Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2008

Σώτη Τριανταφύλλου: Λος Άντζελες

Πήρα, επιτέλους, στα χέρια μου το Λος Άντζελες της Σώτης Τριανταφύλλου και του Πέτρου Νικόλτσου. Το διάβασα αμέσως, με μια ανάσα, και η πρώτη ιδέα που σχηματίστηκε στο μυαλό μου ήταν πως έπρεπε να τιτλοφορείται «Νέα Υόρκη». Βλέπετε, είμαι από τους τυχερούς που έχουν στην κατοχή τους τα βιβλία «Το εναέριο τρένο στο Στίλγουελ» και «Άλφαμπετ Σίτυ», πάνω στα οποία βασίστηκε η συλλογή, κι έτσι τα κείμενα μου ήταν γνωστά. Και τα περισσότερα από αυτά μιλούσαν για τη Νέα Υόρκη και όχι για το Λος Άντζελες.
Ύστερα, ωστόσο, το ξανασκέφτηκα το θέμα και κατέληξα ότι ο τίτλος είναι άσχετος. Τα κείμενα και οι φωτογραφίες είναι που έχουν σημασία. Τα κείμενα που μιλούν για μια Αμερική που γνώρισε πολύ καλά η Σώτη και για τη μικρογραφία της, το Λος Άντζελες, που φωτογράφισε όμορφα ο Νικόλτσος.
Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο δεν μπορεί παρά να προσέξει κανείς ότι πολλές φορές οι εικόνες και τα λόγια δε «συμβαδίζουν», κι αυτό είναι αναπόφευκτο αφού τα κείμενα προηγήθηκαν των φωτογραφιών. Είναι κάτι όμως που τα δένει: μια υπόγεια αίσθηση νοσταλγίας. Τα ασπρόμαυρα πλάνα του ενός καλλιτέχνη μοιάζουν πολλές φορές να κάνουν μακροβούτι στις αναμνήσεις του άλλου. Λες και προβαίνουν σε κάποια αλληλο-εξομολόγηση, που βγαίνει αβίαστα στο βιβλίο.
Όπως ανέφερα και πιο πριν, τα κείμενα τα έχω διαβάσει εδώ και καιρό, πολλές φορές μάλιστα, και τα έχω απολαύσει όσο λίγα από τα γραφτά της συγγραφέως, έτσι δεν μπορώ να προσφέρω κάποια αντικειμενική κρίση γι’ αυτά. Ωστόσο, με το κρύο μάτι του φωτογράφου, οφείλω να ομολογήσω ότι κάποιες από τις φωτογραφίες δε μου άρεσαν τόσο (αν και κάποιες άλλες με ενθουσίασαν). Μιλώ για λίγα ουσιαστικά πλάνα όπου βλέπει κανείς «κομμένα» κεφάλια ή όπου ο φωτισμός είναι πολύ άνισος ή που ολόκληρη η σκηνή είναι υπερφωτισμένη. Αν δεν επρόκειτο για βιβλίο που στηρίζεται τόσο στο λόγο όσο και στην εικόνα, ίσως να μην κάναμε αυτές τις επισημάνσεις.
Όπως και νάχει, με τα μικρά του ελαττώματα ή χωρίς, το Λος Άντζελες είναι μια όμορφη συλλογή, που θα δώσει την ευκαιρία στους φίλους της συγγραφέως να ανακαλύψουν -για πρώτη, ίσως, φορά- κάποια από τα παλιά της κείμενα, αλλά και να γνωρίσουν, μέσα από τις εικόνες, μια άλλη όψη της αμερικανικής μεγαλούπολης.
Κλείνουμε αυτή την αναφορά μ’ ένα απόσπασμα:
«Αναρωτιόμουν – αναρωτιόμουν πώς θα ήταν αν είχαμε παντρευτεί εκείνον που μας άρεσε στο λύκειο, αν είχαμε ζήσει με τη χάρη του 19ου αιώνα, αν είχαμε δεχτεί τον κόσμο. Πώς θα ήταν χωρίς ταξίδια ασθμαίνοντα, χωρίς αστέρια αφρίζοντα – πώς θα ήταν αν ζούσαμε με τους κανόνες των άλλων, αν τις νύχτες κοιμόμασταν μέσα σε υδάτινα τοπία και νούφαρα. Αναρωτιόμουν – πώς θα ήταν χωρίς αυτά τα αρχαϊκά ζώα, τα δηλητηριώδη φυτά, χωρίς αυτά τα παράκαιρα όντα, τα εκπεσόντα. Κάθε βράδυ, όταν συναντιόμασταν στους μεγάλους λιμενοβραχίονες, μέσα στις αμφίβολες συγχρωμίες, θυμόμουν εσένα, εσένα και τη φωτιά που σε χαράζει – κι αναρωτιόμουν πώς θα ήταν.»

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μελάνι
Δημοσίευση σχολίου