Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2007

Σκισμένο Ψαθάκι

Απόσπασμα από το ομότιτλο βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη

(Από το ημερολόγιο της Ρόζυ)

«Βαρέθηκα ν’ ανάβω φωτιές για να ζεσταθούν οι άλλοι και στο τέλος να ξεπαγιάζω εγώ.
Να μοιράζομαι στην καρέκλα μου με τον κάθε κουρασμένο και στο τέλος να στρογγυλοκάθεται αυτός κι εγώ να κουλουριάζομαι στο πάτωμα.
Να σκουπίζω με τα χείλια μου τα δάκρυα των άλλων και τα δικά μου να ξεραίνονται στα μάγουλά μου και να κάνουν κρούστα.
Κουράστηκε η ράχη μου να κουβαλά πληγωμένους. Στέγνωσε το στόμα μου να τους φωνάζω. Μη σωριάζεστε, ρε ξεφτίλες. Σταθείτε στα πόδια σας. Μπόρα είναι. Βγάλτε τις τσίμπλες από τα μάτια σας. Ξημερώνει.
Βαρέθηκα να φτιάχνομαι με τα λάθη μου.
Να φυτεύω βολβούς πάνω σε σωρούς από σκατά.
Να βγάζω αθώους τους ένοχους και να κάθομαι για πάρτη τους στο σκαμνί.
Να μουλιάζω στη βροχή γιατί άνοιξα την ομπρέλα μου να μπουν από κάτω δυο τρεις μουρόχαβλοι που μου φάνηκαν κρυουλιάρηδες.

Κι όμως! Όσες φορές είπα «από Δευτέρα, Ρόζυ, αλλάζεις ταχτική», γέλασε κάθε πικραμένος.
Δε βαριέσαι.
Εκείνοι που πίστεψαν πως το «δις εξαμαρτάνειν κλπ.», είναι, το λιγότερο, ξενέρωτοι. Γιατί δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τη γλύκα που έχεις το «δις». Κι ακόμη περισσότερη το «τρις».
Το κακό είναι πως όλ’ αυτά γίνονται, επειδή στο βάθος είμαι δειλή. Τα κάνω για να πιστέψω, έστω και για λίγο, πως είμαι κι εγώ εδώ. Πως παίζω κι εγώ σ’ αυτό το ντέρμπυ.
Πάντως, όπως και να ’χει το ζήτημα, ένα πράγμα ξέρω καλά. Πως γουστάρω πολύ.
Γουστάρω τη φάση και περισσότερο την αντίφαση.
Γουστάρω την τρέλα μου και περισσότερο την τρέλα των άλλων.
Γουστάρω να μυρίζομαι την ανθρωπίλα.
Γουστάρω τ’ αγόρια που έχουν κορδέλες στα μαλλιά και στα μάτια ένα ματσάκι μενεξέδες.
Γουστάρω τα κορίτσια που τραγουδούν στις ακρογιαλιές μ’ ένα θαλασσοπούλι ανάμεσα στα φρύδια.

Μπορεί να είμαι μια δειλή, μια φευγάτη, μια επικίνδυνη Ρόζυ. Αλλά χαίρομαι αφάνταστα που κάποιος μ’ έσπειρε σ’ αυτή τη γη.

Στο Ημίφως
Δημοσίευση σχολίου