Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

Δεν τον ήξερε κανείς

Κάποιος είδε το σώμα του, το άψυχό του κορμί, να επιπλέει βρώμικο, παρατημένο, κάτω από μια πεζογέφυρα που ενώνει την οδό Πράι Σανί με την Τσιαροενράντ, πάνω από τον -πλούσιο σε νερά ποταμό- Μάε Ναμ Πινγκ, στην Τσιανγκ Μάι. Ήταν ένας άντρας ξανθός, μάλλον στα είκοσι και κάτι του, ευρωπαίος ή αμερικανός, που έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε, προφανώς από ατύχημα, ανέφερε η ανακοίνωση της αστυνομίας. Ωστόσο, δεν απέκλεισαν το ενδεχόμενο να επρόκειτο περί εγκληματικής ενέργειας, γι’ αυτό και η έρευνα για τα αίτια του θανάτου του θα συνεχιζόταν, μέχρι την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Την επομένη έγινε και η απαραίτητη νεκροψία, που όμως δεν έριξε και πολλή φως στην υπόθεση. Ο ιατροδικαστής απλά επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο θάνατος προήλθε από πνιγμό, αφού το σώμα δεν έφερε κάποιες εκδορές ή κακώσεις, ενώ η καρδία του βρισκόταν σε εξαιρετική κατάσταση, σημειώνοντας –ωστόσο- ότι στον οργανισμό του ανιχνεύθηκε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ.
Έτσι, η αστυνομία βγήκε αμέσως στους δρόμους, εκστρατεύοντας σε καραόκε μπαρς, εστιατόρια, νυχτερινά κλαμπς και μπυραρίες, προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει τουλάχιστον την ταυτότητά του.
Βλέπαμε όλη την ώρα τους ένστολους να πηγαίνουν και να έρχονται, να σαρώνουν πεζή και με μοτοσικλέτες τους τουριστικούς δρόμους της πόλης, το Μουνμουάνγκ, τον Τα Πάε και το Λόι Κρο, να μπαινοβγαίνουν εδώ κι εκεί και να κάνουν ερωτήσεις στους θαμώνες και το προσωπικό επιδεικνύοντας μια φωτογραφία αλλά εμείς, βαθιά και γλυκά βυθισμένοι στον όμορφο αλκοολικό μας κόσμο, δεν ξέραμε το γιατί. Θα το μαθαίναμε σύντομα, όμως, αφού εκείνη τη ζεστή κι υγρή νυχτιά, δύο αστυνομικοί θα κατέφθαναν και στο δικό μας στέκι.
Άρχισαν, λοιπόν, να ρωτάνε ένα-ένα τα άτομα του προσωπικού αν ήξεραν ποιος είναι, αλλά όχι, είπαν πως δεν τον είχαν δει ποτέ. Πλήρη και κατηγορηματική άγνοια για την ταυτότητά του δήλωσαν και οι θαμώνες. Μέχρι που ήρθαν σε μένα. Τον αναγνώρισα αμέσως, με την πρώτη ματιά, αλλά είπα το αντίθετο. Τους είπα ψέματα κατάμουτρα, δίχως δεύτερη σκέψη, χωρίς καμία ενοχή. Το ένστικτό μου με οδήγησε σ’ αυτή την απόφαση. Λυπάμαι, Πολ, αλλά είχες ήδη φύγει και το λιγότερο που χρειαζόμουνα ήταν μπλεξίματα με την αστυνομία, που δε φημίζεται δα και για τους καλούς της τρόπους. Στη διάρκεια της σύντομης συνομιλίας μου με τους μπάτσους, ένιωθα μια κάποια ένταση, σα φάντασμα, να πλανάται στον αέρα. Κάποια από τα άτομα του προσωπικού με κοιτούσαν μ’ ένα έντονα διαπεραστικό, αλλά και φοβισμένο, θα έλεγα ύφος. Σύντομα θα μάθαινα το γιατί.

Την είδα να μπαίνει στο μπαράκι δυο-τρεις ώρες μετά, κι αμέσως τα κατάλαβα όλα. Σκισμένο φρύδι, μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, μώλωπες στα χέρια – δυστύχημα με τη μοτοσικλέτα, είπε. Δεν την πίστεψα, αφού απουσίαζε απ’ τη συλλογή των εκδορών της το περίφημο ταϊλανδέζικο τατουάζ, η πληγή δηλαδή στον αγκώνα. Θυμήθηκα ότι δυο μέρες πριν είχαν φύγει παρέα απ’ το μπαράκι. Θυμήθηκα ότι εκείνος ήταν μεθυσμένος. Θυμήθηκα ότι, λίγα μόλις λεπτά πριν, μου έλεγε πόσο πολύ μισεί τις πόρνες. Τότε γιατί έφυγε μαζί της;
Τα γεγονότα ήταν πια ξεκάθαρα στο νοτισμένο από αλκοόλη μυαλό μου. Της έριξα μια βιαστική ματιά, της χαμογέλασα πικρά, με μια δόση θλίψης, με λίγη κατανόηση και συνέχισα να παίζω μπιλιάρδο και να πίνω μπίρες με κάποιους άγνωστους φίλους, να αστειεύομαι και να την παρατηρώ, καθώς μιλούσε με τις φίλες της που δούλευαν εκεί. Όταν τελικά ξεκίνησα να φύγω ένιωσα ένα χέρι να με αγγίζει απαλά, αλλά αποφασιστικά στον ώμο. Γύρισα. Ήταν εκείνη. Ευχαριστώ, μου είπε. Δεν απάντησα. Τι να πω, άλλωστε; Έσκυψα το κεφάλι και κίνησα με βαρύ, αργόσυρτο βήμα, για το δωμάτιό μου. Για ν’ αποκοιμίσω τις τύψεις μου, για ν’ αλαφρύνω το βάρος που δίχως ποτέ να το θελήσω, ήρθε να μαυρίσει την ψυχή μου.
Λίγες μέρες μετά η υπόθεση -μια υπόθεση φόνου που χαρακτηρίστηκε τελικά ατύχημα- ουσιαστικά έκλεισε, αφού η αστυνομία βρέθηκε σ’ αδιέξοδο από τη στιγμή που, δεν τον ήξερε κανείς!

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου