Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Για πάντα μαζί

Είχαν κι αυτοί κάποτε πει εκείνη την ηλίθια ατάκα, Για πάντα μαζί, και την πίστεψαν. Και οικτρά διαψεύσθηκαν. Τους διέψευσε η ζωή, προδόθηκαν απ’ τους ίδιους τους τους εαυτούς. Όταν, όμως, έλεγαν αυτές τις τρεις μαγικές λέξεις, τις τόσο οριστικές και βαρυσήμαντες, τις εννοούσαν, τις εννοούσαν απόλυτα. Γιατί να μην ήταν για πάντα μαζί άλλωστε, από τη στιγμή που αγαπιόντουσαν τόσο πολύ και με τόσο πάθος; Γιατί να μην έμεναν για πάντα μαζί, για πάντα ένα, από τη στιγμή που ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο; Γιατί να μην έκαναν μαζί τα όνειρά τους πραγματικότητες;
Η αλήθεια είναι ότι όταν συναντήθηκαν όλα έδειχναν πως ο καθένας βρήκε στον άλλο τον προορισμό του. Οι πρώτοι μήνες της κοινής τους ζωής κύλησαν γρήγορα, σαν ένα ρυάκι μ’ ακύμαντο νερό, μέσα στις χάρες και τις χαρές του έρωτα, μέσα στην αρμονία των κορμιών. Δέθηκαν μεταξύ τους σα σε σανίδα σωτηρίας, κι ας μην ήταν -φαινομενικά- η απόγνωση το κυρίαρχο στοιχείο στην ένωσή τους. Η Νάντια του πρόσφερε την αγάπη, τη ζεστασιά και θαρρώ εκείνη την τυφλή λατρεία που εκείνος πάντοτε αναζητούσε. Ο Λευτέρης της χάρισε την τρέλα του, την ιερή του τρέλα, μια τρέλα που της έδινε φτερά, αλλά και κάποια ανέλπιστη ασφάλεια, αφού ένιωθε ότι όσο ήταν κοντά του κακό δε θα μπορούσε να τη βρει, καμιά θλίψη να την αγγίξει.
Όσο περνούσε ο καιρός το πρώτο πάθος και η φωτιά του πόθου δεν έλεγαν με τίποτα να υποχωρήσουν. Κάθε στιγμή που περνούσε, κάθε μέρα που ξημέρωνε έμοιαζε να είναι να είναι καλύτερη απ’ την προηγούμενη γι’ αυτούς τους δυο. Ο έρωτάς τους φαίνονταν να μεγαλώνει, να γιγαντώνεται, ώρα με την ώρα, να αποκτά όλο και πιο γερές, όλο και πιο ακατάλυτες βάσεις. Η σχέση τους έμοιαζε με μια από κείνες που απλά είναι πολύ καλές για να ’ναι αληθινές.
Ως πότε, όμως, θα κρατούσαν οι καλές μέρες; Ως πότε θα ζούσαν σ’ ένα όνειρο; Ως πότε θα μπαινόβγαιναν ανενόχλητοι στη δική τους παραμυθοχώρα; Θα μπορούσαν να μείνουν Για πάντα μαζί όπως είχαν υποσχεθεί; Όλα έδειχναν πως ναι, θα έμεναν μαζί, αφού ποτέ δεν τσακώνονταν, ποτέ δεν έβαζε τις φωνές ο ένας στον άλλο, ποτέ δεν κορόιδευε ο ένας τον άλλο και ποτέ δεν είχαν σκηνές ζηλοτυπίας, κι ας ξόδευαν πολλή χρόνο χώρια, κάνοντας διαφορετικά πράγματα, έχοντας διαφορετικούς φίλους.
Αλλά, όσο κι αν όλα μοιάζουν ρόδινα στο σήμερα, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το τι του επιφυλάσσει αύριο η ζωή. Έτσι, κάποτε η Νάντια θα γνώριζε κάποιον άλλον άντρα, κάποιον που θα της προσέφερε όλα όσα κάποτε ονειρευόταν -χρήμα και δύναμη κι ασφάλεια περισσή- γι’ αυτό και θα τον ερωτευόταν, ξεχνώντας όλους τους όρκους της, τις ανεκπλήρωτές της υποσχέσεις. Και τώρα; Και τώρα πώς θα έβρισκε το κουράγιο να πει στον Λευτέρη την αλήθεια;
Αργεί! Αργεί πολύ να του αποκαλύψει την προδοσία της. Κι όταν το κάνει, εκείνος στην αρχή γελάει, το παίρνει για ένα αστείο – κακόγουστο είν’ η αλήθεια, αλλά αστείο. Ωστόσο εκείνη επιμένει. Τέλειωσαν όλα, του λέει, κι εκείνος καταλαβαίνοντας επιτέλους ότι δεν τον κοροϊδεύει, νιώθει τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια του, τα όνειρα και τις προσδοκίες μιας ζωής να γίνονται καθρέφτης που πέφτει με πάταγο και θρυμματίζεται σε χιλιάδες κομμάτια. Γιατί μου το κάνεις αυτό; Σε τι σε απογοήτευσα; Τι σου έλειψε; τη ρωτά απεγνωσμένα, αλλά δεν παίρνει τις απαντήσεις που ζητάει. Τη βλέπει μόνο να απομακρύνεται από κοντά του δακρυσμένη, σχεδόν τσακισμένη, με βήμα αργό αλλά αποφασιστικό.

Μετά το χωρισμό ο Μανόλης καταντά ένα ανθρώπινο κουρέλι, ένα σκουπίδι της ζωής. Όσο σκληρά κι αν προσπαθεί δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που του έχει συμβεί. Και της θλίψης τα ερωτηματικά πάνε κι έρχονται και τυραννάνε την ύπαρξή του. Η Νάντια ήταν η ζωή του όλη, της τα έδωσε όλα, πήρε πολλά από αυτήν. Γιατί τον παράτησε; Γιατί; Αφού ήταν η ιδανική του σύντροφος. Την ήξερε καλύτερα κι απ’ τον εαυτό του και ήταν σίγουρος πως τον αγαπούσε κι εκείνη βαθιά και αμετάκλητα – αυτό βέβαια, μέχρι που ξύπνησε στο λάθος του, μέχρι γεύτηκε την πλάνη του και τιμωρήθηκε βαριά γι’ αυτήν.
Ο χρόνος που περνάει δε μοιάζει καθόλου να τον βοηθάει να επουλώσει τις πληγές. Το αντίθετο μάλιστα, φαίνεται να τις κάνει όλο και πιο επώδυνες. Παρατά τη δουλειά του, που έτσι κι αλλιώς δεν γούσταρε, δε βλέπει πια τους φίλους, σταματά ακόμη να ασχολείται και μ’ εκείνα που κάποτε του έδιναν τη μεγαλύτερη χαρά, τα βιβλία. Μένει κλεισμένος ολημερίς στο σπίτι και στις σκέψεις του που αιμορραγούν. Κι όλο πίνει κόκκινο κρασί που πάντοτε καταφέρνει να κάνει χειρότερο -αφόρητο- τον πόνο. Μέρα και νύχτα στα μεθυσμένα του γιατί μάταια ψάχνει να βρει τις απαντήσεις. Για πάντα μαζί κάποτε του είχε πει και τον ανέστησε. Για πάντα μαζί, θυμάται τώρα κι αργοπεθαίνει. Το βλέμμα του έχει για τα καλά ραγίσει, τα μάτια μείναν άνυδρα, δεν μπορεί καν πια να δακρύσει. Έρχεται το χθες, ανάμνηση οδυνηρή, και ξυπνά μέσα του την οργή και μια γλυκιά μελαγχολία, για τους καταπατημένους όρκους, για τη σκοτωμένη αγάπη. Όχι, το τέλος δεν μπορεί να είναι μακριά!

Πηγαίνει αξημέρωτα και στήνει καρτέρι έξω απ’ το νέο σπίτι της αγαπημένης. Όταν μετά από πολλή ώρα τη βλέπει να βγαίνει απ’ την εξώπορτα την πλησιάζει, γοργά, αποφασιστικά. Γεια σου Νάντια, της λέει μ’ ένα τρυφερό χαμόγελο που ξεχειλίζει από απελπισία κι αγάπη και της καρφώνει το στιλέτο στην καρδιά. Δεν την αφήνει να πέσει χάμω. Την κρατά στην αγκαλιά του σφικτά, με πάθος, μέχρι να ξεψυχήσει. Το αίμα της, υγρή μαρτυρία, καταβρέχει τα ρούχα του, την ύπαρξή του όλη. Βάζει το χέρι του στην πληγή και με το δάχτυλο κλέβει σταγόνες απ’ το ροδοκόκκινο νερό της ζωής. Αρχίζει να γράφει κάτι στο σκαλοπάτι, αργά, προσεκτικά, κι όταν τελειώνει, αφαιρεί το στιλέτο απ’ το στήθος της αγαπημένης και το χώνει στη δική του καρδιά. Τώρα, είναι ξαπλωμένοι πλάι πλάι, ακουμπώντας ο ένας τον άλλο και μοιάζουν να χαμογελούν. Τρεις λέξεις, σα φωτοστέφανο από αίμα, χαϊδεύουν τα κεφάλια τους, τους χαρίζουν μια άγρια, απόκοσμη ομορφιά: Για πάντα μαζί!

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου