Σάββατο, 5 Απριλίου 2008

Ερωτική Ψύχωση


Όχι, δε θα την αφήσει να του φύγει. Δε θα την αφήσει να τον εγκαταλείψει. Ποτέ! Είναι η γυναίκα της ζωής του. Η μοναδική. Ένα θείο δώρο που δε χορταίνει να απολαμβάνει, που τον κάνει να νιώθει όμορφα, που τον ανυψώνει, που του δίνει στα μάτια του κόσμου ανυπολόγιστη αξία. Σαν κι εκείνη καμιά άλλη δεν τον καταλαβαίνει, καμιά δεν τον νιώθει, καμιά δεν τον κάνει να ονειρεύεται. Κι όμως την ξέρει από πάντα.
Μεγάλωσαν μαζί με την Τερέζα, την όμορφή του. Έπαιξαν τα ίδια ανούσια, αλλά πολύ συναρπαστικά παιχνίδια, κάθισαν στα ίδια θρανία της πλήξης, είδε ο ένας τον άλλο να μεταμορφώνεται μαγικά στο πέρασμα του χρόνου, μοιράστηκαν για χρόνια πολλά κοινά μυστικά. Κάτι σαν δίδυμοι, Διόσκουροι, ήταν άλλοτε, στις εποχές των πιο γλυκών του αναμνήσεων. Και είναι ακόμη. Ή μάλλον νομίζει πως είναι, αφού τώρα πια για τίποτα δεν είναι σίγουρος.
Άλλαξε η Τερέζα μου. Άλλαξε! σκέφτεται μ’ ένα παράπονο πικρό ο Γιάννης, κι αναπολεί μ’ ένα φύσημα πόνου στην καρδιά, τις παλιές καλές μέρες, τότε που ήταν μικροί, τότε που η καλή του δεν έφευγε στιγμή απ’ το πλευρό του. Τώρα, νιώθει προδομένος και μόνος -με παράτησε- και παίρνει να φτιάχνει στο θολωμένο απ’ τον αιώνιο έρωτα μυαλό του, διάφορα σενάρια εκδίκησης, αν και στ’ αλήθεια δεν έκανε ποτέ κάτι για να τον βλάψει. Το μόνο κρίμα της, η μοναδική της αμαρτία είναι ότι απλά αποφάσισε να ακολουθήσει το δικό της δρόμο στη ζωή.
Γελά τώρα. Είναι ευτυχισμένη, αναλογίζεται με παράπονο πικρό, κι έμενα μ’ έχει πια ολότελα ξεχάσει. Τα έχει διαγράψει όλα, η άκαρδη. Όλα όσα ζήσαμε, όλα όσα κάναμε και μοιραστήκαμε.
Μα, είναι τυφλή; Στ’ αλήθεια τυφλή; Δεν βλέπει, δεν καταλαβαίνει, πόσο πολύ την αγαπάει; Δεν αντιλαμβάνεται πόσα σημαίνει για κείνον; Αν της μιλήσει, ίσως... Αλλά, όχι. Δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Ξέρει πολύ καλά ποια θα είναι η άμεση αντίδρασή της. Θα τον αποπάρει. Θα του κόψει μεμιάς το βήχα και θα τον κοιτάξει έντονα, μ’ εκείνο το πολύ λυπημένο της το βλέμμα, που τόσο μισεί. Τα απεχθάνεται τα μάτια της. Τα λατρεύει τα μάτια της. Μια ολόκληρη ζωή τα κουβαλεί μέσα του, σα δίδυμους ήλιους που του φωτίζουν το δρόμο. Λατρεύει και τα χαμόγελά της. Τα χαμόγελα των αναμνήσεών του, δηλαδή, αφού τώρα πια όταν είναι μαζί δε χαμογελά, παρά μόνο πικρά δακρύζει.
Πάει καιρός πολύς που έπαψε να του μιλά και ας τη βλέπει, σιγοσβήνοντας από τον πόθο, κάθε μέρα. Σίγουρα βρήκε κάποιον. Σίγουρα βρήκε κάποιον άλλο. Γιατί; Γιατί είναι έτσι; Πώς μπορεί να σκέφτεται μόνο τον εαυτό της; Γιατί δε νοιάζεται λίγο και για κείνον;
Να ’την! Να ’την που προβάλλει στη χωματένια αυλή. Δείχνει χαρούμενη σα φρέσκια αμαρτία. Το πρόσωπό της λάμπει. Μιμείται λες το φως του ήλιου. Νιώθει το πυρωμένο βλέμμα του απάνω της, τον βλέπει που παραφυλά και τα χαρακτηριστικά της σκληραίνουν, τα μάτια της συννεφιάζουν. Προσπαθεί να μην του δώσει καμία σημασία, θέλει να του δείξει με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο πώς δεν τον έχει συγχωρέσει γι’ αυτό που έκανε τις προάλλες. Αλλά, τι έκανε κι αυτός ο κακομοίρης; Τίποτα το τραγικό. Απλά την ακολούθησε για να δει που θα πάει – η τρέλα του έρωτα τον οδηγούσε. Κι εκείνη τον είδε. Και του έβαλε τις φωνές. Και τον έβρισε. Τον έβρισε άγρια. Ασύστολα. Και μετά του γρατσούνισε με τα νύχια και του μάτωσε τα μάγουλα. Η ζωή είναι δική μου, παλιομαλάκα, του πέταξε με περισσή οργή, όπως στέκονταν εκεί, στη μέση του δρόμου. Παλιομαλάκα! Ναι, έτσι τον αποκάλεσε. Και του άξιζε. Απλά εκείνος δεν το ήξερε. Τίποτα δεν ήξερε εκείνος. Τίποτα πέρα από την ψύχωσή του. Την αγαπούσε, κι αυτό του έφτανε. Την αγαπούσε, κι η αγάπη του αυτή δικαιολογούσε τα πάντα.
Και τώρα; Τώρα που τη βλέπει να περνά σαν οργισμένο αερικό από μπροστά του και να τον αγνοεί επιδεικτικά, νιώθει κάτι μέσα του άξαφνα να σπάει και να γίνεται χίλια αόρατα, μα οδυνηρά, κομμάτια. Μια οργή ακατάληπτη αρχίζει να πυρπολεί όλο του το είναι. Δε θα σε αφήσω να μου φύγεις, ψιθυρίζει μέσα από τα δόντια του. Τη θέλει τόσο. Τον σκοτώνει τόσο. Το ξέρει, το νιώθει μέσα του βαθιά, ότι θα φθάσει στ’ άκρα για το χατίρι της, κι ότι ο δρόμος που θα πάρει θα ’ναι επικίνδυνος, δίχως επιστροφή, αλλά δεν τον νοιάζει.
Μια σκέψη άνομη τριβελίζει το μυαλό του, σαν πληγή, σαν προσδοκία. Μια σκέψη βάφει με μπογιά μαύρη, σκοτεινή, τον κόσμο του και το γεμίζει ελπίδα. Ξέρει τι να κάνει! Ξέρει τι πρέπει να κάνει για να την κερδίσει ξανά. Για να γίνει και πάλι δική του. Δική του; Μα, ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια δική του, σε κανέναν δεν ανήκε. Πάντα ανεξάρτητη, ελεύθερη, κι απόλυτο αφεντικό του εαυτού της ήταν η Τερέζα, κι ας μην το κατάλαβε ποτέ αυτός.
Βάζει το νου του να δουλέψει. Καταστρώνει ένα σχέδιο. Ένα σχέδιο σατανικό.

Άλλαξε! Άλλαξε βαθμιαία, αλλά πολύ, τον τελευταίο καιρό ο Γιάννης. Σιγά-σιγά άρχισε να γίνεται λίγο πιο καλός, λίγο πιο ανεκτικός, λίγο πιο χαμογελαστός και ανοικτόκαρδος. Κι η Τερέζα ευγνωμονεί την τύχη της γι’ αυτό, αφού την είχε κουράσει πολύ με τα καμώματά του τους προηγούμενους μήνες. Την είχε εκνευρίσει πολύ. Γι’ αυτό και έκανε καιρό να του μιλήσει. Για να τον πληγώσει, έστω λίγο, και να τον κάνει να αντιληφθεί το λάθος του. Για να καταλάβει ότι τη ζωή της την ορίζει η ίδια και πως δεν του πέφτει κανένας λόγος στις επιλογές της. Ναι, τον αγαπά -πώς θα μπορούσε να μην τον αγαπά, άλλωστε- αλλά, μέχρι εκεί. Τίποτα περισσότερο. Απ’ ό,τι φαίνεται το έμαθε το μάθημά του. Γι’ αυτό άλλαξε. Γι’ αυτό σταμάτησε να την ενοχλεί. Επειδή δεν ήθελε να τη χάσει ολότελα. Ποιος ξέρει; Ίσως να μπορέσουν και πάλι να γίνουν όπως παλιά, οι καλύτεροι φίλοι, δύο άτομα που μοιράζονται όλες τους τις λαχτάρες, όλα τα ένοχα μικρά μυστικά, που δεν έχουν τίποτα να κρύψουν ο ένας απ’ τον άλλο.
Είναι χαρούμενη, ευτυχισμένη, τώρα η Τερέζα. Επιτέλους, σκέφτεται, αγαπώ και αγαπιέμαι διπλά. Ναι, αγαπιέται διπλά. Από τον Γιάννη, αλλά -και κυρίως- κι από τον ερωτικό της σύντροφο, τον γλυκό της τον Μιχάλη. Τους θέλει να είναι φίλοι. Τους θέλει να γίνουν φίλοι οι δύο άντρες της ζωής της. Ωστόσο, κάτι προς το παρόν της λέει, να κρατήσει μια πισινή. Κάτι την αποτρέπει να μιλήσει σ’ εκείνον για το μεγάλο της ζωής της έρωτα. Όχι ακόμη, σκέφτεται. Δεν είναι έτοιμος να δεχτεί κάτι τέτοιο!
Ο Γιάννης τη διαβάζει, πολύ καλά, σαν ένα βιβλίο που έγραψε λες ο ίδιος. Μαντεύει την κάθε της σκέψη, προφητεύει την κάθε της κίνηση και χαμογελά. Από μέσα του, κρυφά και υποχθόνια, χαμογελά. Όλα πηγαίνουν καλά. Σύμφωνα με το σχέδιο που έχει βάλει σ’ εφαρμογή κι ακολουθεί πιστά. Άρχισε και πάλι να τον εμπιστεύεται. Άρχισε και πάλι λίγο να τον αγαπά. Τίποτα και κανείς πια δε θα σταθεί εμπόδιο στον καλά χαραγμένο δρόμο του, θα γίνει δικιά του ξανά, όπως ήταν πάντα, αλλά αυτή τη φορά ολοκληρωτικά. Κλείνει τα μάτια και φέρνει στη σκέψη του, μ’ ένα ρίγος συγκίνησης, το αρμονικό σχήμα του κορμιού της. Το βλέπει εκεί γυμνό, αμόλυντο, αφημένο με πίστη στην αγκαλιά του. Το βλέπει να γίνεται ένα με το δικό του για πρώτη φορά, να γίνεται δικό του παντοτινά. Την ύπαρξή του πλημμυρίζει τώρα μια απερίγραπτη, μοναδική, αίσθηση ευδαιμονίας. Έτσι είναι, άραγε, η ευτυχία; ρωτά το μέσα του απορημένος, αλλά φυσικά δεν περιμένει να πάρει καμία απάντηση. Έτσι κι αλλιώς σύντομα θα ξέρει.
Την ακολουθεί προσεκτικά, από απόσταση. Την παρακολουθεί στενά κάθε βράδυ. Μαθαίνει σιγά-σιγά όλα τα στέκια της, ποιες είναι οι φίλες της, βλέπει εκείνον τον άθλιο, τον εραστή της. Αλλά, δεν οργίζεται καθόλου. Παραμένει ήρεμος και συνεσταλμένος και περιμένει την ευκαιρία που, δεν μπορεί, κάποια στιγμή σίγουρα θα του δοθεί, χρυσή ανταμοιβή για την υπομονή του.

Κάθεται έξω απ’ το παράθυρο του υπνοδωματίου της και την κρυφακούει καθώς μιλά μ’ εκείνον στο τηλέφωνο. Γλυκόλογα, γέλια και χαζοχαρούμενες υποσχέσεις. Και το ραντεβού! Θα τα πούμε απόψε, αγάπη μου... Απόψε, λοιπόν!

Τους περιμένει. Για ώρες. Δίχως να βιάζεται. Χωρίς να βαρυγκωμεί. Τους περιμένει να φύγουν απ’ το μπαράκι και, προσεκτικά όπως πάντα, τους ακολουθεί. Πηγαίνουν στο σπίτι του. Μια παλιά, σχεδόν αρχοντική, τετραώροφη πολυκατοικία. Βλέπει ν’ ανάβει το φως στο ρετιρέ. Λεφτάς ο τύπος, σκέφτεται και χαμογελά ειρωνικά στο είδωλό του στο καθρεφτάκι του αυτοκινήτου. Περιμένει. Ο χρόνος κυλά αργόσυρτα και η πόλη βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στη σιγή. Περιμένει. Βαριέται. Θέλει να φύγει. Δεν το κουνάει ρούπι. Περιμένει. Τους βλέπει, επιτέλους, να βγαίνουν απ’ την είσοδο αγκαλιασμένοι -τα πιτσουνάκια μου- να μπαίνουν στο αυτοκίνητό του και να φεύγουν. Περιμένει. Παίρνει να γλυκοχαράζει και βλέπει μια ροζ απόχρωση ν’ απλώνει τα πλοκάμια της στον ελαφρά συννεφιασμένο ουρανό. Το κρύο γίνεται πια αφόρητο. Νυστάζει. Περιμένει. Τον βλέπει να καταφθάνει και να σταθμεύει το αυτοκίνητό του. Τώρα πια δεν περιμένει. Βάζει μπρος το δικό του κι αρχίζει να το οδηγεί αργά πολύ προς το μέρος του. Καθώς τον βλέπει να διασταυρώνει το δρόμο πατάει τέρμα το γκάζι.

Την κρατά σφικτά, τρυφερά, με στοργή στην αγκαλιά του και την παρηγορεί. Την παρηγορεί με την αγάπη που ξεχειλίζει απ’ την καρδιά του για κείνη. Μόλις έχασε τον άνθρωπό της. Τον χρειάζεται τώρα πολύ. Δεν έχει άλλον κανένα στον κόσμο. Είναι, επιτέλους, δικιά του. Όχι απόλυτα, όχι ακόμη, αλλά δικιά του. Η Τερέζα. Ο μεγάλος του έρωτας. Η ετεροθαλής αδελφή του.

υ.γ. Η δεύτερη γραφή ενός διηγήματος που είχε πρωτοδημοσιευθεί σε ένα άλλο μπλογκ μου
Δημοσίευση σχολίου