρατήσουν τα φτερά και τη μεγάλη βουτιά από ψηλά έκανε του θανάτου. Δεν ήξερε το χελιδόνι το μικρό, ότι το τίμημα της λευτεριάς είν’ ακριβό και δύσκολο πολύ να τ’ αποχτήσεις.
υ.γ. Το δεύτερο ξαναγραμμένο "παραμύθι"

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2008

Michael Connelly – The Lincoln Lawyer

Το Lincoln Lawyer, όπως άλλωστε υποδεικνύει κι ο τίτλος, είναι ένα δικαστικό-δικηγορικό θρίλερ.
Είναι η ιστορία του Μίκι Χάλερ, ενός δικηγόρου που διεκπεραιώνει τις περισσότερες υποθέσεις του, κινούμενος στη διάρκεια της ημέρας από το ένα μέρος στο άλλο, με τη βοήθεια μιας Λίνκολν. Οι δουλειές του τον τελευταίο καιρό είναι πεσμένες, κι απλά εύχεται να βρει στο δρόμο του κάποια μεγάλη υπόθεση που θα τον «ξελασπώσει», όπως και τελικά συμβαίνει.
Ο πελάτης που αναλαμβάνει να υπερασπίσει είναι ένα πλουσιόπαιδο που κατηγορείται για την άγρια κακοποίηση μιας γυναίκας. Στην αρχή όλα μοιάζουν να πηγαίνουν καλά, και τα λεφτά που τόσο έχει ανάγκη δείχνουν να τον πλησιάζουν όλο και πιο πολύ, αλλά όπως λέει κι η παροιμία: «πίσω έχει η αχλάδα την ουρά». Τι εννοούμε μ’ αυτό; Ε, να, ο πελάτης, που στα μάτια του στην αρχή φαντάζει αθώος, το θύμα κάποιας σκοτεινής πλεκτάνης, δεν είναι τελικά αυτό που δείχνει. Καθώς ο δικηγόρος βήμα το βήμα κτίζει την υπόθεσή του, εκείνος μοιάζει να έχει μια διαφορετική ατζέντα και πολλά φοβερά μυστικά, τα οποία δεν είναι πρόθυμος να μοιραστεί με τον πρώτο.
Ο Κόνελι καταφέρνει μέσα από μια ρέουσα πλοκή να φτιάξει ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων, με ήρωες γεμάτους πάθη και αδυναμίες.
Εδώ δεν υπάρχουν σκληροί κι ανίκητοι μπάτσοι, ούτε και κάποιου είδους διάνοιες. Το βιβλίο, ωστόσο, ξεχειλίζει από ήρωες χειραγωγητές ή, αν προτιμάτε, εκμεταλλευτές – ανθρώπους που γνωρίζουν πράγματα και γεγονότα, ειδικούς στο δικαστικό σύστημα και την ανθρώπινη φύση, που μοιάζουν ικανοί να κάνουν το καθετί για να κερδίσουν. Κι ο Χάλερ, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι ένας απ’ αυτούς. Και ακριβώς για τούτο πού και πού μας θυμίζει τον αγαπημένο μπάτσο-ήρωα του συγγραφέα, τον Χάρι Μπος.
Αν σας αρέσουν τα δικαστικά θρίλερ του Τζον Γκρίσαμ σίγουρα θα σας αρέσει και τούτο το βιβλίο, με τους γοργούς ρυθμούς και τις πολλές ανατροπές του.Και σε μια προσωπική νότα: Δύο μόνο τίτλοι (που βρίσκονται καθοδόν) μου απομένουν για να ολοκληρώσω τη βιβλιογραφία του Κόνελι. «Αξίζει τον κόπο;» θα με ρωτήσει κανείς. Αν σας αρέσει η αστυνομική λογοτεχνία, σίγουρα,» θ’ απαντήσω.

Σάββατο 9 Αυγούστου 2008

Το Τάμα

«Θεέ μου, τι σου έφταιξα; Τι αμαρτίες έχω και πληρώνω; Πάντα δίκαιος και καλός άνθρωπος δεν ήμουνα; Μήπως έβλαψα ποτέ κανένα; Μα, γιατί; Γιατί δοκιμάζεις τόσο σκληρά την πίστη μου;»
Μέγα κακό βρήκε το σπίτι του, κι ο Γιώργης δεν ήξερε πως να αντιδράσει, αμάθητος καθώς ήταν. Έτσι τη μια το έριχνε στο πιοτό, την άλλη στη σιωπή και την παράλλη στην οργή και στο βρισίδι, κάποια φορά μάλιστα έφτασε να κτυπήσει και τη δόλια τη γυναίκα του, μα φυσικά δεν ξεφορτώθηκε το βάρος του, δε βρήκε σωτηρία. Μια ζωή στα ίδια και τα ίδια είχε συνηθίσει κι αυτός ο κακομοίρης, και τώρα που η πλανεύτρα μοίρα η άκαρδη του ’παιξε σκληρό παιχνίδι, βάλτωσε, τα έχασε, σκοτείνιασε το βλέμμα και μαράζωσε η ψυχή του.
Οι γιατροί σήκωναν τα χέρια ψηλά, τα παραδοσιακά γιατροσόφια δεν έφερναν κανένα απολύτως αποτέλεσμα, οι ξερόλες έχασαν τη μιλιά τους, όλοι ήταν σίγουροι ότι το παιδί του, έτσι απλά, θα σιγόσβηνε και θα πέθαινε. Θα πέθαινε το καμάρι του προτού καν προλάβει να ζήσει τη ζωή, προτού να τη ρουφήξει. Πώς να αντέξει την ιδέα αυτή και να μη χάσει τα λογικά του; Πώς; Αδύνατον!
Ένα πανέμορφο λουλούδι ήταν το παιδάκι του, μια νεράιδα του κάμπου, ένα κορίτσι που στην εφηβεία του άνθισε σα μυγδαλιά, προτού πάρει να ξεραίνεται σαν στάχυ, ένα ρυάκι με κελαρυστό νερό, το υφαντό του ουρανού μες στο απέραντο σκοτάδι. Κι όμως χανόταν κι έσβηνε και όλο πιο πολύ ψυχορραγούσε.
Μα πώς να βρεθεί η γιατρειά αφού ούτε ο ίδιος, μήτε η γυναίκα του, ούτε οι γιατροί και οι κάθε λογής οι τσαρλατάνοι, δεν καταλάβαιναν ότι από αρρώστια της ψυχής έλιωνε το κορίτσι; Κάτι τέτοιο, τρομερό, ξεπερνούσε αόρατο και με ορμή τη φτωχική τους φαντασία. το πως δηλαδή μια κόρη πάνω στης νιότης της το άνθος, θα μπορούσε ποτέ να άφηνε με πείσμα, θεληματικά, τη φλόγα της ζωής να σβήσει.
Έτσι, αφού είδαν απόειδαν με τη γυναίκα του και βάλσαμο δε βρήκαν, είπαν να επιστρατεύσουν κι αυτοί τα μέσα τα μεγάλα, να στραφούν στη μάνα τη μοναδική που μπορούσε να προσφέρει ίαση ή μια κάποια ελπίδα, την Παναγία. Είχε κι εκείνη παιδί, σκέφτονταν, σίγουρα θα τους βοηθούσε. Έπιασαν, λοιπόν, τις προσευχές, κρεμάστηκαν με νύχια και με δόντια από πάνω τους, και κάναν κι ένα τάμα. Αν γινόταν, λέει, καλά η μικρή, θα έφτιαχναν ένα κερί στο μπόι της αφιέρωμα στην Παναγία. κι ο πατέρας με τα πόδια θα ανέβαινε στην κορφή του μεγάλου βουνού, που ήτανε η εκκλησιά, για να το πάρει.
Περνούσε γρήγορα ο καιρός, μέσα στον πόνο και την ανησυχία, και καθώς δίναν και παίρνανε οι προσευχές, κατέφθασε ολόλαμπρη η άνοιξη με τα πλήθια της τα δώρα. Ο ερχομός της βοήθησε καταπώς φαίνεται να φτιάξει ο καιρός και μες στην καρδιά του μαραζωμένου κοριτσιού, που θέλησε και πάλι ν’ αδράξει με περισσή ορμή, τον παλμό ζωής που της αναλογούσε. Έτσι, προτού περάσει χρόνος πολύς η ομορφιά πήρε σαν νιος ταξιδευτής να επιστρέφει, να της χαϊδεύει το πρόσωπο και την ψυχή, να της ξυπνά στο είναι της όλο κρυφά όνειρα κι ανομολόγητα πάθη.
Για μέγα θαύμα μιλήσαν οι θανατοαγγιγμένοι οι γονιοί, και βούιξε όλο το χωριό απ’ το καλό μαντάτο. Αλλά, μια φίλη της κόρης γκαρδιακή, για άλλο θαύμα μονολοούσε. Επέστρεψε, λέει, στο χωριό ο νιος που εκείνη αγάπησε πολύ, μα που την είχε μήνες πριν σκληρά εγκαταλείψει. Μα, έμειναν τα κρυφά κρυμμένα.
Γι’ αυτό και όταν επιτέλους η ξανανιωμένη κοπελιά σηκώθηκε για τα καλά απ’ το κρεβάτι, είπε κι ο κύρης της στην Παναγιά το τάμα του να εκπληρώσει. Έτσι παράγγειλε ομοίωμα κεριού στο ύψος του παιδιού, και μια λιόλουστη Κυριακή ξεκίνησε για τον προορισμό του. Αλλά, σαν έφτασε με τ’ αμάξι του στα ριζά του βουνού σκέφτηκε πως αφού το κορίτσι ήταν πια καλά, δε θα την επείραζε την κυρά την Παναγιά, αν δεν ανέβαινε όλο εκείνο το θεριό με τα πόδια. Πήρε, λοιπόν, με τ’ αυτοκίνητο ν’ ανεβαίνει λίγο βιαστικά το φιδογυριστό το δρόμο. Ωστόσο, σε μια περίεργη στροφή του ξέφυγε το τιμόνι, τον έλεγχο έχασε του αμαξιού και πάνω στην κόψη του βουνού τράκαρε μ’ ορμή και βία. Λίγο τραντάχτηκε, τρόμαξε λίγο, αλλά ήταν καλά, δεν έχυσε ούτε μια σταγόνα αίμα. Βγήκε, λοιπόν, έξω και κοίταξε τη μούρη τ’ αμαξιού, μεγάλη η ζημιά, μα τι να γίνει; Έριξε μία βλαστημιά, στο στραπατσαρισμένο του όχημα μπήκε ξανά και κούτσα-κούτσα, με περισσή επιμονή, κατάφερε να το ξεκινήσει.
Πήρε ν’ ανεβαίνει και πάλι προς την κορυφή, την εκκλησιά, εκεί που έπρεπε ανέκκλητα να φτάσει.
Η ξύλινη και γέρικη πόρτα της ήταν κλειστή και κλειδαμπαρωμένη, μα να, σα να του φάνηκε ότι από πίσω της ακούγονταν παράξενοι, παράταιροι και θρηνητικοί κάποιοι ύμνοι. Αυτό τον ξένισε πολύ, αλλά δεν ήξερε τι άλλο να σκεφτεί, έτσι πήρε την πόρτα να χτυπά, για να μπει επιτέλους μέσα στο ναό, το χρέος του να ξεπληρώσει. Σχεδόν αμέσως του άνοιξε, με πρόσωπο αβάστακτα λυπημένο, μια μοναχή γριά ντυμένη μ’ άσπρο ράσο.
«Τι γίνετ’ εδώ, μητέρα;» τη ρωτά.
«Μα, η κηδεία σου θαρρώ, παιδί μου!» απαντήσ’ εκείνη.
υ.γ. Αυτή είναι η πρώτη από μια σείρα δώδεκα ιστοριών που μοιάζουν με παραμύθια. Τις είχα πρωτογράψει πριν έξι χρόνια και τώρα πήρα να τις "ξανακοιτώ" κάνοντας κάποιες βελτιώσεις.

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2008

Philip Pullman – The Amber Spyglass

Το Amber Spyglass είναι το πιο χορταστικό από τα βιβλία της τριλογίας His Dark Materials. Σ’ αυτό ο Φίλιπ Πούλμαν αναλαμβάνει να δώσει τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, και να λύσει όλους σχεδόν τους γρίφους που έθεσε στους προηγούμενους δύο τόμους.
Περιπέτεια, μυστήριο και -όπως πάντα- αντιεκκλησιαστικό «μένος» είναι τα κυρίαρχα στοιχεία. Ωστόσο, δε λείπουν κι οι εκπλήξεις καθώς η περιώνυμη κυρία Κούλτερ, η απόλυτη κακιά των προηγούμενων βιβλίων, σ’ αυτό εδώ μεταμορφώνεται. Όχι πως παύει να είναι εντελώς κακιά, όχι αυτό, αλλά να, αφήνει να εισβάλει μέσα της για πρώτη φορά η αγάπη, η αγάπη για την κόρη της, τη φοβερή Λύρα, που αναμένεται να παίξει σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την ιστορία.
Η ιστορία αρχίζει με την «αιχμαλωσία» της Λύρα σε μια σπηλιά. Εκεί την κρατά τυλιγμένη βαθιά στο πέπλο του ύπνου η κυρία Κούλτερ, ώστε να την προστατέψει από το κακό που την παραμονεύει, καθώς βρίσκεται στο στόχαστρο της εκκλησίας. Καθώς ξοδεύει για πρώτη φορά με την κόρη της κάποιο χρόνο η κυρία Κούλτερ μοιάζει να κάνει αυτοκριτική και να προχωρά σε μια ψυχική κάθαρση, που θα την κάνει να δει τον κόσμο και τις αλήθειες του πιο καθαρά, και ν’ αντιληφθεί ότι το μεγαλύτερό της καθήκον δεν είναι άλλο από τη μητρική αγάπη. Την ίδια ώρα η υπνωτισμένη Λύρα επικοινωνεί με το νεκρό της φίλο Ρότζερ μέσα από τα όνειρά της, στον οποίο δίνει και την υπόσχεση ότι θα τον απελευθερώσει από τον Κάτω Κόσμο, όπου κατέληξε με δική της υπαιτιότητα.
Ενώ τα σύννεφα του πολέμου γίνονται όλο και πιο πυκνά, και οι σκοτεινές δυνάμεις της εκκλησίας πλησιάζουν όλο και περισσότερο τη Λύρα, αναλαμβάνει δράση ο Γουίλ, ο καλός της φίλος, που συντροφιά με την αρκούδα Ιόρεκ Μπάιρνισον και δύο μικροσκοπικούς ανθρώπους από τη φυλή των Γκαλιβεσπιανών θα σπεύσουν να τη σώσουν.
Από εκείνη ακριβώς τη στιγμή αρχίζει μια μεγάλη περιπέτεια που θα οδηγήσει τους ήρωές μας αρχικά στον κόσμο των νεκρών και μετά στη γη των Μουλέφα, όπου και θα συναντήσουν τη Μαίρη Μαλόουν, μια επιστήμονα που κατάφερε να ταξιδέψει ανάμεσα στους κόσμους προσπαθώντας να σώσει τον εαυτό της, αλλά και ν’ αποσοβήσει μια μεγάλη καταστροφή. Την ίδια ώρα οι γονείς της Λύρα δίνουν τη μεγάλη τους μάχη με τον άρχοντα του κόσμου, ή αν προτιμάτε την Αρχή, σε μια προσπάθεια να σώσουν τους ανθρώπους από τα δεσμά της άγνοιας.
Το εξαιρετικό αυτό χρονικό των 465 σελίδων είναι ένα πέρα για πέρα απολαυστικό βιβλίο, που προσφέρεται τόσο για ανάγνωση στην παραλία, όσο και για μια κρύα νύχτα του χειμώνα. Ο Πούλμαν είναι ένας παραμυθάς με τα όλα του και μέσω της πένας και της φαντασίας του καταφέρνει αβίαστα και δίχως κόπο να μας ταξιδεύει σε κόσμους μακρινούς κι ανείπωτους.
Μάλλον θ’ αγοράσω σιγά-σιγά και όλα τ’ άλλα βιβλία που έχει γράψει ετούτος ο μοναδικός γραφιάς.

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2008

Στη Σαλονίκη μια φορά

Σε συνάντησα τυχαία στο δρόμο μετά
Από πέντε τόσα χρόνια.
Χάρηκα που σε είδα αφού μαζί σου
Μοιράστηκα μερικές από τις πιο όμορφες στιγμές.
«Θυμάσαι;» με ρωτούσες, «Θυμάσαι;»
Όλα τα θυμόμουνα,
Πώς να τα ξεχάσω άλλωστε;
Θυμάμαι την έκπληξη στο πρόσωπό σου όταν κάποια φορά
Ήρθα και σου κτύπησα την πόρτα από το πουθενά.
Θυμάμαι το πρώτο μας μεθύσι,
Το πρώτο μεθυσμένο φιλί.
Θυμάμαι μια συναυλία στο λόφο και
Βόλτες μακρινές στην ακροθαλασσιά.
Θυμάμαι στιγμές μαγικές στην κάμαρά σου και
Κλεμμένα φιλιά στην Πλατεία Αριστοτέλους.
Θυμάμαι, νιώθω ακόμη, εκείνο το αόρατο νήμα
Που μαγικά μας έδενε,
Που ανεξήγητα μας έσπρωχνε πάντα τον ένα
Στην αγκαλιά του άλλου.
Θυμάμαι, πιο πολύ, εκείνη τη φορά, που με βλέμμα απορημένο,
«Είσαι άνθρωπος παράξενος» μου δήλωσες,
Για να προσθέσεις αμέσως:
«Μαζί σου νιώθω πλήρης,
Μα φοβισμένη όσο ποτέ!»
Όλα τα θυμάμαι, όλα τα θυμηθήκαμε,
Κι ύστερα οι δρόμοι μας χώρισαν και πάλι,
Για ν’ ακολουθήσουν τα μονοπάτια που
Δε θα έβρισκαν ποτέ όσο ήμασταν μαζί.

Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

Το κορίτσι που κλαίει πολύ

Ολοζώντανες είναι οι εικόνες απ’ το χθες, κι ας μοιάζουν τώρα παρμένες από κάποια άλλη, από μια απόμακρη ζωή. Εικόνες του πόνου και της χαράς, της απογοήτευσης και της απροσκάλεστης, μα ευπρόσδεκτης ελπίδας.

Κάθεται στην αυλή μιας μπυραρίας στην Τσιανγκ Μάι και κλαίει με λυγμούς – αθόρυβα όσο γίνεται, αλλά με λυγμούς. Κανένας δε μοιάζει να καταλαβαίνει τι έπαθε στα καλά καθούμενα, τι μύγα την τσίμπησε, αλλά και κανείς δε δείχνει να νοιάζεται στ’ αλήθεια να μάθει τι την απασχολεί. Εκεί πήγαν, μαθές, για να διασκεδάσουν. δε θα κάτσουν τώρα να χαλάσουν τη ζαχαρένια τους για μια τρελή μικρή.

Ναι, έτσι τη βλέπουν: τρελή και μικρή. Γιατί μόνο μια τέτοια θα κάθονταν εκεί, δημόσια, και θα έκλαιγε δίχως λόγο και αιτία, προκαλώντας τους στην αρχή λίγη αμηχανία και μετά μυστικά γελάκια. Όλοι είναι μεθυσμένοι, από πιοτό κι όχι ζωή, όλοι είναι στιγμιαία ευτυχισμένοι, το δάκρυ δε χωράει στις στιγμές που θαρρούν πως ζούνε.

Την αφήνουν, λοιπόν, να κλαίει. Μόνο το προσωπικό την πλησιάζει πού και πού για να τη ρωτήσει αν είναι καλά, για να αποχωρήσει αμέσως, μετά από ένα καταφατικό νεύμα. «Φαλάνγκ Τινγκ Τονγκ» (η ξένη είναι τρελή) θα σκέφτονται κι αυτοί.

Αλλά δεν είναι τρελή, παρά πονεμένη. Είναι ένα από εκείνα τα εξαιρετικά πλάσματα, που ξεχειλίζουν από ζωή και πνίγονται σε ευαισθησίες ανείπωτες, που έχουν πάντα το δάκρυ έτοιμο και το χαμόγελο σ’ επιφυλακή – είναι το κορίτσι που κλαίει πολύ. Μα, δεν κλαίει χωρίς αιτία, δε γελοιοποιείται στα μάτια των άλλων δίχως αφορμή. Κλαίει επειδή έχει λόγο σοβαρό. Εκείνοι, οι άλλοι, είναι τυφλοί, είναι άκαρδοι, δε βλέπουν γύρω τους, δεν μπορούν να νιώσουν τις αγωνίες και την αγάπη της. Την αγάπη της για καθετί που ζει και αναπνέει, για τους ανθρώπους, τη φύση και τα ζώα. Και να, τώρα γι’ αυτά τα τελευταία κλαίει. Για τα ζώα! Για τους ελέφαντες, πιο συγκεκριμένα. Γι’ αυτούς που οι ταϊλανδοί βγάζουν κάθε βράδυ βόλτα στους τουριστικούς δρόμους της πόλης, για να τους αγοράσουν οι ξένοι φαΐ. Γι’ αυτούς, που αν τους άφηναν ελεύθερους, θα συνέχιζαν να επιβιώνουν όπως πάντοτε, που θα ομόρφαιναν τη φύση με την παρουσία τους. Άκαρδη πολύ η αντιμετώπισή τους. γι’ αυτό δακρύζει τώρα και μέσα της τα βάζει με οργή με θεούς και δαίμονες, μα πιο πολύ με τους ανθρώπους.

«Τι τους έφταιξαν;» αναρωτιέται και ένα σύννεφο σκιάζει τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. «Γιατί τους έχουν σκλάβους;» αμίλητα ρωτά και νιώθει ξάφνου μέσα της έντονη την ανάγκη να κτυπήσει κάποιον. Να χτυπήσει; Κάποιον; Μα, αυτό δε θα το έκανε ποτέ. Αλλά να, ο θυμός της είναι τόσο μεγάλος που πρέπει κάπως να ξεσπάσει. Γι’ αυτό πίνει και δακρύζει, και βλαστημά την ασκήμια αυτού του κόσμου.

Εκείνος κάθεται σε μια γωνιά του μπαρ και την παρατηρεί με την άκρη του ματιού του. Αδιάκριτα, μα πολύ διακριτικά. «Τι παράξενο κορίτσι. Τι εξαιρετική γυναίκα!» σκέφτεται, και το μέσα του χαμογελά και λυπάται, για την εικόνα και τον πόνο της. Δεν τη γνωρίζει, μα την ξέρει καλά, την αναγνωρίζει. Είναι βγαλμένη, λες, μέσα από τις αναμνήσεις του. Θα μείνει εκεί ακίνητος, για λίγο ακόμη να την παρατηρεί, να διαβάζει τα ανείπωτά της μυστικά, να την αφήνει μόνη ν’ αδειάζει σταγόνα-σταγόνα το ποτήρι της πίκρας της.

Η ώρα αργόσυρτα περνά, κόσμος πάει κι έρχεται, κι οι δυο τους σιγά-σιγά γίνονται αόρατοι, ενσωματώνονται στο σκηνικό και όσοι τους κοιτούν πια δεν τους βλέπουν.

Πριν σηκωθεί απ’ το μπαρ παραγγέλνει μια μπύρα ακόμη κι ένα Μάι Τάι για κείνην, πληρώνει και πηγαίνει και κάθεται δίπλα της.

Σηκώνει ένα ζευγάρι μεγάλα φωτεινά, υγρά ακόμη από το κλάμα, μελένια μάτια και τον κοιτά ερωτηματικά. Διαβάζει τη συμπάθεια στα μάτια του, μα όχι τη συμπόνια, την κατανόηση και όχι την κρίση.

«Mai Thai?» της προτείνει το ποτό και χαμογελά ζεστά.

«Im not a Thai!» απαντά εκείνη και το παίρνει λες με ανακούφιση.

«Πάντα έτσι ήταν εδώ.»

«Πάντα ήταν έτσι τι;»

«Με τους ελέφαντες.»

«Μα... Κατάλαβες;»

«Κατάλαβα. Είδα πόσο αγαπάς τα ζώα. Είδα πόσο σκοτείνιασε το βλέμμα σου μόλις αντίκρισες το θέαμα της αιχμαλωσίας τους.»

«Κι εσένα δε σ’ ενοχλεί αυτό;»

«Λιγότερο απ’ ό,τι παλιά. Τώρα πια συνήθισα. Δεν είμαι περήφανος γι’ αυτό, αλλά συνήθισα.»

«Εγώ δε θα συνηθίσω ποτέ.»

«Το ξέρω. Το καταλαβαίνω. Αλλά να, τα λουλούδια στον κόσμο αυτό είναι πολύ λιγότερα απ’ τα αγκάθια, η ομορφιά λειψή μπροστά στην ασκήμια. Δυστυχώς πρέπει να μάθει κανείς να βλέπει τον κόσμο όπως ακριβώς είναι, για να μπορέσει να επιβιώσει.»

«Κι εγώ, λες, δε θα τα καταφέρω;»

«Δεν το είπα, αλλά ναι, το εννοώ. Η καλοσύνη δεν είναι πάντα το καλύτερο εφόδιο στον αγώνα για επιβίωση.»

«Μα, δεν είμαι και τόσο καλή...»

«Αυτά λένε τα χείλη σου, μα διαφορετικά φωνάζουν τα μάτια.»

Μένουν για λίγο αμίλητοι, παρατηρώντας με βλέμματα αδιάφορα τους ανθρώπους και το γύρω τους κενό, πίνοντας γουλιά-γουλιά τα ποτά τους, κι αναλύοντας τους ήχους της μεταξύ τους σιωπής.

«Είμαι η Μάργκο,» του συστήνεται.

«Τ’ όνειρο είσαι,» της απαντά αποφασιστικά. «Τ’ όνειρο που για χρόνια έβλεπα, μα που δεν αξιώθηκα ποτέ να πλησιάσω...»

Τα μάτια του λάμπουν και τη λούζουν με το φως μιας τρυφερής γαλήνης. Τα μάτια της κολυμπούν στην αλμύρα μιας θάλασσας μελλοντικής και ανονείρευτης.

Τον κοιτά και σιωπά. Την κοιτά κι ελπίζει.

υ.γ. πρώτη γραφή μιας νέας ιστορίας

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2008

David Baldacci – The Simple Truth

Αυτό είναι ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα του επιτυχημένου συγγραφέα.

Είναι η ιστορία του Τζον Φισκ, ενός δικηγόρου του οποίου ο αδελφός βρίσκεται στυγνά δολοφονημένος, και του Ρούφους Χαρμς, κάποιου που ξόδεψε είκοσι πέντε χρόνια στη φυλακή για ένα έγκλημα που διέπραξε εν αγνοία του.

Όλα αρχίζουν όταν ο Χαρμς λαμβάνει ένα γράμμα από το στρατό, που ξαφνικά ρίχνει φως στα σκοτεινά μονοπάτια της μνήμης του, κάνοντάς τον να αντιληφθεί ότι για το φονικό που διέπραξε δεν έφερε ο ίδιος την ευθύνη, αλλά κάποια σκοτεινά κέντρα εξουσίας. Με τα νέα δεδομένα στην κατοχή του καλεί το δικηγόρο του και του ζητά να καταχωρήσει έφεση σχετικά με την υπόθεσή του στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ο τελευταίος εσωκλείει σ’ ένα φάκελο τα στοιχεία και τα αποστέλλει στον προορισμό τους, αν και αμφιβάλλει κατά πόσο θα βρούνε το δρόμο τους προς τη δικαιοσύνη, αφού αυτά εμπλέκουν στη δολοφονία διάφορα σημαίνοντα πρόσωπα της πολιτικής, στρατιωτικής και αστυνομικής σκηνής.

Ο φάκελος φτάνει στα χέρια του Μάικλ Φισκ, που δουλεύει στο Ανώτατο Δικαστήριο, ο οποίος αντιλαμβανόμενος το μέγεθος και τη σοβαρότητα της υπόθεσης αποφασίζει να τη διερευνήσει προσωπικά προτού την καταχωρήσει στο σύστημα. Αυτό το μικρό ολίσθημα θα του στοιχίσει τη ζωή, αλλά θα σταθεί και η αφετηρία για ένα ντόμινο από γεγονότα που θα γκρεμίσουν πολλά είδωλα και θ’ αναδείξουν μεγάλα ψέματα στο πέρασμά τους.

Σ’ αυτή την ιστορία πραγματικότητα και ψευδαίσθηση βαδίζουν χέρι-χέρι και οι ανατροπές διαδέχονται η μια την άλλη, καθώς ο αδελφός του νεκρού, αποφασισμένος να διαλευκάνει την υπόθεση με κάθε κόστος, θα έρθει σε σύγκρουση με κάθε είδους εξουσία, θρυμματίζοντας τη δική του ζωή, αλλά και κάποιων άλλων ανθρώπων που κινούνται γύρω του. Μοναδικός συμπαραστάτης στο μοναχικό του αυτό αγώνα θα σταθεί μια συνάδελφος του αδελφού του, που μοιάζει να βρίσκεται με τη σειρά της στο στόχαστρο κάποιων αδίστακτων εγκληματίων.

Αν και η «Απλή Αλήθεια» δεν μπορεί να συγκριθεί με κάποια μεταγενέστερα βιβλία του Μπαλτάτσι, όπως το «Κάμελ Κλαμπ» και τους «Συλλέκτες», είναι ένα αξιόλογο θρίλερ που κάνει φύλλο και φτερό τα κέντρα εξουσίας στις ΗΠΑ και βάφει κάθε άλλο παρά με φωτεινά χρώματα τα έργα και τις ημέρες της περιβόητης CIA.

Διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα και είναι ότι πρέπει για τις νωχελικές ημέρες του καλοκαιριού.

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2008

Philip Pullman – The Subtle Knife

Το The Subtle Knife είναι μια εκπληκτική περιπέτεια φαντασίας που απευθύνεται στα παιδιά κάθε ηλικίας (μάλλον από δώδεκα χρόνων και πάνω) – ακόμη και σε γεροχούφταλα σαν και μένα.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί το δεύτερο τόμο της τριλογίας του Φίλιπ Πούλμαν που τιτλοφορείται His Dark Materials.
Σ’ αυτό συναντάμε τη Λύρα Μπελάκουα, που είχαμε πρωτογνωρίσει στο The Golden Compass, το οποίο επίσης παρουσιάσαμε πρόσφατα εδώ, σε ένα ακόμη ταξίδι γεμάτο δράση και ανατροπές, μικρές χαρές και μεγάλες λύπες. Άξιος συνοδοιπόρος σ’ αυτή τη νέα περιπέτεια στα σκοτεινά μονοπάτια των κόσμων είναι ο Γουίλ, ένα δωδεκάχρονο παιδί από την Οξφόρδη, που κατά λάθος γίνεται φονιάς.
Οι δυο τους θα μοιραστούν δύσκολες και οδυνηρές στιγμές, θα νιώσουν έντονα τα συναισθήματα του πόνου και της απώλειας, αλλά με νύχια και με δόντια θα αγωνιστούν ο καθένας για τους δικούς του στόχους, που στην πορεία αλλάζουν και συγκλίνουν.
Η μοίρα φαίνεται να τους οδηγεί σε καλά χαραγμένα μονοπάτια, που θα τους βγάλουν σ’ ένα άγνωστο μα αμετάκλητο προορισμό. Χωρίς καλά-καλά να το αντιλαμβάνονται, η Λύρα και ο Γουίλ είναι (στην περίπτωση της πρώτης) ή γίνονται (στην περίπτωση του δεύτερου) οι φορείς των μοναδικών όπλων που μπορούν να νικήσουν τις στρατιές του ουρανού στον πόλεμο που πλησιάζει. Ποια είναι τα όπλα αυτά; Το Αληθιόμετρο που από τον πρώτο τόμο κουβαλά μαζί της η Λύρα, και η Τελευταία Μάχαιρα (ελληνικά στο κείμενο), η οποία επιλέγει σα μεταφορέα και χειριστή της τον Γουίλ.
Και σ’ αυτό το βιβλίο ο Πούλμαν τα βάζει με την εκκλησία και τους κληρικούς (δεν είναι τυχαίο άλλωστε που τα βιβλία του δέχτηκαν περισσότερα πυρά από εκείνα του Χάρι Πότερ), τους οποίους δε διστάζει να σκιαγραφήσει με τα πιο μελανά χρώματα. Σε κάποιο σημείο μάλιστα γράφει: «Αυτά κάνει η εκκλησία – και κάθε εκκλησία είναι η ίδια: ελέγχει, καταστρέφει, εξαλείφει κάθε καλό συναίσθημα...», ενώ κάνει αναφορά και στον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων των παιδιών.
Ο ανά χείρας τόμος είναι ένα συναρπαστικό βιβλίο που διαβάζεται απνευστί και καθηλώνει τον αναγνώστη, που αρέσκεται να ταξιδεύει στους κόσμους τους οποίους χαράζουν τα ρυάκια της φαντασίας.