Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

Τα Κουράδια της Οργής

«Κάποια μέρα θα τον εκδικηθώ. Δεν πάει άλλο η κατάσταση. Θα τον εκδικηθώ με όποιο τρόπο μπορώ...»
Αυτό σκεφτόταν, κάθε φορά που τον έβλεπε, ο Μανόλης. Δεν τον άντεχε τον τύπο. όχι μόνο δεν τον άντεχε, αλλά το μισούσε. Μισούσε το καθετί πάνω του: την εμφάνισή του, τη φωνή του, το ειρωνικό του χαμόγελο, μα πάνω απ’ όλα μισούσε τη μεταμφιεσμένη κακία του, που κανείς εκτός απ’ τον ίδιο δε φαίνονταν να διακρίνει.
Κάθε φορά που ερχόταν για επίσκεψη στο σπίτι τους, άναβαν τα λαμπάκια του Μανόλη. Μπροστά στη μαμά και τον μπαμπά, έλεγε για κείνον: «Τι χαριτωμένος που είναι!», αλλά αν τύχαινε και έμεναν για μια στιγμή μόνοι τον αποκαλούσε ηλίθιο και μυξιάρικο και κατουρλή, και τον τσιμπούσε με κακία. Αλλά, φυσικά δεν μπορούσε να μιλήσει γι’ αυτά ο καημένος ο μικρός. Δυο χρονών μωρό, τι να πει; Τι να πει για να καταλάβουν η μαμά κι ο μπαμπάς, τι κακός ήταν αυτός ο κύριος;
Υπέμενε, λοιπόν, καρτερικά το μαρτύριο. Το υπέμενε και μέσα του σιωπηλά ορκιζόταν – αν και δεν ήξερε τι σημαίνει αυτό – ότι θα έπαιρνε την εκδίκησή του – κι ας μην ήξερε ούτε κι αυτή τι σημαίνει.
Ήταν μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, μάλλον Κυριακή, αφού ο μπαμπάς κι η μαμά δεν έφυγαν απ’ το σπίτι. Όλη η οικογένεια – οι τρεις τους δηλαδή – βρισκόταν στον κήπο, όταν άκουσε τον ήχο από το κουδούνι. Η μαμά έσπευσε ν’ ανοίξει την πόρτα, αφού ο μπαμπάς ήταν απασχολημένος πίνοντας μπίρα και ψήνοντας κάτι στη σχάρα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο οργισμένος ένιωσε όταν είδε να ξεπροβάλει απ’ την πόρτα που οδηγούσε στον κήπο, ο καταραμένος εχθρός του. Έριξε μια θυμωμένη ματιά πρώτα στο μπαμπά και μετά στη μαμά, και έτρεξε για να κρυφτεί στο δωμάτιό του. Ξαφνικά, όμως, άλλαξε γνώμη, αφού είδε ένα πανέμορφο κορίτσι να κάνει την εμφάνισή του, πίσω από τον ακατονόμαστο. Ήταν όμορφο σαν τις νεράιδες, που του λέγανε στα παραμύθια.
Μόλις τον είδε, έτρεξε και τον αγκάλιασε και τον σήκωσε ψηλά μ’ ένα πλατύ και φωτεινό χαμόγελο. Και για όσο θα κρατούσε εκείνη η μέρα θα ήταν συνέχεια κοντά του, παίζοντας μαζί του, ταΐζοντάς τον, γελώντας με τα καμώματά του – προς φρίκη του εχθρού, που κάθε λίγο και λιγάκι την πλησίαζε και της έλεγε να πάψει να σαλιαρίζει με το ηλίθιο μυξιάρικο.
Όσο για το Μανόλη, ήταν ευτυχισμένος. τόσο ευτυχισμένος δεν ένιωσε ξανά ποτέ, στη σύντομη ζωή του. Έτρεχε ξυπόλυτος – όλοι ξυπόλυτοι ήταν – στο γρασίδι, πλατσούριζε με τα νερά, γελούσε με την ψυχή του. Αλλά, ούτε και για μία στιγμή δεν ξέχασε τον εχθρό και την εκδίκηση που ορκίστηκε.
Ήταν αργά το απόγευμα, όταν ένιωσε την ανάγκη να πάει στην τουαλέτα. Κινώντας, λοιπόν, με τα μικρά του βήματα, για τον προορισμό του, κι αφού αρνήθηκε την προσφορά του κοριτσιού να τον συνοδέψει – «Μόνο του... μόνο του...» της είπε – κοντοστάθηκε στην είσοδο, όπου είδε αφημένα τα παπούτσια του εχθρού και της αγάπης του. Στο πρόσωπό του σχηματίστηκε ένα πονηρό χαμόγελο.
Σαν πήρε να βραδιάζει, η συντροφιά εγκατέλειψε τον κήπο και κίνησε για το σπίτι. Σαν έφτασαν όμως στην είσοδο, σταμάτησαν όλοι μαζί, σαν έκπληκτοι, σαν τρομαγμένοι. Τη στιγμιαία αμηχανία, ήρθε να σπάσει το αυθόρμητο γέλιο του κοριτσιού, που προφανώς βρήκε το θέαμα πολύ αστείο: τα παπούτσια του εχθρού ήταν ξέχειλα από κουράδια, ενώ απ’ τα δικά της είδε να ξεπροβάλουν τριαντάφυλλα. Ο Μανόλης είχε, επιτέλους, πάρει την εκδίκησή του.
Δημοσίευση σχολίου