Σάββατο, 14 Μαρτίου 2009

Το μυστικό

Ειρήνη μου,
Ψυχή μου! Δε σου έγραψα ποτέ, όσο επίμονα κι αν το ζητούσες αυτό, ένα γράμμα τον καιρό που ήμασταν μαζί, που ήμασταν ένα, μα να που σου γράφω τώρα που έφυγες. Για πάντα. Σου γράφω, αλλά δεν είμαι σίγουρος, δεν ξέρω τι να σου πω! Ή, ίσως ξέρω: μια μεγάλη συγγνώμη. Αυτή σου τη χρωστώ.
Δύσκολη πολύ, ώρες-ώρες αβάστακτη, μοιάζει η ζωή μου δίχως την παρουσία σου να την ομορφαίνει, καλή μου. Μια ζωή λειψή, μισή, χωρίς χρώματα και δίχως γαλήνια συναισθήματα, θεσπέσιες μουσικές. Κοιτώ κάθε μέρα-όλη μέρα τις φωτογραφίες σου, χαϊδεύω νοητά τα βαθιά χαραγμένα απ’ τα πολλά δάκρυα του χρόνου μάγουλα και σου ανακατεύω τρυφερά τα ξανθά σου τα μαλλιά. Προσπαθώ να σε νιώσω όσο γίνεται πιο πολύ κοντά μου, δίπλα μου, μέσα μου, τώρα που είσαι τόσο μακριά. Προσπαθώ να αναδημιουργήσω μέσα από τις πλούσιες ψυχικές μου αναμνήσεις, με τα λιγοστά υλικά ενθύμια που μου άφησες, την εικόνα σου σε τούτο εδώ το χώρο, τον ξεχωριστά μοναδικό, τον ολόδικό μας, που τόση αγάπη και πάθος και πίκρα και πόθο γνώρισε.
Πίστευες στη μοίρα, την ιερή ετούτη πόρνη, θυμάσαι, Ειρήνη; Πίστευες βαθιά στη δόλια και ήσουνα σίγουρη πώς αυτή θέλησε να μας ενώσει τόσο πολύ, τόσο νωρίς, τόσο γερά, και η ίδια εκείνη ήταν που αποφάσισε να μας χωρίσει, τόσο γοργά, τόσο σκληρά και αμείλικτα. Σ’ αυτό συμφωνώ και ταυτόχρονα διαφωνώ μαζί σου, καρδιά μου. Η μοίρα όντως μας ένωσε, αλλά οι άνθρωποι ήταν που μας χώρισαν. Οι άνθρωποι κι η πονεμένη, η ματωμένη σου ψυχή. Αν δεν υπήρχε το μίσος, κι η άγνοια, κι η τύφλα, κι η μικρότητα των ανθρώπων θα ήμασταν ακόμη μαζί. Αν δεν υπήρχαν όλα τα πιο πάνω δε θα πληγωνόσουνα τόσο. Δε θα περνούσες από την κόλαση στον παράδεισο στην αρχή, κι από τον παράδεισο στην κόλαση μετά.
Μου λένε οι φίλοι -τους ξέρεις δα- μου λένε λόγια βαρυσήμαντα, βαρυστόχαστα και παρηγορητικά μεγάλα. Μου λένε πώς ο κόσμος δεν τελειώνει σε μια γυναίκα, σε μια οποιαδήποτε γυναίκα, πώς η ζωή συνεχίζει απρόσκοπτη την πορεία της και σύντομα θα την αγαπήσω ξανά, πώς ο έρωτας δε θα αργήσει και πάλι να μου κτυπήσει την πόρτα. Μου λένε... Μου λένε... Μα, διάολε, τι ξέρουν αυτοί; Τίποτα. Τίποτα δεν ξέρουν. Δεν αγάπησαν ποτέ τους -αλλά ούτε κι αγαπήθηκαν- όπως εμείς, δεν πόνεσαν όσο εμείς, δε χάρηκαν ούτε τις μισές μας στιγμές, ποτέ τους δεν ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τον πιο τίμιο απ’ όλους τους αγγέλους, τον αρχάγγελο του θανάτου.
Όχι, Ειρήνη μου. Όχι, δε λέω ότι έζησα, ότι υπέφερα όσο εσύ, ψυχή της ψυχής μου. Απλά λέω ότι μέσα από την αγάπη μου για σένα ο πόνος σου έγινε κάπου και δικός μου, το συνταρακτικό σου δράμα το βίωσα έστω λιγότερο οδυνηρά κι ο ίδιος. Κι αυτό κάποια βράδια ασυγχώρητα μοναχικά, σε μια κάμαρα κλειστή, σκοτεινή και λυπημένη. Σ’ αγάπησα, σ’ το λέω τώρα που είν’ αργά, σ’ αγάπησα τόσο πολύ, τόσο απόλυτα, που όταν μου είπες ότι αποφάσισες να φύγεις ένιωσα το μέσα μου ν’ αδειάζει από ζωή, την καρδιά μου να χαράζεται με νοητικά μαχαίρια ακονισμένα αμείλικτα.
Ωστόσο, θα ήμουν ψεύτης αν έλεγα πώς δεν το περίμενα, ότι δεν το προαισθανόμουν. Όλα! Όλα όσα έκανες κι έλεγες κι υπονοούσες, το λυπημένο ύφος με το οποίο με κοιτούσες, ο τρόπος που με έκλεινες ασφυκτικά στην αγκαλιά σου, το πάθος, ο πόθος κι ακόρεστη δίψα του έρωτά σου. όλα μου φώναζαν πώς το τέλος ήταν κοντά -το έβλεπα να ξεπροβάλλει απ’ τη γωνία- ότι από στιγμή σε στιγμή θα σε έχανα. Όμως, δεν ήθελα, αρνιόμουνα πεισματικά, ν’ ακούσω τις κραυγές εκείνες της απόγνωσης. Είχα μονάχα αυτιά για της ψυχής μου τους ψίθυρους, που ήταν όλοι για σένα. Είχα μάτια μόνο για την καθαγιασμένη σου μορφή, που γέμιζε τον κόσμο ολάκερο με ομορφιά και θλιμμένη συμπόνια.
Τις τελευταίες μέρες, τις τελευταίες ώρες που ζήσαμε μαζί, τις στερνές ανάσες που μοιραστήκαμε θα τις θυμάμαι μέχρι της ζωής μου το κοντινό ή απόμακρο τέλος, θα τις κρατήσω σα δώρο πολύτιμο και σα φυλακτό, και πάντα, μα πάντα, θα τις αναλογίζομαι με χαμόγελο και κρυφή περηφάνια. Περηφάνια για το πολύ -μα τόσο σύντομο- που ζήσαμε, για τη θεϊκή τύχη που είχα να σε συναντήσω.
Και μη φοβάσαι, καρδιά μου. Μη φοβάσαι καθόλου. Δε θα παραβώ την τελευταία εντολή, τη στερνή σου την παράκληση. Δε θα προδώσω ποτέ το μυστικό μας, το φοβερό μας μυστικό. Θα υπομείνω. Θα υποφέρω αφάνταστα μέσα μου, αλλά θα το κρατήσω. Κανείς δε θα μάθει απ’ τα δικά μου χείλη την πικρή αλήθεια. Σε κανένα δε θα πω ότι εγώ σε σκότωσα. ότι εσύ η ίδια με παρακάλεσες να το κάνω εκείνη την παγωμένη νυχτιά στο κάστρο, κι εγώ απλά υπάκουσα. Όχι, δε θα το πω σε κανένα. Αυτό θα είναι το μυστικό μας, το μονάκριβο δικό μας μυστικό. Για τώρα και για πάντα. Ακριβώς όπως κι η αγάπη μας.
Σου στέλνω ένα αέρινο φιλί, σαν υπόσχεση και σαν πεθυμιά.

Ο Μιχάλης σου

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου