Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

Τρία τραγούδια δρόμος

Αργά το απόγευμα και βγαίνω για μια βόλτα. Θα πάω στο μέρος όπου συνήθως την αράζω, έτσι για καμιά ωρούλα, το απόγευμα.
Ο καιρός συννεφιασμένος, τα κέφια μου καλά, τα βήματά μου αργά, αφού από τον καιρό που επέστρεψα από την ανατολή ακολουθώ αλλιώτικους ρυθμούς.
Ακούω μουσική «...για να μην ακούω μαλακίες.» Αυτό συνήθως λέω.
Αν και οι πιθανότητες να συμβεί αυτό σήμερα είναι λιγοστές, καθώς περπατώ στα σοκάκια της παλιάς πόλης. Οι μόνοι ήχοι που φτάνουν στ’ αυτιά μου, εκείνοι από τα ξυλουργεία. Οι μόνες εικόνες: εργάτες, φαντάροι, παλιά κτήρια και... και... και...
Παρατηρώ τα πάντα γύρω μου αργά, σα σε μία ταινία.
Μου αρέσουν αυτά που βλέπω, μου αρέσει αυτή η αίσθηση του άλλοτε που αναδίδουν οι παλιές γειτονιές. Μου αρέσουν ακόμη και οι γηραιές πόρνες που κάθονται γύρω από μια σόμπα πετρελαίου με ανοικτές τις πόρτες και αναμφίβολα συζητάνε για «αχχχχχχχ, τα παλιά καλά χρόνια.»
Τις βλέπω και αναρωτιέμαι για το τι είδαν τα μάτια τους, για το τι άκουσαν τ’ αυτιά τους, για το τι ηδονές χάρισαν με τα κορμιά τους!
Είναι τα ζώντα ημερολόγια μιας εποχής που χάθηκε οριστικά.
Τις προσπερνώ με τα ακουστικά στ’ αυτιά με το χαμόγελο στα χείλη, με τις δικές μου σκέψεις να παίρνουν άλλα μονοπάτια.
Φτάνω στην παλιά εκκλησιά. Ένας παπάς κάθεται σ’ ένα παγκάκι στο προαύλιο και συζητά μ’ ένα νεαρό μετανάστη. Χαμογελά. Δίπλα του, αφημένη στο δάπεδο, μια νταμιτζάνα κρασί.
Τα παιδιά των μεταναστών, λίγο πιο κει, παίζουν μπάλα.
Με βήμα αργό φτάνω στην πλατεία και στο «καφενείο». Πίσω στον πραγματικό κόσμο.Τρία τραγούδια δρόμος.

Δημοσίευση σχολίου