Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2007

Σκισμένο Ψαθάκι ΙΙ

Απόσπασμα από το βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη

(Από το ημερολόγιο της Ρόζυ)

«Όταν συμβεί να με κλωτσήσει κανένα βρωμοπόδαρο και με ρίξει στο πηγάδι, λέω:
Ψυχραιμία, Ρόζυ. Πιάσαμε πάτο. Πιο κάτω από δω δεν έχει. Τώρα;.. Τι κάνουμε;.. Και ξαφνικά, λες και γίνεται μια έκρηξη μέσα μου. Έρχεται η γεύση της ζωής και με λιγώνει. Έρχεται η μυρουδιά της και μου σπάει τα ρουθούνια. Τίποτα δεν μπορεί να με κρατήσει. Και να ’μαι πάλι εντός ολίγου να τινάζω τα μαλλιά μου στον ήλιο και να σκορπώ τις καλημέρες μου στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Είναι περίεργο, αλλά μέσα εκεί, στην μπόχα της απόγνωσης, στον πάτο της κόλασης, ένιωσα τη μεγαλύτερη δίψα, το μεγαλύτερο πόθο για τη ζωή. Κι ήταν αυτό τελικά που μ’ έσωσε και με σώνει.
Ο αγαπημένος μου Λεό δε σώθηκε. Δε σώθηκε, γιατί δεν είδε ποτέ. Δεν άγγιξε. Δε γεύτηκε. Εκεί, στα κατακάθια του πηγαδιού, προσπάθησε να χρωματίσει τη λάσπη με νερομπογιές. Προσπάθησε να φανταστεί τον ήλιο μέσα στα σκοτάδια. Να μυρίσει την άνοιξη, βουτώντας τη μύτη του στα βαλτονέρια. Δεν έσφιξε ποτέ στην αγκαλιά του τα στάχυα του καλοκαιριού. Δεν άφησε την ψυχή του να παλαβώσει από το χρώμα που παίρνει το φεγγάρι, όταν έχει ξεχαστεί στον ουρανό και το ’χει βρει το ξημέρωμα να κρέμεται σ’ ένα κλαδί αγριοσυκιάς.
Τίποτα δεν ένιωσε απ’ αυτά ο αγαπημένος μου Λεό. Και χάθηκε.
Ξέχασε τη ζωή του, που ήταν μούσκεμα στο δάκρυ, απλωμένη στα σκοινιά. Την τσίμπησαν λαίμαργα τα πουλιά. Τράβηξαν τα κομμάτια της τα μυρμήγκια στις φωλιές τους. Την αποτέλειωσαν οι ακρίδες με τα σουβλερά τους πόδια.
Όταν ήμουν μικρή, του πήγαινα κομμάτια από εφημερίδες και μου ’φτιαχνε καραβάκια.
- Μπορούμε να ταξιδέψουμε μ’ αυτά; τον ρωτούσα.
- Αμέ! Πως δεν μπορούμε!
- Πού θα πάμε;
- Μακριά... Πολύ μακριά... Θα ταξιδέψουμε στα όνειρα.
- Εγώ θέλω να πάω στον Ινδικό Ωκεανό.
- Όπου θέλεις. Σε λίγο σαλπάρουμε. Είσ’ έτοιμη;
Όταν μεγάλωσα και κάναμε παρέα σαν δυο καλοί φίλοι, κάθε φορά που μ’ έβλεπε, μου φώναζε από μακριά, γεμάτος αγωνία:
«Ρόζυ! Είσαι καλά; Ανησυχούσα για σένα».
Ανησυχούσε για μένα! Κι αυτός ας ήτανε μια ξέμπαρκη σκιά, που την είχαν κουρελιάσει οι κωλοσύριγγες.
Πώς τον αγαπούσα το Λεό μου!
Δεν κατάφερα ποτέ να του μάθω πόσο όμορφος είναι ο κόσμος. Δεν μπόρεσα να του δείξω δυο χρυσόμυγες την ώρα που κάνουν έρωτα στον αέρα.
Δεν μπόρεσα να του χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, την ώρα που βάφει τους πόθους της βερυκοκιάς...»
Δημοσίευση σχολίου