Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

Ανάξια

«Ποτέ σου μη με πάρεις για δεδομένο!»
Αυτό μονάχα της είπε σαν προειδοποίηση
Σαν προτροπή
Εκείνος κάποιο βράδυ, μα δεν τον άκουσε,
Συνέχισε να κάνει τα δικά της.
Να τον αγαπά αφ’ υψηλού,
Να θεωρεί ότι τον είχε για πάντα αιχμαλωτίσει
Στης ομορφιάς της το μαγικό πέπλο.
Κι όμως...
Κι όμως να που της έφυγε.
Να που κίνησε γι’ αλλού και την άφησε μόνη.
Για πρώτη, αλλά όχι για τελευταία φορά στη ζωή της, μόνη.
Τώρα, κάθεται σκεφτική και λυπημένη σ’ ένα εστιατόριο,
Μα δεν τρώει, μονάχα πίνει,
Κι αναρωτιέται για της ζωής της τα γιατί,
Για την εγωμανή της τύφλα,
Που δεν την άφησε να δει, ν’ ακούσει τις αλήθειες του.
Ω, πόσο σίγουρη ήταν για τον εαυτό της!
Πόσο σίγουρη ήταν ότι το κορμί ήταν αρκετό,
Για να τον κρατήσει μόνιμο πιστό και λατρευτή της.
Πόσο έξω έπεσε!
Και τώρα πόσο χαμηλά...
Ωστόσο, καλά να πάθει, σκέφτεται,
Καλά να πάθει, μήπως και μάθει.
Αλλά γι’ αυτό το τελευταίο δα πολύ αμφιβάλλει,
Καθώς είναι όμορφη, όμορφη πολύ,
Και σίγουρα κάποιος θα βρεθεί σύντομα να την αγαπήσει και πάλι.
Όχι! Όχι, όπως εκείνος, αλλά τουλάχιστον
Όπως η ίδια θέλει,
Τυφλά,
Χωρίς να της αξίζει.
Δημοσίευση σχολίου