Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2008

Ο Φαφλατάς

Πριν πολλά, πάρα πολλά χρόνια, όταν βρισκόμουνα ακόμη στα σύνορα της νιότης με τη μέση ηλικία, η οργή αποτελούσε τον ένα και μοναδικό κανόνα στην καθημερινότητά μου. Ήμουνα μόνιμα κατσούφης και θυμωμένος, τα έβαζα με όλους και με όλα, και οι λίγοι φίλοι που ακόμη με ανέχονταν προσπαθούσαν να με βάλουν σε μια τάξη, αλλά μάταια. Πώς να το πετύχαιναν αυτό άλλωστε; Αφού, όπως και να το κάνουμε, είχα πάντα ή σχεδόν πάντα δίκιο στις κρίσεις μου για τους ανθρώπους, κι εκείνοι που συνήθως έβαζα στο στόχαστρό μου δεν ήταν παρά οι κοκόροι, οι ξερόλες κι οι φαφλατάδες – όλοι όσοι δηλαδή μου έμοιαζαν!
Τη θυμάμαι, λες και ήταν χθες, εκείνη τη βραδιά που συναντήθηκα μ’ εκείνους τους φίλους και δυο-τρεις άλλες άγνωστες σε μένα φάτσες, σε μια απ’ τις πολλές δήθεν παρακμιακές ταβέρνες, που διαθέτει η πόλη μας. Ανάμεσα στους τελευταίους ήταν και ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους που οι μόνες φορές που σταματούν να μιλούν για τους εαυτούληδές τους είναι όταν μιλούν οι άλλοι γι’ αυτούς. Μια αηδία.
Μας πήρε, λοιπόν, μονότερμα. Μας μίλησε για τις αμέτρητες γυναίκες του, για τις απίστευτες περιπέτειες που έζησε, για τα ατέλειωτα μεθύσια και την αναμφισβήτητη μαγκιά του. Ήμασταν μια αντροπαρέα οκτώ ατόμων, αλλά η μοναδική φωνή που ακουγόταν ήταν η δικιά του. Στην αρχή είπα να το παίξω εκκωφαντικά αδιάφορος, αλλά μετά από αρκετή ώρα θέλοντας και μη -κι αφού, φαινομενικά, δεν είχα άλλη επιλογή- άρχισα να δίνω μια κάποια σημασία στα λόγια του και να τον παρατηρώ με το ειδικό μου βλέμμα, εκείνο που σφάζει. Τι ψεύτης! Τι φαφλατάς! Μας φλόμωσε στη μαλακία... σκεφτόμουνα καθώς εκείνος συνέχιζε το κρεσέντο του. Τα μάτια του πρόδιδαν, φώναζαν τη ψευτιά και το φόβο του, το φόβο μην αμφισβητήσει κανείς τα λεγόμενά του...

Η συνέχεια εδώ...
Δημοσίευση σχολίου