Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2007

Φωτογραφία στην τσέπη ή Αντιπολεμικό

Είναι βαριά τραυματισμένος, ξαπλωμένος στη λάσπη και περιμένει από στιγμή σε στιγμή την ψυχή του ν’ αφήσει το σώμα και να τον ταξιδέψει προς τ’ άγνωστο.
Στο χέρι του κρατά μια πρόσφατη φωτογραφία και την κοιτά με ραγισμένο βλέμμα, μάτια που δακρύζουν και θολώνουν απ’ τον πόνο και τις αναμνήσεις.
Σύντομο πολύ αποδεικνύεται το πέρασμά του απ’ αυτή τη γη, μικρή η ζωή του σαν ένας λυγμός, ένα χαμόγελο κι ένα δάκρυ. Τίποτα δεν πρόλαβε να ζήσει, σκέφτεται, απολύτως τίποτα. Αλλά, όχι, όχι, ας μην παραπονιέται, κάτι έζησε. Πρόλαβε και γνώρισε τον έρωτα και την αγάπη, έγινε και πατέρας. Ένας πατέρας που λίγες ανάσες μετά θ’ αφήσει το παιδί του ορφανό.
Κοιτά τη φωτογραφία. Κοιτά την όμορφη αγαπημένη του και το νιογέννητο κορίτσι. Βρέχει τα πρόσωπά τους με τα δάκρυά του. Άδικη η ζωή, άδικη πολύ, δεν θα τον αφήσει να ζήσει. Αλλά, τι φταίει η ζωή; Οι άνθρωποι φταίνε. Οι άνθρωποι που πάντα ψάχνουν να ’βρουν μιαν αιτία για να πολεμήσουν. Οι άνθρωποι που πάνε σε τόπους μακρινούς για να σκοτώσουν άλλους ανθρώπους, για ένα δήθεν καλύτερο μέλλον, για λίγα δολάρια ακόμη.
Ο πόνος στο στήθος γίνεται αβάστακτος. Το αίμα ζεστό ρέει ασταμάτητα. Το μόνο που επιθυμεί πριν να αφήσει την τελευταία του πνοή είναι να κρατήσει για μια ακόμη φορά στην αγκαλιά του την αγαπημένη, για πρώτη φορά το παιδί του που ποτέ δεν είδε, ποτέ δεν άγγιξε.
Αχ και να μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω! Αχ και να μπορούσε σαν από θαύμα να διορθώσει όλα του τα λάθη! Αχ και να μη γινόταν ποτέ πληρωμένος δολοφόνος, στην υπηρεσία της πατρίδας, της όποιας πατρίδας!
Ο ουρανός βουρκώνει, τα δάκρυά του δροσερά για μια στιγμή του αναζωογονούν τις αισθήσεις, τον κάνουν ακόμη και να χαμογελάσει, καθώς γύρω του μαίνεται η μάχη. Κοιτά για άλλη μια φορά τη φωτογραφία με τρυφερότητα. Χαϊδεύει με το δάχτυλο το προσωπάκι της κόρης του. Νιώθει τα μάτια του να σκοτεινιάζουν. Καθώς ξεψυχά η τελευταία εικόνα που χαράζει το μυαλό του είναι εκείνη του παιδιού του. Του παιδιού που δε θα γνωρίσει ποτέ του πατέρα.Αλλά, όπως και να ’χει διάολε, κατάφερε κι αυτός κάτι στη μίζερη μικρή ζωή του: να κάνει μια γυναίκα χήρα, ένα παιδί ορφανό, μια πατρίδα περήφανη...

υ.γ. ένα μάλλον μέτριο κείμενο που ανέβασα για πρώτη φορά, πριν αρκετούς μήνες, στα Διηγήματά μου. Το ανεβάζω και εδώ μπας και νομίσει κανείς ότι είμαι καλός συγγραφέας και χάσω τη φήμη του μέτριου που πάντα με ακολουθεί...
Δημοσίευση σχολίου