Τετάρτη 30 Ιουλίου 2008

Η μεγάλη λίστα για τα Μπούκερ

Ανακοινώθηκε χθες η μεγάλη λίστα με τα βιβλία που είναι υποψήφια για το βραβείο Μπούκερ. Οι τίτλοι που προκρίθηκαν είναι οι ακόλουθοι:

The White Tiger by Aravind Adiga (Atlantic)

Girl in a Blue Dress by Gaynor Arnold (Tindal Street Press)

The Secret Scripture by Sebastian Barry (Faber and Faber)

From A to X by John Berger (Verso)

The Lost Dog by Michelle de Kretser (Chatto & Windus)

Sea of Poppies by Amitav Ghosh (John Murray)

The Clothes on Their Backs by Linda Grant (Virago)

The Northern Clemency by Philip Hensher (Fourth Estate)

Netherland by Joseph O'Neill (Fourth Estate)

The Enchantress of Florence by Salman Rushdie (Jonathan Cape)

Child 44 by Tom Rob Smith (Simon & Schuster)

A Fraction of the Whole by Steve Toltz (Hamish Hamilton)

Από τον Γκάρντιαν

Τρίτη 29 Ιουλίου 2008

Ο άλλος

Την άλλαξε η γέννηση της κόρης της, τη μεταμόρφωσε. Λες και είδε στο πρόσωπο της μικρής ν’ ανατέλλει για πρώτη φορά το φως της ζωής, η χαρά του να υπάρχεις.
«Όλα θα πάνε καλά,» σκέφτεται, «ακόμη και κείνα που πριν με πλήγωναν.»
Η αλήθεια είναι ότι μέχρι τώρα η ύπαρξή της όλη έμοιαζε με μια ανοικτή πληγή, που δεν έπαυε στιγμή να αιμορραγεί. Η μοναξιά κι η ανασφάλεια στέκονταν πάντα εμπόδιο στο δρόμο της, δεν την άφηναν να ονειρευτεί, δεν της επέτρεπαν να τολμήσει. Αλλά, όχι πια. Φτάνει. Αρκετά θυσίασε τα θέλω της στο βωμό των πρέπει που δεν πίστευε. Θα έπαιρνε τη ζωή στα χέρια της, κι ας πλήγωνε κάποιους ανθρώπους, κι ας έχανε κάθε ίχνος υπόληψης στα μάτια της κοινωνίας. Δεν την ένοιαζε. Τίποτα δεν την ένοιαζε. Μονάχα το μωρό της, κι εκείνος, κι ο εαυτός της, ο αιώνια παραμελημένος.
Το μόνο που λυπόταν ήταν ότι θα εγκατέλειπε τον Σωτήρη. εκείνον, τον μεγάλο ανασφαλή, που έγινε ο άντρας της. Εκείνον που έσπειρε μέσα της τον πόθο του, για να ξεπροβάλει απ’ τα σπλάχνα της το θαύμα. Εκείνον που ήταν σχεδόν είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της, και που για κάποια εποχή έγινε ο πατέρας που ποτέ δεν είχε. ο πατέρας κι εραστής της.
Αλλά, έτσι κι αλλιώς δεν τον αγαπούσε, απλά τον ανεχόταν. Ποτέ της δεν τον αγάπησε όπως του άξιζε, ποτέ δεν του επέστρεψε τα δώρα που της χάρισε. Το παραδέχεται αυτό και δηλώνει ένοχη στο δικαστήριο του μέσα της. Ωστόσο, δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει μαζί του το ψέμα – απλά δεν μπορεί. Πρέπει να φύγει, να τον αφήσει, αυτό είναι το πιο σωστό. Αν δεν το κάνει θα συνεχίσει να φυτοζωεί στο κλουβί και θα κληρονομήσει στην κορούλα της τα κρίματά της.
Ο δρόμος που θέλει ν’ ακολουθήσει είναι πλέον ανοικτός, στο μυαλό και την ψυχή της καλά χαραγμένος. Θα πάει σ’ εκείνον, στον άλλο, σ’ αυτόν που πάντοτε επιθυμούσε μα που ποτέ δεν τόλμησε να πλησιάσει. Σ’ εκείνον που την τρόμαζε και ξυπνούσε μέσα της αισθήσεις ξεχασμένες. σ’ εκείνον που τίποτα δεν της υποσχόταν, ποτέ, παρά πλήθος συγκινήσεων και άγνωστα μονοπάτια.
Απ’ την αρχή εκείνον ήθελε, αυτόν κρυφά ονειρευόταν, αλλά ποτέ της δεν έκανε την κίνηση, ποτέ δεν τον πλησίασε επειδή της φαίνονταν απόμακρος πολύ, ξένος προς τις συνήθειες των ανθρώπων. Εξάλλου, ήταν άσχημος. Ή, μάλλον, όχι άσχημος, αλλά να, ατημέλητος. Δε νοιαζόταν καθόλου για την εμφάνισή του, σ’ αντίθεση με την ίδια που άλλο δεν έκανε από το να ασχολείται μ’ αυτήν. Πώς θα μπορούσε ποτέ να σμίξει με έναν άνθρωπο που βαριόταν να ξυρίζεται, που μπορούσε να κυκλοφορεί με σπασμένα τα δόντια και να χαμογελά πλατιά και που η κόμμωσή του θύμιζε μουσικό της δεκαετίας του ’60; Πώς;
Αλλά, άλλαξε, πολύ! Μεταμορφώθηκε κι αυτός προς το καλύτερο. Ξεπέρασε επιτέλους την αιώνια εφηβεία του. Έτσι, τις προάλλες, όταν βγήκε για λίγο με την αδελφή και το μωρό της και πήγαν σε μια καφετέρια, τρόμαξε να τον αναγνωρίσει. Είχε να τον δει πολλή καιρό, σχεδόν ένα χρόνο, και τώρα στα μάτια της φάνταζε κάποιος άλλος. Κάποιος διαφορετικός. Κάποιος που θα ήθελε να έχει δίπλα της. Κι όμως, ήταν ο ίδιος. Ο ίδιος αστείος, σοφός κι ετοιμόλογος άνθρωπος που γνώρισε για πρώτη φορά πέντε χρόνια πριν.
Κάθισε δίπλα του, έχοντας το μωρό σα διακριτική ασπίδα προστασίας απ’ τα ξένα μάτια. Πήρε ν’ ακούει τις ιστορίες του, να θαυμάζει το φωτεινό πια χαμόγελό του. Πήρε να παίρνει φως από την αύρα του, ν’ ανατριχιάζει απ’ την αίσθηση και μόνο του κορμιού του δίπλα στο δικό της. Και πήρε ν’ αναλογίζεται τα λάθη της, τα μεγάλα, τα ασυγχώρητά της λάθη, που της πλούτισαν το είναι με πολλές μικρές οδύνες και μια μεγάλη ευλογία.
Κι από εκείνες, τις πρώτες-πρώτες στιγμές, άρχισε να σκέφτεται πώς το παραμύθι που ζούσε έπρεπε, το συντομότερο δυνατό, να τελειώσει. Η θέση της ήταν δίπλα σ’ αυτόν τον άνθρωπο, τον φωτεινό, κι όχι δίπλα στον γκρινιάρη που έγινε άντρας της, όχι κοντά σ’ εκείνον που ζήλευε ακόμη και το χώμα που πατούσε.
«Μα, θα με θέλει αυτός;» ρωτούσε με μια μικρή έξαψη και με τρομάρα τον εαυτό της. «Θα με θέλει;»
«Τα μάτια σου πετάνε φωτιές κι αμφιβολία,» διέκοψε το μακροβούτι μέσα της εκείνος, προσπαθώντας να εκμαιεύσει κάποια δήλωση.
«Πετάνε;» απόρησε λίγο μεγαλόφωνα εκείνη και τρόμαξε, αλλά συνήλθε αμέσως και τον κοίταξε με βλέμμα φοβισμένο, προτού ρωτήσει: «Ξέρεις τι σκέφτομαι;»
«Κάτι που δεν μπορείς για την ώρα να μου πεις!»
Ναι! Ναι, αυτός καταλάβαινε την κάθε αντίδραση, την κάθε λέξη και σιωπή της, κι αυτή η τρελή, που από χρόνια πριν θα μπορούσε να τον κάνει δικό της, τον άφησε να της ξεγλιστρήσει και να χαθεί στα πέρατα του κόσμου.
Δεν αντάλλαξαν άλλη λέξη εκείνη τη νύχτα. Απλά κάθονταν δίπλα-δίπλα και σιωπούσαν ή συμμετείχαν αδιάφορα στις κουβέντες των άλλων.
Το μέσα της τη μαχαίρωνε, την τυραγνούσε αμείλικτα για τις ανόσιές της σκέψεις όσο τον ένιωθε μια μονάχα ανάσα μακριά της. Η λογική προσπαθούσε να επιβάλει τους κανόνες της, μα η καρδιά τους αντιστεκόταν με πείσμα. Τον ήθελε μα δεν μπορούσε να τον έχει. Τον ήθελε αλλά δεν μπορούσε να είναι μαζί του. Τον ήθελε...
Για πολλές μέρες και νύχτες δινόταν μέσα της η μάχη. Για νύχτες και μέρες έμενε άγρυπνη, κάνοντας όνειρα για ένα αύριο που ίσως να μην ξημέρωνε ποτέ. Για μέρες και νύχτες ξάπλωνε με τους φόβους και σηκωνόταν με τις ανασφάλειές της.
«Δε σμίξαμε ποτέ για το λάθος λόγο. Λες σήμερα να προσπαθώ να διορθώσω εκείνο το λάθος κάνοντας ένα νέο;»
Αυτό ήταν το μεγάλο ερώτημα, κι όσο κι αν έψαχνε στα έγκατα τού είναι της δεν έβρισκε την απάντηση που ζητούσε. Μέχρι που αποφάσισε να του τηλεφωνήσει.
«Γεια σου, Κώστα. Η...»
«Ελευθερία είσαι!»
«Μα, πώς το κατάλαβες;»
«Περίμενα να μου τηλεφωνήσεις. Για να μου πεις ό,τι δεν τόλμησες...»
Σιγή. Μονάχα οι ανάσες τους ακούγονταν και ένα απέραντο κενό που έρχονταν να συμπληρώσει τις λέξεις.
«Τι σκέφτεσαι;» τόλμησε να τον ρωτήσει τελικά.
«Τίποτα δεν σκέφτομαι. Όλα μέσα μου είναι ξεκάθαρα. Πάντοτε ήταν. Γι’ αυτό άλλαξα. Για σένα. Δεν ήξερα ότι παντρεύτηκες, δεν ήξερα για το μωρό, αλλά δε με νοιάζει. Σε ήθελα. Σε θέλω. Αν νιώθεις κι εσύ το ίδιο το μόνο που έχεις να κάνεις είναι...»
«Να χωρίσω. Μα, φοβάμαι. Φοβάμαι που θα με οδηγήσει αυτό. Φοβάμαι και σένα. Φοβάμαι ότι κάποια μέρα, δεν μπορεί, θα σηκωθείς και θα φύγεις και πάλι.»
«Επέστρεψα για σένα. Κι επέστρεψα κάποιος άλλος. Αν θέλεις το πιστεύεις αυτό, αλλά δεν έχω καμία διάθεση να φύγω με κάποια άλλη, για κάπου αλλού. Μόνο εσύ μετράς για μένα, κι ας δυσκολεύεσαι να το αποδεχτείς αυτό.»
«Δεν ξέρω...»
«Μην το πολυσκέφτεσαι. Άσε τον εαυτό σου ν’ αποφασίσει. Δε θα σε πιέσω καθόλου. Εδώ θα είμαι και θα σε περιμένω. Κι εσένα και την κόρη σου. Κι αν αποφασίσεις να μην έρθεις, ε, τότε θα κινήσω κι εγώ, αργά ή γρήγορα, για άλλα μονοπάτια.»
«Για πόσο καιρό θα περιμένεις, όμως;»
«Μα περίμενα ήδη πέντε χρόνια και τίποτα δεν έπαθα. Μπορώ να περιμένω άλλα τόσα. Κάτσε καλά, βρες τα με τον εαυτό σου, και όταν είσαι σίγουρη τι θέλεις να κάνεις μου λες.»
«Έτσι απλά;»
«Έτσι απλά!» Αποχαιρετίστηκαν σχεδόν άηχα, με μια υπόσχεση να δονεί το έξω και το μέσα της. Κι από εκείνη ακριβώς τη στιγμή πήρε να ζωγραφίζει μέσα της το μέλλον – και να το ζωγραφίζει με πινελιές πολύχρωμες, με τ’ ουράνιου τόξου τη γαλήνη. Και δεν άργησε να πάρει την απόφασή της. Ναι, έπρεπε να πάει σ’ εκείνον. Πέντε χρόνια χαμένα ήταν αρκετά. Έπρεπε ν’ αρχίσει να ζει τη ζωή όπως της άρεσε, να διορθώσει όλα τα λάθη της, να προσθέσει στο μωσαϊκό της ύπαρξής της εκείνο που πάντοτε της έλειπε, την αγάπη.

υ.γ. πρώτη γραφή μιας νέας ιστορίας

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2008

Ο Αγαπειρήνης

«Κι αν ήταν αυτός; Κι αν ήταν αυτός που πάντοτε ζητούσα; Γιατί; Γιατί τον άφησα να φύγει; Ή μάλλον, γιατί έφυγα εγώ και τον άφησα προτού καλά καλά τον γνωρίσω; Γιατί δεν πήρα το ρίσκο;»
Αυτά ρωτά τον εαυτό της ξανά και ξανά η Ζήνα, μα οι απαντήσεις δεν της δίνονται. Ποιος να της απαντήσει, άλλωστε; Και να της πει τι; Αφού όλα από εκείνη εξαρτιόνταν, έστω και για λίγο, και τα θαλάσσωσε. Και τώρα, σε μια άλλη πόλη, σε μια άλλη χώρα, τη χώρα της, είναι μέρα και νύχτα μοναχή κι αναμετριέται με τα φαντάσματά της, με τα αν, τα τι και τα γιατί της.
Τον γνώρισε στη Σόφια. Ήταν περαστική από κει -καθοδόν για ένα συνέδριο σε κάποια άλλη πόλη της Βουλγαρίας, τη Βάρνα-. και σαν τέτοια δεν ήξερε πως να ξοδέψει το χρόνο της. Έτσι, άρχισε να τριγυρνά από δω κι από κει, να κοιτά τους ανθρώπους και τις βιτρίνες, να παρατηρεί τις παραστάσεις ενός άλλου κόσμου, τόσο παρόμοιου, αλλά διαφορετικού από το δικό της.
Η βόλτα μεγάλη, οι ώρες πολλές, στο τέλος-τέλος ένιωσε να κουράζεται και κάθισε σ’ ένα παγκάκι στην άκρη ενός λίγο παραμελημένου, αλλά ντυμένου όσο έπαιρνε στο πράσινο πάρκου, για να ξαποστάσει και να σκοτώσει λίγο χρόνο ακόμα.
Δεν πέρασε πολλή ώρα όταν άκουσε κάποιον να της μιλά στα βουλγάρικα και να της δείχνει το παγκάκι.
«Μιλάς αγγλικά;» τον ρώτησε.
«Ναι,» απάντησε με τη χαρακτηριστική σλαβική προφορά. «Ρωτούσα αν μπορώ να καθίσω εδώ.»
«Ελεύθερα,» του απάντησε κι εκείνος κάθισε μεμιάς, πλατιά χαμογελώντας.
«Από πού είσαι;» τη ρώτησε.
«Απ’ την Ελλάδα.»
«Ω, έπρεπε να το καταλάβω. Όμορφη σαν ελληνίδα είσαι.»
Εκείνη απλά χαμογέλασε. Δεν του είπε τίποτα. Δεν ήξερε τι να του πει άλλωστε, αφού δεν ήτανε μαθημένη στα κομπλιμέντα. Τον ρώτησε μονάχα τι κάνει στη ζωή του.
«Φοιτητής είμαι,» αποκρίθηκε κι άναψε ένα τσιγάρο.
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί κοιτώντας στο πουθενά. Μια αίσθηση οικείας αμηχανίας έμοιαζε να διατρέχει τον αέρα. Τελικά, αφού αντιλήφθηκε ότι αν δε μιλούσε ο ίδιος εκείνη δε θα μπορούσε να συνεχίσει την κουβέντα τους, πλάκωσε τις ερωτήσεις.
«Κι εσύ;»
«Κι εγώ τι; Α, ναι, όχι. Όχι, δεν είμαι φοιτήτρια. Τέλειωσα...»
«Είσαι εδώ για διακοπές;»
«Για δουλειά. Ή μάλλον όχι ακριβώς για δουλειά, αλλά για ένα σεμινάριο.»
«Τι σεμινάριο;»
«Παιδαγωγικής. Εσύ; Τι σπουδάζεις;»
«Δεν ξέρω!»
Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια ερωτηματικά και μετά πήρε να γελάει. Δεν ξέρει, σκεφτόταν, δεν ξέρει λέει, και δώσ’ του γέλιο. Το χρειαζόταν αυτό, πολύ, αφού μετά από μια απόλυτα μηχανική και μοναχική μέρα, το γέλιο ήτανε το καλύτερο γιατρικό, ο τέλειος, ο ιδανικός αποφορτιστής.
«Έλα τώρα, πες μου την αλήθεια,» απαίτησε, όταν κατάφερε λίγο να συνέλθει.
«Βασικά κάτι σαν ψυχολόγος προσπαθώ να γίνω, αλλά δεν τα πολυκαταφέρνω. Η πολλή θεωρία με κάνει και νυστάζω.»
«Εγώ πάντα νυστάζω,» επισήμαν’ εκείνη μ’ ένα φευγαλέο χαμόγελο. Αλήθεια ήταν!
«Έχεις χρόνο για μια βόλτα;»
«Ναι. Φυσικά. Έτσι κι αλλιώς βαρέθηκα να κάθομ’ εδώ.»
Σηκώθηκαν και άρχισαν να περιπλανιόνται στους δειλινούς δρόμους της πόλης χωρίς προορισμό. Περπατούσαν αργά, μιλούσαν σιγά, ανακάλυπταν και αποκάλυπταν τα κοινά και τις διαφορές τους. Έμοιαζαν να μοιάζουν πολύ. Όσο πολύ μοιάζουν δηλαδή δυο άγνωστοι άνθρωποι που δε θα ξαναϊδωθούν ποτέ, εκτός κι αν η μοίρα αποφασίσει αλλιώς.
Καθώς ο ήλιος έπεφτε και το φεγγάρι πήρε να ξεμυτίζει ανάμεσα από δέντρα ψηλά και πολυκατοικίες παλιές, του είπε ότι ήταν πια καιρός να επιστρέψει στο πανδοχείο που έμενε, αφού την επόμενη μέρα έπρεπε να ξυπνήσει πολύ νωρίς για να ξεκινήσει για τη Βάρνα.
Προσφέρθηκε αμέσως να τη συνοδέψει εκεί, όπως κι έγινε. Και σαν της ζήτησε να περάσει μέσα μαζί της δεν του αρνήθηκε, αφού τον ήθελε εκεί. Της άρεσε η παρέα του, της άρεσε πολύ, αλλά δεν ήταν πρόθυμη ν’ αποζητήσει τίποτα περισσότερο απ’ δαύτηνε.
Έτσι, πήγαν στο δωμάτιό της, κάθισαν κατάχαμα, κι ακουμπισμένοι στο κρεβάτι πήραν να μοιράζονται δυο-τρεις μπύρες, λόγια και σιωπές. Καλά περνούσαν, μα εκείνη ένιωθε όλο και πιο πολύ εξαντλημένη και στο τέλος-τέλος του είπε ότι λυπόταν, αλλά έπρεπε να φύγει. Αυτό δεν του πολυάρεσε, αλλά δεν είπε τίποτα. Μονάχα την παρακάλεσε να του δανείσει το κινητό της για να κάνει μια κλήση. Τελειώνοντας, σηκώθηκε από χάμω και βοήθησε κι εκείνη να σηκωθεί, την αγκάλιασε για μια στιγμή και τη φίλησε στο μάγουλο, λέγοντας:
«Όταν γυρίσεις από τη Βάρνα, αν έχεις καιρό, ψάξε με.»
«Θα το κάνω,» απάντησε αβέβαια εκείνη, τον συνόδευσε έξω και την τελευταία στιγμή βιάστηκε να τον ρωτήσει:
«Έι, ποιο είναι το όνομά σου;»
«Λιουμπομίρ! Σημαίνει αγάπη και ειρήνη,» απάντησε πλατιά χαμογελώντας.
«Ο Αγαπειρήνης, λοιπόν!» ψιθύρισε με θαυμασμό εκείνη.
«Κι εσύ είσαι η...»
«Ζήνα.»
«Δεν της μοιάζεις. Εσύ είσαι πιο όμορφη.»
«Πιο όμορφη;»
Έμεινε να τον κοιτά για λίγο απορημένη, αλλά ύστερα θυμήθηκε, κατάλαβε, πήρε να γελάει. Τον αποχαιρέτησε μ’ ένα φιλί στον αέρα.
Πέντε μέρες ξόδεψε στη Βάρνα, κι έτσι ακριβώς τις ένιωσε, σαν ξοδεμένο χρόνο δηλαδή. Τίποτα δεν είχε να της πει εκείνο το συνέδριο, τίποτα να της χαρίσει. Από τη μια πλήξη στην άλλη ταξίδευε όσο ήταν εκεί.
Έτσι, με το που επέστρεψε στη Σόφια, όπου δε θα μπορούσε να μείνει περισσότερο από μισή όλη κι όλη μέρα -από το μεσημέρι μέχρι το βράδυ- ήταν αποφασισμένη όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο να συναντήσει τον Αγαπηρείνη, εκείνον που την έκανε και χαμογελούσε.
Να τον συναντήσει, αλλά πώς; Αφού εκείνος δεν είχε κινητό τηλέφωνο. Αφού δεν είχε τα στοιχεία του. Αφού... Αλλά, θυμήθηκε! Θυμήθηκε ότι είχε κάνει κλήση από το κινητό της σε κάποιο φίλο του. Ο αριθμός υπήρχε ακόμη στη μνήμη. Έστειλε ένα μήνυμα στο φίλο του. Έγραφε ότι θα τον περίμενε σε μια ώρα εκεί που είχαν πρωτογνωριστεί.
Πήγε, λοιπόν, στο πάρκο, κάθισε και τον περίμενε. Για μια ώρα και άλλη μία και μισή. Δεν εμφανίστηκε ποτέ ο Αγαπηρείνης της, κι εκείνη, με βαριά καρδιά σηκώθηκε κι έφυγε, αφού σύντομα έπρεπε να κινήσει για το αεροδρόμιο.
«Δεν ήτανε της μοίρας μας γραφτό,» σκεφτότανε με μια δόση απογοήτευσης και λίγο λυπημένη καθώς έφτανε στο πανδοχείο.
Εκεί, έκανε ένα ντους, ντύθηκε όπως-όπως, όπως πάντα, και κατέβηκε στην είσοδο για να πάρει το λεωφορείο που θα την οδηγούσε όσο πιο πολύ γινόταν μακριά του, και μετά το αεροπλάνο που θα την πετούσε ακόμη μακρύτερα.
Αλλά, με το που βγήκε έξω τον είδε. Στεκόταν εκεί αναψοκοκκινισμένος, με κομμένη την ανάσα, φανερά εξαντλημένος αφού έτρεχε, έτρεχε για να την προλάβει. Και την πρόλαβε. Την πρόλαβε για να τη δει και να της πει αντίο.
Αγκαλιάστηκαν. Αντάλλαξαν ένα φιλί ανάλαφρο σαν υπόσχεση αόριστη και τις διευθύνσεις των ηλεκτρονικών τους ταχυδρομείων και αποχαιρετίστηκαν.
Δάκρυα μικρά, λειψά, σαν τις δυνάμεις της, άρχισαν να χαράζουν πορείες στα μάγουλα και να σκιαγραφούν απορίες στα μάτια της, καθώς το λεωφορείο έβαζε μπρος κι έπαιρνε να κινείται με ταχύτητα γοργή κι αβίαστη, ανάμεσα στα γκρίζα κτήρια και τις φτωχικές μα φωτεινές αναμνήσεις της πόλης. Τώρα πια ταξίδευε αμετάκλητα μακριά του.
«Κι αν ήταν αυτός; Κι αν ήταν αυτός που πάντοτε ζητούσα; Γιατί; Γιατί τον άφησα να φύγει; Ή μάλλον, γιατί έφυγα εγώ και τον άφησα προτού καλά καλά τον γνωρίσω; Γιατί δεν πήρα το ρίσκο;»
Αυτά ρωτά τον εαυτό της η Ζήνα, μα απάντηση δεν περιμένει καμιά.

Σάββατο 26 Ιουλίου 2008

Απόσπασμα από... το μέλλον

Ένα απόσπασμα, το πρώτο μάλλον κεφάλαιο, από το μυθιστόρημά μου "Δεύτερη Ζωή", το οποίο θα κυκλοφορήσει εκτός απροόπτου από την Εμπειρία τον Οκτώβρη, σας δίνω σήμερα. Κάποιοι λιγοστοί άτυχοι είχαν την ευκαιρία να το διαβάσουν στο μπλογκ με τα διηγήματά μου προτού το διαγράψω...

Θ’ αρχίσουνε μια νέα, μια δεύτερη ζωή, μαζί, μακριά από όλους και όλα, μακριά απ’ τους μικρόνοες και μικρόκαρδους ανθρώπους, μακριά απ’ το χθες που ήταν πόνος και φως και μοναξιά και τρυφερότητα.
Θα είναι επιτέλους ξανά μαζί, αν και δεν υπήρξαν ποτέ πριν, αν και πάντοτε ήταν. Ταίριαζαν, όπως η πρωινή δροσιά στα φύλλα των δέντρων, όπως η αγάπη στην ψυχή, όπως η ζωή στη ζωή. Ταίριαζαν οριστικά και αμετάκλητα, κι ας μην συναντήθηκαν ποτέ τα κορμιά, κι ας τα φιλιά που αντάλλαξαν ήταν εκείνα της φιλίας, στο μάγουλο και στο μέτωπο. Στο αγαπημένο μάγουλο και στο αγαπημένο μέτωπο.
Ναι, σύντομα θα είναι κοντά της ο αγαπημένος. Ανυπομονεί, αγωνιά, ανατριχιάζει, αναρωτιέται. Τι θα της φέρει το αύριο, αναρωτιέται. Θα είναι λαμπερό, όπως το φαντάζεται, όπως το ζωγράφισε στο μέσα της, ή θα είναι κι εκείνο γεμάτο πόνο, με μικρές εκλάμψεις χαράς, όπως ήταν το παρελθόν;
Κι εκείνος! Πώς θα αντιδράσει στη συμβίωση μαζί της; Θα μπορέσει να επουλώσει σύντομα τις πληγές που τον χάραξαν; Θα της δώσει την αγάπη που της αξίζει; Της αξίζει;
Εφτά χρόνια φαγούρας και τώρα που έφτασε στην πηγή, τώρα που είναι έτοιμη να πιει το νερό και να δροσίσει τους πόθους της, τώρα νιώθει πιο αβέβαιη παρά ποτέ. Πριν, τα πράγματα ήταν δύσκολα αλλά απλά. Αυτός αλλού, αυτή αλλού, υπήρχε μία τάξη, στο μέσα και στο έξω της. Ήξερε που πήγαινε, ήξερε τι ζητούσε. Προς εκείνον πήγαινε, την αγκαλιά του ζητούσε, ένα ανεκπλήρωτο έρωτα ζούσε.
Κάθεται στη μικρή της αυλή, παρέα με τα λουλούδια, τις γάτες και κάποια περαστικά κοτσύφια και σκέφτεται. Σκέφτεται! Το μυαλό της ταξιδεύει συνέχεια στο χθες, προσπαθεί να συλλάβει το αύριο. «Θα μπορέσει να την ξεπεράσει;» αναρωτιέται. «Θα μπορέσει; Αλλά, και γιατί, παρακαλώ, να μην μπορέσει; Έχουν περάσει, άλλωστε, τόσα χρόνια... Άλλαξε! Αλλάξαμε...»
Μοιάζει να πονάει, πολύ. Τον κόσμο εντός της τρώνε οι αμφιβολίες, οι ανασφάλειες, ο φόβος. Ο φόβος ότι το όνειρο δε θα βγει αληθινό, ότι τα χρόνια που θυσίασε θα πάνε χαμένα, ότι ποτέ δε θα την αγκαλιάσει, ότι ποτέ δε θα την αγαπήσει όπως Εκείνη. Εκείνη τη μία, τη μοναδική, Εκείνη που του χάρισε μια νέα ζωή και που έκλεψε τη δική του, Εκείνη που θα έπρεπε να μισεί με όλη της την ψυχή, αλλά δεν, αφού το μίσος της θα ήταν μικρόπρεπο, δίχως αντικείμενο, χωρίς ουσία.
Εφτά χρόνια! Πόσο γρήγορα, πόσο βασανιστικά αργά πέρασαν. Και τώρα; Τώρα μετρά τις ώρες, τις στιγμές που απομένουν, μέχρι που να βρεθεί κοντά του. Να τον κρατήσει στην αγκαλιά της δίχως όρους, χωρίς περιορισμούς και διακοπές, να τον κρατήσει, ως το τέλος.
Την αγκαλιά του σκέφτεται και χαμογελά, τα φιλιά του σκέφτεται και μαλακώνει, την αγκαλιά και τα φιλιά του σκέφτεται και τρομάζει. «Πώς θα είναι, άραγε; Πώς θα είναι;»
Οι σκιές του δειλινού ζωγραφίζουν τους τοίχους, η ροδιά ζωντανεύει καταπράσινη μπρος στα μάτια της ετούτη τη μοναδική στιγμή του Ιούνη.
«Λίγες ώρες μόνο μείνανε... Λίγες ώρες μείνανε... Μετά θα ξέρω... Εφτά χρόνια μοναξιάς... Εφτά χρόνια φαγούρας... Θα ξέρω αν θα φτάσουν στο τέλος τους... Εκείνος λέει πως με αγαπά, αλλά... Αλλά, ίσως να ήμουν το αποκούμπι του... Γι’ αυτό... Ίσως...»
Τα δάκρυα αρχίζουν να ρέουν σιωπηλά, το βλέμμα της να φωτίζει. «Το τέλος ή η αρχή,» σκέφτεται. «Το τέλος ή η αρχή!»
Κάθεται εκεί, στη μικρή αυλή, μέχρι να σκοτεινιάσει, μέχρι το φεγγάρι να ανατείλει στον πλήρη κύκλο του. Κάθεται μέχρι να στραγγίξουν τα πηγάδια της ψυχής. Κάθεται μέχρι να ανατείλει η καινούρια μέρα στη ζωή της. Κάθεται, και περιμένει, και πλάθει την εικόνα του μέσα της. Το χαμόγελο του. Το πικρό του χαμόγελο. Τα κοντοκουρεμένα μαλλιά. Το μέλι των ματιών του. Τα χέρια του που σκλήρυναν. Τα χέρια του, που ανυπομονεί να την κρατήσουν, να τη χαϊδέψουν, τα χέρια του...

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2008

J.R.R. Tolkien – The Children of Hurin

Το τελευταίο βιβλίο του Τόλκιν, που κυκλοφόρησε πέρυσι, οι κριτικοί και το κοινό κάθε άλλο παρά επιφυλακτικά το υποδέχθηκαν. Κάτι το όνομα του συγγραφέα, κάτι η τελειότητα των προηγούμενων έργων του, κάτι η μυθολογία που τον συνοδεύει, όλ’ αυτά έκαναν τους πάντες να πιστεύουν ότι Τα Παιδιά του Χούριν θα ήταν επίσης ένα αριστούργημα. Αλλά, δεν είναι. Σε σύγκριση με την τριλογία του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών και το Χόμπιτ, αυτό το βιβλίο θα χαρακτηριζόταν σαν φτωχός συγγενής.
Την ευθύνη φυσικά γι’ αυτό δε φέρει ο μακαρίτης ο συγγραφέας, αλλά ο γιος του, που ανέλαβε την επιμέλεια και κυκλοφορία του. Ειδικά το πρώτο και παραφορτωμένο κεφάλαιο δείχνει ότι ο τελευταίος δεν είχε τα φόντα ν’ αντεπεξέλθει στο έργο που ο ίδιος ανέλαβε και είμαι σίγουρος ότι αν ζούσε ο Τόλκιν δε θα επέτρεπε να κυκλοφορήσει στην παρούσα μορφή.
Όπως και νάχει, το έργο αυτό καταπιάνεται, όπως λέει κι ο τίτλος, με τα έργα και τις ημέρες των παιδιών του Χούριν: του Τούριν και της Νιένορ. Ο πρώτος απομακρύνεται από μικρός, μετά από απόφαση της μητέρας του της Μόργουεν από το σπίτι του, και οδηγείται στη χώρα των ξωτικών όπου εκπαιδεύεται στην τέχνη του πολέμου. Ανήσυχος, ωστόσο, καθώς είναι, με το που θα ενηλικιωθεί θα εγκαταλείψει τη γαλήνια φυλή και θ’ αρχίσει ένα μακρινό ταξίδι στα μονοπάτια του κινδύνου και της καταστροφής, όπου πολλές φορές θα φτάσει κοντά στο θάνατο, πολλές φορές θα πέσει και θα ξανασηκωθεί, και πολλές φορές, λόγω κυρίως της ξεροκεφαλιάς του, θα επιφέρει στους γύρω του τον όλεθρο.
Σε αντίθεση μ’ αυτόν η Νιένορ θα μεγαλώσει υπό την προστασία της μητέρας τους, και όταν έρθει η ώρα θα πορευτεί μαζί της προς τη χώρα των ξωτικών, όπου ελπίζουν -μάταια, όπως θα αποδειχτεί- να βρουν τον Τούριν.
Η ιστορία διαδραματίζεται αιώνες πριν το έπος του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, τότε που η Μέση Γη αναστέναζε κάτω από την απειλή του πρώτου Σκοτεινού Άρχοντα, του Μόργκοθ. Αυτός είναι ο μεγάλος εχθρός του Τούριν, αυτόν πολέμα, και αβάσιμα ελπίζει κάποια μέρα να σκοτώσει.
Όπως και στα άλλα βιβλία του Τόλκιν έτσι και σ’ αυτό κόβουν βόλτες οι ορκς, τα ξωτικά κι οι νάνοι, αλλά το πιο τρομερό πλάσμα είναι ο δράκος Γκλαουρούνγκ, και μ’ αυτόν είναι που θα δώσει τη στερνή του μάχη ο θαρραλέος Τούριν.
Κλείνουμε αυτή τη σύντομη αναφορά με δύο ‘ατάκες’:
«Αυτός που τρέχει για να ξεφύγει από τους φόβους του ίσως σύντομα ανακαλύψει ότι απλά πήρε το σύντομο δρόμο για να τους συναντήσει...»
«Οι άνθρωποι είναι άπληστοι κι ανοικονόμητοι, και δε θα προφυλάξουν τα φυτά μέχρι που αυτά θ’ αφανιστούν.»
Εξαιρετική η εικονογράφηση του Alan Lee.

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2008

Κενζάμπουρο Όε – Μια προσωπική υπόθεση

Συνεχίζοντας με τις αναγνώσεις της ιαπωνικής λογοτεχνίας παίρνουμε στα χέρια μας το Μια προσωπική υπόθεση του Κενζάμπουρο Όε, ένα μυθιστόρημα σκληρό και σκοτεινό που μιλά με ωμή γλώσσα για των ανθρώπων τα πάθη και τα λάθη, τις δειλίες και τους μικρούς ηρωισμούς.
Βασικός πρωταγωνιστής σ’ αυτή την ιστορία είναι ο Μπερντ, ένας αντικοινωνικός και περίκλειστος στον κόσμο του καθηγητής, που από τη μια στιγμή στην άλλη βρίσκεται αντιμέτωπος μ’ ένα μεγάλο πρόβλημα: η γυναίκα του έχει μόλις φέρει στον κόσμο ένα αφύσικο μωρό, που μοιάζει να έχει δύο κεφάλια.
Στη θέα και μόνο του γιου του ο Μπερντ μοιάζει να χάνει τα λογικά του και προσπαθώντας να ξεφύγει απ’ την σκληρή πραγματικότητα που τον περιβάλλει επισκέπτεται μια φίλη από τα παλιά. Η Χιμίκο τον δέχεται αδιαμαρτύρητα στο σπίτι και τη ζωή της και του παρέχει όλη τη φροντίδα και κατανόηση που ποτέ δε γνώρισε απ’ τη γυναίκα του. Ωστόσο, η εικόνα του κακόμοιρου παιδιού του, που μάλλον πρέπει να πεθάνει για να μην καταντήσει φυτό, τον κυνηγά συνεχώς, τον στοιχειώνει, δεν τον αφήνει για στιγμή να ησυχάσει.
Τι να κάνει, λοιπόν; Ν’ αφήσει τους γιατρούς ν’ ανοίξουν το κεφάλι του μωρού προσπαθώντας να το γιατρέψουν; Ή, να επιχειρήσει προσωπικά να βάλει τέλος σ’ αυτή τη φάρσα που του έκανε η ζωή;
Ο Μπερντ είναι ένας αντιήρωας με τα όλα του -δεν είναι τυχαίο ότι σε κάποιο σημείο του μυθιστορήματος γίνεται αναφορά στον Κάφκα- και σαν τέτοιος μοιάζει να ισορροπεί σ’ ένα τεντωμένο σκοινί, που είτε θα τον οδηγήσει σε μια μικρή λύτρωση ή στην απόλυτη καταστροφή. Μεγάλο το δίλημμα που έχει να αντιμετωπίσει και κανείς δεν μπορεί να προδικάσει την απόφασή του. Θα προσπαθήσει άραγε κι αυτή τη φορά να θάψει τα προβλήματά του κάτω από το χαλί, ή θα σταθεί επιτέλους δυνατός και θα τα αντιμετωπίσει;
Ο συγγραφέας, με αφορμή την ιστορία, κάνει κι ένα σχόλιο για τη σύγχρονη ιαπωνική κοινωνία, που όλο και αλλάζει, που όλο και κινείται με πιο γρήγορες ταχύτητες, που όλο και κυλάει πιο βαθιά στο μηδενισμό. Και δε συμπεριφέρεται με ιδιαίτερη συμπάθεια στους ήρωές του. Τους αφήνει να πληγώνονται και να ματώνουν ασύστολα, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην πραγματικότητα. «Οι άνθρωποι πια δε ζουν, μονάχα επιβιώνουν,» μοιάζει να είναι το μήνυμά του.

Από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Τρίτη 22 Ιουλίου 2008

Αγαπητέ Κανένα

Μέρες παράξενες, παράξενες πολύ, είναι αυτές που τώρα ζω. Όχι, δε θα πω ότι είμαι συγχυσμένος, όχι απόλυτα, ή πώς δεν ξέρω τι μου γίνεται. Η αλήθεια είναι ότι ξέρω πολύ καλά τι μου γίνεται, κι αυτό ακριβώς είναι που με ανησυχεί, αφού για μένα αποτελεί μια πρωτόγνωρη εμπειρία.
Τι εννοώ; Τώρα πώς να το εξηγήσω; Με λόγια απλά, υποθέτω. Άκου, λοιπόν, τι έχει να σου πει ο αδαής σου φίλος: Αποφάσισα ότι το μόνο πράγμα που στ’ αλήθεια θέλω να κάνω στη ζωή μου είναι να γράφω. Κι αυτή δεν είναι μια απόφαση που προέκυψε από το πουθενά, καθώς μέσα στον τελευταίο χρόνο έγραψα ή ξαναέγραψα πεντέμισι βιβλία. Μόλις σήμερα τελείωσα με τις διορθώσεις των δύο τελευταίων και τώρα βρίσκομαι σ’ ένα δίλημμα: Να πιάσω και πάλι στα χέρια μου το μυθιστόρημα που άφησα στη μέση προτού επιστρέψω στην Κύπρο τον περασμένο μήνα ή ν’ αρχίσω να γράφω ένα καινούριο, που θα διαδραματίζεται στην Τσιανγκ Μάι, στα αγγλικά;
Αλλά, αυτό δεν είναι το μοναδικό μου δίλημμα. Τις τελευταίες μέρες νιώθω πάλι έντονα τις τάσεις φυγής μου. Βασικά όλο σκέφτομαι να φύγω γι’ αλλού, αλλά απλά δεν μπορώ ν’ αποφασίσω για που. Για την Τσιανγκ Μάι, για τα Χανιά ή για το χωριό εδώ στην Κύπρο;
Ναι, το ξέρω, πάει τρελάθηκα. Αλλά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πάντα τρελός ήμουνα. Η μόνη διαφορά είναι ότι τώρα το διαφημίζω κιόλας.
Τέλος πάντων, νυστάζω και δεν ξέρω τι άλλο να πω, έτσι κάπου εδώ θα σε αποχαιρετήσω.
Να ’σαι πάντα καλά και να χαμογελάς.

Υ.Γ. Ξαναδιαβάζοντας αυτό το γράμμα αντιλήφθηκα ότι δεν έπρεπε να το γράψω. Θα το τυπώσω και θα το σχίσω...

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2008

Γιασουνάρι Καβαμπάτα – Κιότο

Για κάποιο λόγο, που δεν είναι του παρόντος να εξηγήσω, εδώ και λίγες μέρες άρχισα σιγά-σιγά ν’ ασχολούμαι με την ιαπωνική λογοτεχνία. Είπα πρώτα να ανατρέξω στη βιβλιοθήκη μου προτού πάρω στα χέρια μου τα βιβλία που είναι καθ’ οδόν από τας Αμερικάς και το Άμαζον.
Πριν λίγες μέρες σας μίλησα για το Κάπα του Ακουταγκάουα, ενώ σήμερα θα αναφερθώ στο Κιότο του Γιασουνάρι Καβαμπάτα, ενός ακόμη αυτόχειρα συγγραφέα.
Το ανά χείρας βιβλίο είναι και δεν είναι η ιστορία της Κιέκο, μιας συνηθισμένης κοπέλας, την οποία παράτησαν οι γονείς της έξω από ένα σπίτι στο Κιότο, και την οποία ανέλαβε να αναθρέψει η οικογένεια που τη βρήκε. Τώρα, καθώς βρίσκεται στα είκοσί της χρόνια συλλαμβάνει τον εαυτό της όλο και πιο συχνά ν’ αναρωτιέται γιατί την εγκατέλειψαν, ποιοι ήταν οι αληθινοί της γονείς και πώς θα ήταν η ζωή της αν ήταν ακόμη μαζί τους.
Φυσικά, σε όλα αυτά τα ερωτήματα φαίνετ’ απίθανο να βρει κάποια μέρα τις απαντήσεις, αλλά οι μοίρες έχουν άλλη άποψη. Έτσι, κάποια φορά, εντελώς στα ξαφνικά, οδηγούν στο δρόμο της τη δίδυμη αδελφή της. Και τότε όλα αλλάζουν.
Το Κιότο είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος: ένα βιβλίο που μιλά για την ιαπωνική πόλη. Ο μύθος του είναι μάλλον φτωχός κι η αφήγηση αργή, αλλά και τα δύο εξυπηρετούν την ιστορία μια χαρά. Οι δύο αδελφές, ο χωρισμός κι η επανασύνδεσή τους, αποτελούν μονάχα τις αφορμές, τα άλλοθι του συγγραφέα, που μοιάζει να θέλει πιότερο να μιλήσει με νοσταλγία πικρή για την πόλη του, που στο πέρασμα του χρόνου μοιάζει να χάνει την ψυχή της, να δυτικοποιείται και να βαδίζει με όλο και πιο γοργά βήματα προς ένα μέλλον που στα μάτια του φαντάζει ψεύτικο κι αβέβαιο, ασύμβατο με την ιαπωνική ψυχή. Ένας από τους ήρωές του λέει κάπου: «Στις μέρες μας πια μιλάμε μόνο για ιδέες και αισθήσεις. Ακόμα και για τα χρώματα αναφερόμαστε στα δυτικά πρότυπα.» Το παράπονο μεγάλο και μοιάζει να ξεχειλίζει.
Όσο, ωστόσο, το βιβλίο αυτό θυμίζει μια ελεγεία για τη ζωή που χάνεται, άλλο τόσο αποτελεί έναν ύμνο στη φύση. Είναι ένα καταπράσινο και με τον τρόπο του οικολογικό βιβλίο. Η ηρωίδα του, η Κιέκο, μοιάζει να αγαπά όλα τα δέντρα και όλα τα λουλούδια, τα βουνά, τα ποτάμια, ακόμη και τη βροχή. Βλέπει την ομορφιά σε όλα τα στοιχεία της φύσης και τη διαλαλεί, όπως κι ένας νεαρός φίλος της εξάλλου, ο Χιντεό: «Τα λουλούδια έχουν ζωή. Ζωή σύντομη, που όμως δεν περνάει απαρατήρητη. Τα χρόνια πάνε κι έρχονται, μπουμπούκια ανοίγουν...» λέει αυτός. Ενώ ο πατριός της παρατηρεί ότι: «Οποιοδήποτε λουλούδι, ανάλογα με τον τρόπο ή τη στιγμή που το βλέπεις, μπορεί να σε μαγέψει.»
Το Κιότο είναι ένα λίγο λυπημένο, μα καλογραμμένο βιβλίο, που οπωσδήποτε δεν προσφέρεται για ανάγνωση σε κάποια παραλία. Αν θελήσετε να το διαβάσετε κάντε το κάποια λυπημένη νύχτα του χειμώνα, ώστε να νιώσετε σε βάθος αυτά που προσπαθεί να μεταδώσει.

Κυριακή 20 Ιουλίου 2008

Η Μπαλάντα του Αποχαιρετισμού;

Πάνω σ' αυτό το κείμενο δούλευα, ή μάλλον ξαναδούλευα, αυτή τη βδομάδα. Πάει καιρός να γράψω κάτι καινούριο, αλλά μάλλον θ' αρχίσω να το κάνω σύντομα. Μέχρι τότε απολαύστε ένα απόσπασμα από την εκδοχή 3 του "Σ' Αγαπώ Απελπισμένα", που δυστυχώς σηκώνει ακόμη πολλή δουλειά.

«...Ν’ αγαπηθώ από κάποια σαν και σένα, μονάχα αυτό ζητούσα – τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Πίστευα ότι με μια αγάπη τόσο ξεχωριστή όπως τη δική σου, ο κόσμος μου θ’ αποκτούσε άλλη όψη, πιο φωτεινή, πιο χαρούμενη και πολύχρωμη, όπως και έγινε.
Αλλά, δυστυχώς η αγάπη είναι και πόνος, κι αυτό πάντοτε το ήξερα. πόνος οξύς, οδυνηρός, όπως ο σημερινός, ή ίσως και παντοτινός, της σωματικής σου απουσίας απ’ τη ζωή μου. Μα, ακόμη κι όταν ήμασταν μαζί πονούσα, σιωπηλά από μέσα μου υπέφερα, κι ας προσπαθούσα να μην το δείχνω. Πονούσα από αγάπη. Πονούσα στην ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσε να σου συμβεί κάτι κακό. Πονούσα όταν σε σκεφτόμουνα ή και σε έβλεπα θλιμμένη, όταν σε φανταζόμουν μακριά μου, ακριβώς όπως και τώρα.
Ο εαυτός μου χάνονταν όταν ήμασταν μαζί, γίνονταν σκιά και αύρα και κυλούσε μέσα σου και σ’ αγκάλιαζε, κι ήμουνα τόσο -μα τόσο- ευτυχισμένος. Δεν είχα στ’ αλήθεια τίποτα να σου δώσω, μόνο την παρουσία μου, δεν είχα τίποτα να πάρω, μονάχα εσένα!
Χθες το βράδυ, έσφιξα με πείσμα τα δόντια, μαστόρεψα μαστορικά την κατήφεια μου και πήγα σ’ ένα μπαράκι για ν’ ακούσω λίγη μουσική, για να πιω ένα κρασάκι κι άλλο ένα, μήπως και ξεχαστώ. Όλη την ώρα ήμουνα στον κόσμο μου χαμένος, εντελώς φευγάτος, τίποτα δεν έβλεπα, κανένας ήχος δε μ’ έφτανε, όταν ξαφνικά άκουσα μια μελωδική γυναικεία φωνή, με παράξενη προφορά, να μου ψιθυρίζει στ’ αυτί: Ό,τι είναι θα περάσει! Λίγο ταράχτηκα. Αφαίρεσα με μια μικρή καθυστέρηση το σκέπαστρο των σκέψεων απ’ τα μάτια μου, μόνο και μόνο για να δω μια νεαρή γυναίκα, με σίγουρα βήματα ν’ απομακρύνεται και να χάνεται, κουβαλώντας ένα δίσκο, στο βάθος του μαγαζιού. Αυτή μου μίλησε, ή η φωνή που άκουσα ήταν ένα δημιούργημα της αχαλίνωτής μου φαντασίας; Ό,τι είναι θα περάσει...»

Θα περάσει άραγε; Πάντως αν γυρίσει πίσω στη Μάγια δε θα είναι για να της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία, αλλά επειδή την αγαπά. Είναι σίγουρη γι’ αυτό. Και θα γυρίσει σαν από ταξίδι, το ξέρει, σαν να μην υπήρξε ποτέ χωρισμός.
Ω, ονειρεύεται συχνά πολύ εκείνη την ευλογημένη μέρα που θ’ ανοίξει -αλλά πώς, αφού δεν έχει πια το κλειδί- την πόρτα του σπιτιού της και θα μπει μέσα, μ’ εκείνο το σκανδαλιάρικο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. Ονειρεύεται! Θαυμαστό, αλλά κι η ίδια κάπου πια θαρρεί πώς είναι αργά για όνειρα.
Μα, της λείπει τόσο. Της λείπει το να την ξυπνά μ’ ένα φιλί, κάθε πρωί, σερβίροντάς της πρόγευμα στο κρεβάτι. της λείπει ο ήχος κι η ηχώ της φωνής του όταν την αποκαλεί πριγκηπέσα μου. της λείπουν τα πρωτότυπά του δώρα, οι κρασοκατανύξεις τους. της λείπει το να κάθονται μαζί στο χαλί και να τη ζεσταίνει με αγάπη και στοργή απέριττη μέσα στην αγκαλιά του, καθώς θα βλέπουν μια παλιά αγαπημένη ταινία. της λείπουν οι βόλτες με τη μοτοσικλέτα, οι ξαφνικές τους αποδράσεις. της λείπει η φροντίδα του, η γλύκα που εκπέμπει όταν της ψιθυρίζει είσαι η ψυχούλα μου. της λείπουν οι ψευτοκαυγάδες τους, το άρωμα του κορμιού του στα σεντόνια της, η θετική του ενέργεια. της λείπει το να της λέει ότι είναι ο προορισμός του.
Είναι; Είναι ακόμη ο προορισμός του; Αυτό αναρωτιέται. Είναι;
Μετά από τόσο πόνο, μετά από τέτοια πτώση και τόση δυστυχία, το μόνο που της απομένει είναι να τον περιμένει να φανεί από κάποια γωνιά του δρόμου, να έρθει και πάλι να την αγαπήσει όπως μονάχα εκείνος ξέρει και να καταληφθεί ξανά από τη νόσο της Μάγιας, ν’ αρρωστήσει βαριά από έρωτα.
Να ’ρθεις τώρα, αγάπη, να ’ρθεις, σε περιμένω, τώρα που είμαι εγώ, ψιθυρίζει το μήνυμά της στον άνεμο κι ελπίζει ότι αυτός θα διασχίσει βουνά και θάλασσες για να του το μεταφέρει.
Καθώς ξεφυλλίζει τα τετράδια της κοινής τους ζωής δεν μπορεί παρά να δακρύζει. να δακρύζει και να χαμογελά την ίδια ώρα. Ο Νικόλας της έχει γίνει έμμονη ιδέα. Τόσο έντονη που πιστεύει ότι αν δε γυρίσει σύντομα πίσω κοντά της θα τρελαθεί. Αλλά, ίσως και να υπερβάλλει – όπως πάντα. Τον θέλει όμως τόσο! Τόσο που...
Κάθε βράδυ πίνει ένα ποτήρι απ’ το αγαπημένο τους κόκκινο κρασί. Κάθε βράδυ ακούει κάποια απ’ τα τραγούδια τους... που να βρω ένα φιλαράκι, να μου πει πώς μ’ αγαπάει στ’ αλήθεια, αφού κι εσύ έχεις εξαφανιστεί... Κάθε βράδυ κοιτά τις φωτογραφίες που βγάλανε μαζί, στις φοβερές εκδρομές τους. Κάθε βράδυ παίρνει στα χέρια της ένα-ένα τα βιβλία που της έχει χαρίσει και τα χαϊδεύει, σα φυλακτά πολύτιμα, και κοιμάται αγκαλιά με το Γλάρο Ιωνάθαν.
Και πολύ συχνά βλέπει ξανά και ξανά την αγαπημένη του ταινία, τη βασισμένη σ’ ένα απ’ τα αγαπημένα του βιβλία, την ιστορία του Κόμη Δράκουλα. την απόλυτη ιστορία αγάπης, όπως έλεγε εκείνος. την ιστορία κάποιου που είχε το θάρρος, για χάρη της χαμένης του αγάπης, να θυσιάσει την ψυχή του την ίδια, να γίνει απέθαντος και για αιώνες ολόκληρους να βιώνει τον πόνο της απώλειας.
Ένα κλουβί με αναμνήσεις, πολλές όμορφες και γλυκές, λίγες άσκημες και πικρές, είναι το διαμέρισμά της. Αναμνήσεις που απόψε μοιράστηκε με μερικές κόλλες χαρτί -για δες, πήρε κιόλας να ξημερώνει- χαρίζοντάς τους το δώρο της ζωής, όπως πλείστες άλλες φορές είχε κάνει μέσα στη σκέψη της.
Αλλά, ο χρόνος πέρασε, τα λόγια λιγόστεψαν, δε θ’ αργήσει να στερέψει η πηγή. Είπε όλα όσα ήθελε να πει; Τα έγραψε όλα; Στ’ αλήθεια, δεν ξέρει. Εκείνο που στα σίγουρα γνωρίζει είναι πως τώρα πια νιώθει άδεια, αλλά κι απίστευτα πλήρης, φτωχή και πλούσια πολύ, όπως είχε ακριβώς προβλέψει ο καλός της στο τέλος ετούτου, του δεύτερου γράμματος:

«...Νιώθω τον πόνο σου, καλή μου, το νιώθω μέσα στο στήθος μου βαθιά, το βιώνω με κάθε ανάσα μου. Μια νοητή μαχαιριά είναι και με ματώνει. Βρες ένα τρόπο κι άδειασε την ψυχή σου, Μάγια μου, δώσ’ της νέα πνοή, ξαλάφρωσέ την. Αν θες, γράψε μου. Γράψε ένα γράμμα ποταμό, σαν τούτο δω το δικό μου, και βγάλε τα σώψυχά σου, όλα σου τ’ απωθημένα. Αν θες βρίσε με, αν θες αγάπησέ με, αν θες μίσησέ με. Ή, αν δεν το μπορείς αυτό, κάνε κάτι άλλο, κάτι που σου ταιριάζει. Ανέβα καλύτερα πάνω στη σκηνή και άδειασε εκεί το ποτήρι του πόνου σου, του πόνου μας, στάλα-στάλα, μάτωσε -αν αγαπάς- μπροστά στους άλλους ανθρώπους, μίλησέ τους όπως μόνο εσύ ξέρεις, πες τους την ιστορία μας, μοιράσου μαζί τους με γενναιοδωρία ψυχής τις αναμνήσεις μας. Μην ανησυχείς, δε θα σε γιουχαΐσουν, θα καταλάβουν. Θα καταλάβουν τις αλήθειες σου, θα νιώσουν τον πόνο σου, ηθελημένα ή άθελά τους θα γίνουν το καθαρτήριό σου.
Άνοιξε, λοιπόν, την ψυχή σου, καρδιά μου, μίλα, και θα λυτρωθείς.

Πάντα καλά,

Ο Νικόλας σου»

Αυτά της έγραφε, λοιπόν, ο αγαπημένος. Κι ακολούθησε τη συμβουλή του – απλά επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Όχι, δεν ανέβηκε στη σκηνή για να πει την ιστορία τους, αλλά κάθισε και με τη φτωχική της γλώσσα, τα λειψά της μέσα, την έγραψε. Ποιος ξέρει; Ίσως κάποια μέρα σταθεί στο σανίδι και την αφηγηθεί σε άγνωστους ανθρώπους – ναι, ίσως και να το επιχειρήσει αυτό. Μέχρι τότε, όμως, θα κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί. θ’ αγαπά και θα ελπίζει.
Όπως λέει και το μότο του Δράκουλα: Η Αγάπη Δεν Πεθαίνει Ποτέ. Όχι, δεν πεθαίνει. Είναι πάντα μαζί μας. Μας ακολουθεί σε κάθε μας βήμα και περιμένει πάντοτε σε κάποια γωνιά την πρώτη ευκαιρία, για να μας δείξει και πάλι το όμορφο, το φωτεινό της πρόσωπο.
Έχει κουραστεί πολύ, νιώθει πια εξαντλημένη η Μάγια. Θα σβήσει τώρα τα φώτα, θα σφαλίξει τα άγρυπνά της μάτια και θα ξαπλώσει γαλήνια στο μοναχικό της κρεβάτι. Θα αναλογιστεί για λίγο την απελπισμένη της αγάπη, κι ανάλαφρη πλέον, απαλλαγμένη από τις ενοχές, θα ταξιδέψει στον κόσμο των ονείρων της, εκεί όπου μπορεί και βλέπει ακόμη το πρόσωπό του.

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2008

Ατάκα κι επί τόπου

«Και το μέλι και το δηλητήριο, και τα δυο απ’ τη φύση είναι φτιαγμένα.»

«Ν’ αλλάζεις συνέχεια, να γίνεσαι σύννεφο και κύμα. Σαν το φεγγάρι να γιομίζεις και να τρεμοσβήνεις.»

«Ο χρόνος από μόνο σου δεν έχει σημασία. Αν τον σπαταλάμε ή τον γεμίζουμε, αυτό είναι που μετρά.»

«Θέλω γιο, αλλά το ξέρω ότι κορίτσι θα είναι το παιδί. Και όταν μεγαλώσει θα γίνει κούκλα σαν τη μάνα της. Κι ενώ εκείνη θα βγαίνει με τους γκόμενους εγώ θα βγαίνω με το μπαστούνι.»

«Ο εαυτός μου μού έλεγε ότι κυνηγούσα χίμαιρες. Εγώ του απαντούσα πως στόχευα στην καταστροφή τους.»

«Ο φόνος δεν αποδεικνύει την αγάπη σου για μένα, αλλά το μίσος σου για τους άλλους.»

«Για πες μου, μικρέ: Έμαθες ν’ αγαπάς τις γυναίκες ή συνεχίζεις να τις αναλύεις;»
«Τις αγαπάω αναλυτικά!»

«Σε κάθε άνθρωπο αντιστοιχούν τουλάχιστον τρεις θλίψεις.»

«Όταν το μέσα σου δε φοβάται κανένα, κανένας δεν μπορεί να το απειλήσει.»

«Προσπαθείς να σκοτώσεις τις ενοχές σου με τα δώρα. Με τη μυγοσκοτώστρα...»

«Δεν είναι η κακία που κυβερνά τον κόσμο, είναι η αδιαφορία.»

Αποσπάσματα από ένα μελλοντικό αριστούργημα (εδώ γελάτε)

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008

Απόκληροι των Αναμνήσεων

Κάθε που γράφω μια καινούρια ιστορία
Κάθε που διαβάζω μια παλιά
Μέσα εκεί σε βρίσκω
Στα λόγια και τις σιωπές μου.
Ξέρεις, ίσως ποτέ μου να μη σου ’πα
Όλα αυτά που θα ’θελα
Κι εσύ ίσως ποτέ να μην κατάλαβες
Τι έκρυβαν οι σιωπές μου.
Ζούσαμε κρυπτικά, μες στις σκιές των λέξεων
Απόκληροι των αναμνήσεων του αύριο.
Εσύ κρυβόσουνα απ’ τη ζωή
-αυτή φοβόσουν-
κι εγώ κρυβόμουνα απ’ την ψυχή σου
-δεν ήθελα να δει ποιος ήμουν.
Δίσταζα να σου μιλήσω για τις αλήθειες μου
Ήταν οδυνηρές
Δε ζητιάνεψα την αγάπη σου
Ήταν αφόρητη.
Προσπάθησα να μη σε κλέψω
Για να μη σε χάσω.
Μα με έκλεψες εσύ
Με τη φυγή σου.
Με άφησες φτωχό και μόνο
Να παραδέρνω
Στο μεταίχμιο μιας απόφασης που ποτέ δεν πήρα.

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2008

Michael Connelly – The Narrows

Ο Μάικλ Κόνελι έγραφε πολύ καλύτερα το 2003 παρά το 2007. Γι’ αυτό δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία αφού το τελευταίο του βιβλίο, το The Overlook, ήταν κάπως φτωχικό και ελαφρώς για τα μπάζα.
Σ’ αντίθεση μ’ εκείνο όμως το The Narrows είναι ένα καλογραμμένο θρίλερ καταδίωξης που δεν κρύβει πολλά μυστικά, αλλά το οποίο ωστόσο καταφέρνει να καθηλώσει τον αναγνώστη με την καταιγιστική του δράση.
Ήρωας του βιβλίου είναι ο ντετέκτιβ-φετίχ του Κόνελι, ο Ιερώνυμος Μπος, ο οποίος προσπαθεί ν’ ανακαλύψει αν πράγματι ο Τέρι ΜακΚάλεμπ (γνωστός μας κι αυτός από άλλα μυθιστορήματα του συγγραφέα) πέθανε από καρδιακή προσβολή ή αν κάποιος τον σκότωσε.
Τα μονοπάτια της έρευνάς του θα τον οδηγήσουν στα ίχνη του Ποιητή, ενός κατά συρροή δολοφόνου που εθεωρείτο νεκρός, αλλά δεν ήταν, και ο οποίος πολύ τυράννησε τις αρχές στο παρελθόν, σ’ ένα ακόμη παλιό μυθιστόρημα του συγγραφέα, που είχε σαν τίτλο το ψευδώνυμό του.
Ο Ποιητής, λοιπόν, ξανακτυπά κατ’ επανάληψη δημιουργώντας πανικό στο FBI, που όλο τον κυνηγά μα όλο τον χάνει, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί ο Μπος (όχι πώς χρειαζόταν και πολύ για να τον πείσει κανείς δηλαδή), με τη βοήθεια μιας πράκτορος, να πάρει την κατάσταση στα χέρια του.
Οι ήρωες του Κόνελι σ’ αυτό το βιβλίο είναι πλαστικοί, εύπλαστοι, γεμάτοι αδυναμίες και πάθη, υπαρξιακά ερωτήματα και μεγάλες αμφιβολίες. Όλους μοιάζουν να τους κυνηγούν κάποια φαντάσματα από το παρελθόν, φαντάσματα από τα οποία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο προσπαθούν να ξεφύγουν.
Όπως και σε μερικά από τα άλλα μυθιστορήματα που πρωταγωνιστεί ο Μπος, εδώ ο συγγραφέας καταπιάνεται με τα θέματα της μοναξιάς και της απώλειας και των μεγάλων διαψευσμένων προσδοκιών και αναλύει διεξοδικά την ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών, αφήνοντας ωστόσο ανοικτά κάποια παράθυρα αμφιβολίας. Τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να σκοτώνουν χωρίς κανένα λόγο; Γιατί κάποιοι αρέσκονται να κυνηγούν τα προβλήματα; Τι είναι εκείνο που οδηγεί κάποιον στη συγκροτημένη παράνοια; Τα ερωτήματα που τίθενται είναι πολλά, και οι ερμηνείες όλες ανοικτές.
Ένα ευκολοδιάβαστο θρίλερ γραμμένο με κινηματογραφικό ύφος που σίγουρα προσφέρεται για ανάγνωση ετούτες τις νωχελικές ημέρες του καλοκαιριού.