Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2008

Τίποτα δεν έχει αλλάξει...

και τίποτα δεν είναι όπως παλιά, και γι’ αυτό θλίβεται, εκνευρίζεται, μετανιώνει. Θέλει να βγάλει μια σπαρακτική κραυγή: “ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ”, αλλά δεν το κάνει αφού το ξέρει, δεν υπάρχουν αυτιά για να τον ακούσουν, μάτια για να τον δουν, να τον δουν όπως πραγματικά είναι. Και πως είναι; Μόνος, σ’ αδιέξοδο, με κομμένα τα φτερά, με όλα τα “σίγουρα” χαμένα. Αλλά, εντάξει, αυτό το τελευταίο δεν τον χαλάει στ’ αλήθεια, εκείνο που τον τρώει είναι το ότι πίστευε πως τούτη τη φορά τα πράγματα θα ήταν αλλιώς, πως θα μπορούσε να πραγματοποιήσει τα όνειρά του. Κούνια που τον κούναγε, πριν ξαφνικά ξυπνήσει. Και σαν ξύπνησε, τι κατάλαβε; Άρχισε και πάλι να βυθίζεται στις σκέψεις, οι δυνάμεις του χάθηκαν, ο ύπνος στο ελάχιστο και τα νεύρα που είχε ξεχάσει τι είναι, στα ύψη… Και το ποτό! Τα ούζα απ’ το απόγευμα, μπύρες νωρίς το βράδυ και μετά κρασί, για να σβήσει μες στις αλκοολικές ουσίες. Και οι άλλοι γύρω του να μην καταλαβαίνουν, ή ίσως να μη θέλουν να καταλάβουν, να σκέφτονται “φάση είναι, θα του περάσει”. Θα του περάσει! Πώς να του περάσει, όμως; Αφού σύμφωνα με τα λεγόμενά τους είναι δίχως καρδιά και εντελώς αναίσθητος; Ας είναι… Θα του περάσει! Κι ας μη ζητά τώρα πια τίποτ’ άλλο πια παρά τη χαμένη ψυχική γαληνή, κι ας η μόνη χαρά που του ‘χει απομείνει είναι το να περπατά αργά το βράδυ ακούγοντας μουσική, κι ας πείθει με μεγάλη προσπάθεια κάθε πρωί τον εαυτό του ότι, ναι, αξίζει να ζήσει μία ακόμη μέρα. Να ζήσει ακόμη μία μέρα, αόρατος…
Δημοσίευση σχολίου