Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

Για το καλό της

Θα μπορούσα να φτάσω μέχρι το φόνο για σένα, της είπε κάποτε, πριν χρόνια πολλά, μα εκείνη δεν τον πίστεψε. Από τότε έζησαν κι οι δυο τους πολλά, πολλά αλλά χώρια, μέχρι που τη συνάντησε ξανά μια μέρα τυχαία στο δρόμο μετά από δέκα τόσα χρόνια μοναξιάς, και η ζωή του πήρε μια διαφορετική στροφή.
Δεν έχεις αλλάξεις καθόλου! βιάστηκε να της πει. Όχι, δεν είχε αλλάξει. Τουλάχιστον όχι στα δικά του μάτια. Παρέμενε η Αυγή των νεανικών τους χρόνων, η Αυγή των μοναδικών του ονείρων, η γυναίκα που τον πλήγωσε σχεδόν θανάσιμα, που του σκότωσε το παρόν και το μέλλον, η γυναίκα που παντρεύτηκε τον καλύτερό του φίλο, και την οποία δεν έπαψε στιγμή να σκέφτεται και ν’ αγαπάει.
Ο Γιώργος, η Αυγή κι ο Αποστόλης ήταν φίλοι αχώριστοι απ’ τα παιδικά τους χρόνια. Μεγάλωσαν στα ίδια μέρη, στις ίδιες γειτονιές, έζησαν για κάποια εποχή πανομοιότυπες ζωές. Και τα δύο αγόρια τότε, και οι δύο άντρες μετά ήταν ερωτευμένοι με την Αυγή. Ο Αποστολής το έδειχνε με κάθε τρόπο, το εξέφραζε ανοικτά, τη φλέρταρε και της γέμιζε το μυαλό με γλυκόλογα, ενώ ο Γιώργος, ντροπαλός καθώς ήταν, ποτέ του δεν μπόρεσε να της μιλήσει γι’ αυτά που ένιωθε, αν και η Αυγή ήξερε – τον ήξερε! Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πως η τελευταία κάπου τον φοβόταν. Φοβόταν τις σιωπές του. Φοβόταν το βλέμμα του που κάθε τόσο γινόταν σκληρό πολύ κι αδιαπέραστο. Τον φοβόταν, μα τον ποθούσε κιόλας, αλλά δεν τολμούσε να του το πει αυτό. Ποια δε θα ήθελε να είναι μ’ ένα άντρα που δήλωνε έτοιμος να σκοτώσει για χάρη της;
Τελικά, το παιχνίδι της αγάπης το κέρδισε ο Αποστολής, που ίσως να μην είχε τα κότσια και τη σκληράδα του Γιώργου, αλλά είχε το μπλα-μπλα, και συνήθως αυτός που ξέρει να μιλά δε χάνει. Έτσι κάποια μέρα διαδόθηκε στη μικρή τους πόλη η φήμη ότι ο Αποστολής κι η Αυγή τα είχαν φτιάξει (τι είχαν φτιάξει; δε βγαίνει νόημα) και κάποια άλλη, ότι σύντομα θα παντρεύονταν. Ακούγοντας αυτό το τελευταίο ο Γιώργος ένιωσε κάτι να ραγίζει και να σπάει μέσα του, τον πόνο να κάνει κατάληψη στην ψυχή του και το σώμα, την τρέλα να κάνει μακροβούτι στο μυαλό του. Όχι, δε θα τους περάσει αυτό, σκεφτόταν, δε θα τους περάσει!. Αλλά, απ’ την άλλη, τι μπορούσε να κάνει για να τους εμποδίσει; Να τσακωθεί με το φίλο του; Αυτό δε γινόταν. Να μιλήσει για τα αισθήματά του στην Αυγή; Γι’ αυτό ήταν πια αργά.
Τι να έκανε, λοιπόν; Έφυγε! Εγκατέλειψε την ασφυκτικά μικρή επαρχιακή τους πόλη και κατέβηκε στην Αθήνα, αποφασισμένος να χαθεί στο ανθρωπομάνι. Εκεί δεν άργησε να σμίξει με το πλήθος των μυρίων του υποκόσμου, σκλήρυνε κι άλλο, ξέγραψε την ψυχή του, έγινε ένας άνθρωπος χωρίς αισθήματα. Στον άθλιο κόσμο όπου σκότωνε το χρόνο και το μέσα του έγινε γνωστός σαν ο Παγοκόφτης, ο αμίλητος φονιάς, ο ικανός να φέρει σε σύντομο πέρας κάθε επικίνδυνη αποστολή.
Αλλά, όσο κι αν η καρδιά σκλήραινε, όσο κι αν το έγκλημα γινόταν μέρα με τη μέρα γι’ αυτόν τρόπος ζωής, κάπου βαθιά μέσα του ένιωθε να καίει μια φλόγα. Η φλόγα της τρυφερής και παντοτινής του αγάπης για την Αυγή. Μιας αγάπης που δεν έλεγε να ξεχαστεί, να καταλαγιάσει στο πέρασμα του χρόνου, μιας αγάπης την οποία δε θα ήταν ποτέ δυνατόν ν’ αντικαταστήσει το μίσος. Λεηλατούσε δεκάδες κορμιά, άλλα τρυφερά και άλλα με τη βία, το είδωλο όμως της Αυγής δεν εγκατέλειπε στιγμή τη σκέψη του. Δε θα μπορούσε ποτέ να αγαπήσει άλλη γυναίκα. Η καρδιά του ανήκε σ’ εκείνη, αποκλειστικά σ’ εκείνη. Μόνο η Αυγή θα μπορούσε να κάνει το θηρίο και πάλι άνθρωπο, να γαληνέψει την ψυχή του, να τραβήξει το σαρκίο του έξω απ’ το βούρκο.
Θα ’ναι δυστυχισμένη. Είναι δυστυχισμένη! Το ξέρω. Το νιώθω, σκεφτόταν συχνά πυκνά, σε στιγμές αφόρητης μοναξιάς. Εγώ κι ο δόλιος ο Αποστόλης είμαστε άνθρωποι της ίδιας φάρας, σκληροί και ξεροκέφαλοι, αλλά θαρρώ πως ελόγου μου ποτέ δε θα έκανα κάτι που θα την πλήγωνε. Δε μας ήξερε, η κακομοίρα, δε μας ήξερε. Δεν ήξερε τι κάναμε όταν δεν ήμασταν μαζί της, δεν ήξερε για τις εφηβικές μας ληστείες και τα ναρκωτικά, δεν ήξερε ότι ο καλός της κάποια νύχτα αφέγγαρη βίασε την αδελφή της. Τίποτα δεν ήξερε...
Οι σκέψεις αυτές γυρνούσαν ξανά και ξανά στο μυαλό του, και όσο κι αν προσπαθούσε να τις διώξει αυτές επέμεναν -του γίνονταν βραχνάς και εφιάλτης- και ούτε στο αλκοόλ μπορούσε να τις πνίξει, αλλά ούτε και στα ψεύτικα βογκητά των ιδρωμένων γυναικών. Πρέπει να λυτρωθώ... να λυτρωθώ... μονολογούσε. Να λυτρωθεί, αλλά πώς;
Ο καιρός περνούσε αργά, τα χρόνια περνούσαν γρήγορα, κι ο Γιώργος, που δεν έπαψε ούτε στιγμή να μαθαίνει τα νέα της Αυγής από κάποιους κοινούς γνωστούς, βούλιαζε καθημερινά, όλο και πιο πολύ, στη θλίψη. Την αγαπούσε και λυπόταν γι’ αυτό. Έτσι, όταν κάποια μέρα έμαθε ότι ο Αποστολής τη χτυπούσε άγρια την καλή του -κι εκείνη, αλλά και την κόρη που είχαν αποχτήσει- έγινε μεμιάς ψυχικό ράκος. Περπατούσε και παραμιλούσε, διέσχιζε κουρελής τους δρόμους και πάντα μεθυσμένος, ουρλιάζοντας στους περαστικούς σαν το σκυλί, πάντα έτοιμος για καυγά ή και για κάτι χειρότερο. Μέχρι που ένα πρωί σε κάποιο καπηλειό κατέρρευσε. Απ’ το αλκοόλ είπαν κάποιοι. Από νευρικό κλονισμό αποφάνθηκαν οι γιατροί.
Νοσηλεύτηκε για μερικές βδομάδες σε μια ιδιωτική κλινική -αφού το σήκωνε η τσέπη του- και σιγά σιγά, με τα φάρμακα και την ηρεμία που του προσφέρονταν απλόχερα εκεί, πήρε να γαληνεύει. Όταν βγήκε ήταν αποφασισμένος να κόψει πια για πάντα το αλκοόλ και όλες τις άλλες τις κακές του τις συνήθειες, να διαγράψει με μια μονοκοντυλιά τις άγριες μέρες και νύχτες της ζωής του και να κάνει ό,τι περνά απ’ το χέρι του, για να κατακτήσει επιτέλους τη γυναίκα εκείνη που δικαιωματικά του ανήκε.
Έτσι, κάλλιο αργά παρά ποτέ, που λέει και η παροιμία, επέστρεψε στην πόλη του. Αξιοποιώντας τα λεφτά που κέρδισε με κάθε θεμιτό κι αθέμιτο τρόπο τα προηγούμενα χρόνια, άνοιξε μια κλασάτη καφετέρια. Στο δρόμο που περνούσε ακριβώς από μπροστά της, εκεί συνάντησε ξανά την Αυγή, μετά από δέκα, όπως είπαμε, χρόνια. Στην αρχή ένιωσαν κι οι δύο αμήχανα, αλλά μετά ρίχτηκαν μ’ ορμή ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Η Αυγή έκλαιγε, με λυγμούς, σπαρακτικά, κι εκείνος της χάιδευε απλά τα μαλλιά, μα δε μιλούσε.
Σαν στέγνωσαν τα δάκρυα, την αγκάλιασε τρυφερά απ’ τους ώμους και την οδήγησε μέσα στην καφετέρια. Κάθισαν σ’ ένα απομονωμένο τραπέζι και παρέα μ’ ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ, άρχισαν να μιλούν για τις ζωές τους και για τους λάθος δρόμους τους. Ο Γιώργος της απέκρυψε σχεδόν τα πάντα γι’ αυτά που έκανε όλα εκείνα τα χρόνια, δεν της μίλησε καθόλου για τις ανοικτές πληγές της ύπαρξής του. Έφτιαξε για χάρη της, αλλά και για δική του, μια άλλη ζωή, καλύτερη, φανταστική, και της τη σέρβιρε ζεστή ζεστή στο πιάτο των αναμνήσεων. Αντίθετα η Αυγή του είπε τα πάντα για τη δική της, μια ζωή που ήταν πόνος, μια ζωή που ήταν ατελείωτο δάκρυ. Η μόνη και μονάκριβή της χαρά, η μοναδική παρηγοριά της, όπως του ομολόγησε, ήταν η Νανά, η κορούλα της, το πανέξυπνό της κοριτσάκι. Ωστόσο, βιάστηκε να προσθέσει, ότι παρόλο της ζωής της το βάσανο, τον Αποστολή τον αγαπούσε ακόμη, κι ας μη θύμιζε πια σε τίποτα το αγόρι με το οποίο μαζί μεγάλωσαν.
Ο Γιώργος απλά την άκουγε. Την άκουγε σιωπηλός και υπολογιστικά σκεφτόταν: Τι κι αν τον αγαπάει ακόμη; Τι κι αν δε θέλει, όπως λέει, να χωρίσει; Η ιστορία αυτή πρέπει απλά κάποτε να τελειώσει. Και θα τελειώσει!
Τις μέρες που ακολούθησαν, τις επόμενες βδομάδες, ο Γιώργος επισκέπτονταν συχνά το σπίτι του ζευγαριού, αλλά κι εκείνοι περνούσαν τακτικά απ’ την καφετέρια. Ο Αποστόλης φάνηκε να χαίρεται στ’ αλήθεια, που συνάντησε ξανά τον παλιό του φίλο. Μας ενώνουν τόσα πολλά! σκεφτόταν, χωρίς όμως να ξέρει κιόλας πως άλλα τόσα τους χώριζαν. Όσο για την Αυγή, αυτή τώρα έδειχνε καλύτερα, κάπως ανεβασμένη, χαμογελούσε συχνά-πυκνά, και λίγο-λίγο, βήμα το βήμα, άρχισε να νιώθει όλο και πιο κοντά στον Γιώργο. Σκεφτόταν κι ένιωθε πως εκείνος ήταν ένας δικός της άνθρωπος, ότι καθόλου δεν άλλαξε, πως νοιαζόταν για το καλό της. Εξάλλου κι εκείνος όλο «για το καλό» της τής μιλούσε. Μέσα της πήρε να ξυπνάει ένα ξεχασμένο συναίσθημα, μια αφηρημένη και θολή ανάμνηση για κάτι... για κάτι... για τι; Δεν ήξερε! Λες να τον ερωτεύτηκα; Την ξάφνιασε η σκέψη της, αλλά την έκανε κιόλας να χαμογελάσει. Μια νότα αισιοδοξίας ήρθε να χρωματίσει τη χλωμή της ύπαρξη.
Και να, που κάποιο χάραμα συνέβηκε κάτι, που θα τα άλλαζε όλα για πάντα. Ο Αποστολής πέθανε! Έτσι απλά. Ή, μάλλον, όχι και τόσο απλά. Σύμφωνα με την Αστυνομία, όλα τα στοιχεία έδειχναν πως ο πρώτος, επιστρέφοντας μεθυσμένος από κάποια κοντινή πόλη, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο έκανε βουτιά σ’ ένα γκρεμό εκατό και βάλε μέτρων και ανεφλέγη. Ο θάνατός του ήταν ακαριαίος.
Ο Γιώργος κι η Αυγή θρήνησαν πολύ για το χαμό του, αλλά το γεγονός αυτό δεν τους εμπόδισε να συνεχίσουν με τη ζωή τους. Έτσι, τρία χρόνια αργότερα, κι αφού η σκόνη από το σκοτωμό είχε καταλαγιάσει, βρέθηκαν παντρεμένοι, κι όλοι είχαν να λένε τι ταιριαστό ζευγάρι ήταν, και να επαναλαμβάνουν σχεδόν μονότονα, ότι τον Γιώργο έπρεπε να διαλέξει απ’ την αρχή η Αυγή.
Ήταν, όντως, ένα ταιριαστό και πολύ-πολύ ευτυχισμένο ζευγάρι. Είχε ο ένας απόλυτη εμπιστοσύνη στον άλλο και αγαπιόντουσαν με πάθος. Όσο για μυστικά, δεν είχαν μεταξύ τους... Ή, μάλλον, είχαν... Ένα τοσοδούλη μυστικό που ο Γιώργος δε θέλησε ποτέ να αποκαλύψει στην Αυγή: Τα φρένα στο αυτοκίνητο του Αποστόλη ήταν χαλασμένα. Όχι αυτό το μυστικό δεν έπρεπε να το μάθει ποτέ εκείνη -για το καλό της- αν και κάτι υποψιαζόταν, αφού θυμήθηκε κάτι που της είχε πει πολλά χρόνια πριν εκείνος: πως θα μπορούσε ακόμη και να σκοτώσει για χάρη της. Ίσως να το έκανε, ίσως και όχι...

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου