Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2008

Ο Ψαράς

Κάθε χάραμα παίρνει τη βαρκούλα του και βγαίνει στ’ ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, ή ίσως ναι, και γι’ αυτό. Ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια ψαράς, ήταν άνθρωπος της γης, αγρότης, αλλά από τότε που έχασε την κυρά του παράτησε τα κτήματα κι άρχισε ν’ αγαπάει όλο και πιο πολύ το νερό. Μόνο μέσα εκεί, στο νερό, στην ανοικτή θάλασσα, μπορούσε, λέει, να επικοινωνεί με την ψυχή της αγαπημένης.
Αρμένιζε, λοιπόν, κάθε αυγή χωρίς κάποιο συγκεκριμένο προορισμό, ψάχνοντας την ουσία, τη δική του ουσία. Καθόταν για ώρες πολλές μες στη βαρκούλα του, κι αναμετριόταν με τις σκέψεις του, με τους δαίμονές του, με την ευτυχία και τη δυστυχία του.
Θυμόταν το παρελθόν, τότε που γνώρισε την αγαπημένη, τότε που και οι δυο θαρρούσαν πως θα ζούσαν όλα τους τα χρόνια και θα πέθαιναν μαζί. Πόσο ευτυχισμένοι ήταν μέσα στην άγνοια και τη λιτή ζωή τους! Είχαν ο ένας τον άλλο και την αγάπη τους, και τίποτα άλλο δε χρειάζονταν.
Τα χρόνια όμως πέρασαν αφήνοντας πίσω τα σημάδια τους και κάποτε η Παναγιώτα πέθανε, αφήνοντάς τον μόνο με τις αναμνήσεις του. Βαρύ το φορτίο της μοναξιάς και μόνο η μάνα, η σκοτώστρα, η θάλασσα, θα μπορούσε να το απαλύνει. Γι’ αυτό και της παραδόθηκε, γι’ αυτό και τη λάτρεψε.
Ώρες πολλές, αμέτρητες, ξόδευε μες στη βάρκα, μιλώντας με το φάντασμα της αγαπημένης, θυμίζοντάς του αυτά που έζησαν και τα άλλα που δεν πρόλαβαν, παραπονούμενος για την εγκατάλειψή του. «Έφυγες και μ’ άφηκες, Γιώταινα, έφυγες και μ’ άφηκες!» Αλλά, τι του ’φταιγε κι αυτή η καημένη; ο χάρος δεν σκέφτεται μοναξιές κι αγάπες προτού σου κτυπήσει την πόρτα.
Πολλές φορές ευχότανε η ζωή του να ήταν σαν ένα παλιό παραμύθι. στα παραμύθια όλα μπορούν να συμβούν. Ας ήταν, λοιπόν, η ζωή του τέτοια, παραμυθένια, ώστε να μπορούσε κι αυτός να πουλήσει την ψυχή στο διάβολο, σ’ ένα οποιοδήποτε διάβολο, για να μπορέσει να πάει να βρει την αγαπημένη, αυτήν που έφυγε παίρνοντας μαζί της τη ζωή του. Αλλά, ξέρει, ξέρει ότι αυτό δε θα μπορούσε ποτέ να συμβεί. Έτσι κάθε μέρα, χειμώνα καλοκαίρι, στη θάλασσα αρμενίζει και μιλά με μια αόρατη ψυχή. Τον ακούει, το νιώθει. Το νιώθει στον άνεμο που γίνεται ζεστός και απαλός σα χάδι, το νιώθει στης ψυχής του το σκίρτημα. «Κάνε υπομονή, καρδιά μου,» ψιθυρίζει, «κάνε υπομονή και σύντομα θα ’ρθω να σε βρω!»
Το σύντομα θ’ αργήσει πολύ ακόμη, αλλά ο ίδιος δεν το ξέρει, έτσι ξανά και ξανά κάθε χάραμα παίρνει τη βαρκούλα του και βγαίνει στ’ ανοικτά. Όχι, όχι για να ψαρέψει, ή ίσως ναι, και γι’ αυτό...



υ.γ. το μπλογκ απέκτησε αγγλόφωνο αδελφάκι...

Δημοσίευση σχολίου