Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2008

Λύτρωση

Περπατά σκυφτός, λυπημένος, βιαστικός, με τα χέρια βαθιά χωμένα στις τσέπες του ασήκωτου παλτού του, καθώς τη χειμωνιάτικη ετούτη νύχτα ο αέρας λυσσομανά παγώνοντάς του τα κόκαλα, καθώς το χιόνι μεταμορφώνεται από όμορφες νιφάδες σε μια κρύα κι επικίνδυνη μάζα για τους διαβάτες. Όχι πως δίνει και μεγάλη σημασία στις καιρικές συνθήκες, αλλά δεν μπορεί και να τις αγνοήσει κιόλας, βυθισμένος καθώς είναι στις σκέψεις του. Πρέπει να το ξεφορτωθεί, σκέφτεται, πρέπει να ξεφορτωθεί αμέσως το αντικείμενο που μεταφέρει, προτού συμβεί κάτι κακό.

Ναι, το κέρδισε στα χαρτιά, αλλά ήξερε από την πρώτη στιγμή πως δεν έπρεπε να το πάρει στα χέρια του, ότι δεν έπρεπε να το κρατήσει. Καλύτερα θα ήταν αν το πουλούσε αμέσως κι ας έπαιρνε λιγότερα λεφτά απ’ όσο στ’ αλήθεια άξιζε. Δεν το έπραξε όμως, και να τώρα που το νιώθει να ασκεί μια παράξενη επιρροή πάνω του, που του δίνει μια απροσδιόριστη δύναμη και μια πεποίθηση ότι μπορεί να κάνει τα πάντα, να που κάνει κατάληψη στην ψυχή και το μυαλό του και δεν μπορεί να βρει αναπαμό.

Είναι λίγο μετά τα μεσάνυχτα και το χιόνι αρχίζει να πέφτει όλο και πιο πυκνό απ’ τον ουρανό, οι νιφάδες πιάνουν έναν άγριο χορό κάτω απ’ τα χλωμά φώτα της πόλης. Οι διαβάτες πια στους δρόμους είναι λιγοστοί, κι αυτοί πολύ βιαστικοί, καθώς σπεύδουν για τα σπίτια τους ή για κάποιο άλλο μέρος ζεστό και φιλόξενο. Αυτός δε βιάζεται να πάει πουθενά, απλά βιάζεται. Λες και τρέχει να ξεφύγει απ’ τον εαυτό του, απ’ τις σκέψεις του, από το μέλλον πως δίχως καμία απολύτως αμφιβολία τον περιμένει. «Όχι, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό ξανά,» λέει στον εαυτό του, «Αποκλείεται!» προσπαθεί να τον πείσει. Κι όμως, βαθιά μέσα του το ξέρει, το ξέρει καλά πως δε θα μπορέσει ούτε κι ετούτη τη φορά να ξεφύγει από τη μοίρα του, μια μοίρα που μισεί, που απεχθάνεται όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο, μια μοίρα που είναι όμως το μόνο που έχει, που του δίνει ζωή και που του την κλέβει στάλα τη στάλα, στιγμή τη στιγμή.


Η συνέχεια στα Διηγήματα
Δημοσίευση σχολίου