Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2008

Ο Αγαπειρήνης

«Κι αν ήταν αυτός; Κι αν ήταν αυτός που πάντοτε ζητούσα; Γιατί; Γιατί τον άφησα να φύγει; Ή μάλλον, γιατί έφυγα εγώ και τον άφησα προτού καλά καλά τον γνωρίσω; Γιατί δεν πήρα το ρίσκο;»
Αυτά ρωτά τον εαυτό της ξανά και ξανά η Ζήνα, μα οι απαντήσεις δεν της δίνονται. Ποιος να της απαντήσει, άλλωστε; Και να της πει τι; Αφού όλα από εκείνη εξαρτιόνταν, έστω και για λίγο, και τα θαλάσσωσε. Και τώρα, σε μια άλλη πόλη, σε μια άλλη χώρα, τη χώρα της, είναι μέρα και νύχτα μοναχή κι αναμετριέται με τα φαντάσματά της, με τα αν, τα τι και τα γιατί της.
Τον γνώρισε στη Σόφια. Ήταν περαστική από κει -καθοδόν για ένα συνέδριο σε κάποια άλλη πόλη της Βουλγαρίας, τη Βάρνα-. και σαν τέτοια δεν ήξερε πως να ξοδέψει το χρόνο της. Έτσι, άρχισε να τριγυρνά από δω κι από κει, να κοιτά τους ανθρώπους και τις βιτρίνες, να παρατηρεί τις παραστάσεις ενός άλλου κόσμου, τόσο παρόμοιου, αλλά διαφορετικού από το δικό της.
Η βόλτα μεγάλη, οι ώρες πολλές, στο τέλος-τέλος ένιωσε να κουράζεται και κάθισε σ’ ένα παγκάκι στην άκρη ενός λίγο παραμελημένου, αλλά ντυμένου όσο έπαιρνε στο πράσινο πάρκου, για να ξαποστάσει και να σκοτώσει λίγο χρόνο ακόμα.
Δεν πέρασε πολλή ώρα όταν άκουσε κάποιον να της μιλά στα βουλγάρικα και να της δείχνει το παγκάκι.
«Μιλάς αγγλικά;» τον ρώτησε.
«Ναι,» απάντησε με τη χαρακτηριστική σλαβική προφορά. «Ρωτούσα αν μπορώ να καθίσω εδώ.»
«Ελεύθερα,» του απάντησε κι εκείνος κάθισε μεμιάς, πλατιά χαμογελώντας.
«Από πού είσαι;» τη ρώτησε.
«Απ’ την Ελλάδα.»
«Ω, έπρεπε να το καταλάβω. Όμορφη σαν ελληνίδα είσαι.»
Εκείνη απλά χαμογέλασε. Δεν του είπε τίποτα. Δεν ήξερε τι να του πει άλλωστε, αφού δεν ήτανε μαθημένη στα κομπλιμέντα. Τον ρώτησε μονάχα τι κάνει στη ζωή του.
«Φοιτητής είμαι,» αποκρίθηκε κι άναψε ένα τσιγάρο.
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί κοιτώντας στο πουθενά. Μια αίσθηση οικείας αμηχανίας έμοιαζε να διατρέχει τον αέρα. Τελικά, αφού αντιλήφθηκε ότι αν δε μιλούσε ο ίδιος εκείνη δε θα μπορούσε να συνεχίσει την κουβέντα τους, πλάκωσε τις ερωτήσεις.
«Κι εσύ;»
«Κι εγώ τι; Α, ναι, όχι. Όχι, δεν είμαι φοιτήτρια. Τέλειωσα...»
«Είσαι εδώ για διακοπές;»
«Για δουλειά. Ή μάλλον όχι ακριβώς για δουλειά, αλλά για ένα σεμινάριο.»
«Τι σεμινάριο;»
«Παιδαγωγικής. Εσύ; Τι σπουδάζεις;»
«Δεν ξέρω!»
Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια ερωτηματικά και μετά πήρε να γελάει. Δεν ξέρει, σκεφτόταν, δεν ξέρει λέει, και δώσ’ του γέλιο. Το χρειαζόταν αυτό, πολύ, αφού μετά από μια απόλυτα μηχανική και μοναχική μέρα, το γέλιο ήτανε το καλύτερο γιατρικό, ο τέλειος, ο ιδανικός αποφορτιστής.
«Έλα τώρα, πες μου την αλήθεια,» απαίτησε, όταν κατάφερε λίγο να συνέλθει.
«Βασικά κάτι σαν ψυχολόγος προσπαθώ να γίνω, αλλά δεν τα πολυκαταφέρνω. Η πολλή θεωρία με κάνει και νυστάζω.»
«Εγώ πάντα νυστάζω,» επισήμαν’ εκείνη μ’ ένα φευγαλέο χαμόγελο. Αλήθεια ήταν!
«Έχεις χρόνο για μια βόλτα;»
«Ναι. Φυσικά. Έτσι κι αλλιώς βαρέθηκα να κάθομ’ εδώ.»
Σηκώθηκαν και άρχισαν να περιπλανιόνται στους δειλινούς δρόμους της πόλης χωρίς προορισμό. Περπατούσαν αργά, μιλούσαν σιγά, ανακάλυπταν και αποκάλυπταν τα κοινά και τις διαφορές τους. Έμοιαζαν να μοιάζουν πολύ. Όσο πολύ μοιάζουν δηλαδή δυο άγνωστοι άνθρωποι που δε θα ξαναϊδωθούν ποτέ, εκτός κι αν η μοίρα αποφασίσει αλλιώς.
Καθώς ο ήλιος έπεφτε και το φεγγάρι πήρε να ξεμυτίζει ανάμεσα από δέντρα ψηλά και πολυκατοικίες παλιές, του είπε ότι ήταν πια καιρός να επιστρέψει στο πανδοχείο που έμενε, αφού την επόμενη μέρα έπρεπε να ξυπνήσει πολύ νωρίς για να ξεκινήσει για τη Βάρνα.
Προσφέρθηκε αμέσως να τη συνοδέψει εκεί, όπως κι έγινε. Και σαν της ζήτησε να περάσει μέσα μαζί της δεν του αρνήθηκε, αφού τον ήθελε εκεί. Της άρεσε η παρέα του, της άρεσε πολύ, αλλά δεν ήταν πρόθυμη ν’ αποζητήσει τίποτα περισσότερο απ’ δαύτηνε.
Έτσι, πήγαν στο δωμάτιό της, κάθισαν κατάχαμα, κι ακουμπισμένοι στο κρεβάτι πήραν να μοιράζονται δυο-τρεις μπύρες, λόγια και σιωπές. Καλά περνούσαν, μα εκείνη ένιωθε όλο και πιο πολύ εξαντλημένη και στο τέλος-τέλος του είπε ότι λυπόταν, αλλά έπρεπε να φύγει. Αυτό δεν του πολυάρεσε, αλλά δεν είπε τίποτα. Μονάχα την παρακάλεσε να του δανείσει το κινητό της για να κάνει μια κλήση. Τελειώνοντας, σηκώθηκε από χάμω και βοήθησε κι εκείνη να σηκωθεί, την αγκάλιασε για μια στιγμή και τη φίλησε στο μάγουλο, λέγοντας:
«Όταν γυρίσεις από τη Βάρνα, αν έχεις καιρό, ψάξε με.»
«Θα το κάνω,» απάντησε αβέβαια εκείνη, τον συνόδευσε έξω και την τελευταία στιγμή βιάστηκε να τον ρωτήσει:
«Έι, ποιο είναι το όνομά σου;»
«Λιουμπομίρ! Σημαίνει αγάπη και ειρήνη,» απάντησε πλατιά χαμογελώντας.
«Ο Αγαπειρήνης, λοιπόν!» ψιθύρισε με θαυμασμό εκείνη.
«Κι εσύ είσαι η...»
«Ζήνα.»
«Δεν της μοιάζεις. Εσύ είσαι πιο όμορφη.»
«Πιο όμορφη;»
Έμεινε να τον κοιτά για λίγο απορημένη, αλλά ύστερα θυμήθηκε, κατάλαβε, πήρε να γελάει. Τον αποχαιρέτησε μ’ ένα φιλί στον αέρα.
Πέντε μέρες ξόδεψε στη Βάρνα, κι έτσι ακριβώς τις ένιωσε, σαν ξοδεμένο χρόνο δηλαδή. Τίποτα δεν είχε να της πει εκείνο το συνέδριο, τίποτα να της χαρίσει. Από τη μια πλήξη στην άλλη ταξίδευε όσο ήταν εκεί.
Έτσι, με το που επέστρεψε στη Σόφια, όπου δε θα μπορούσε να μείνει περισσότερο από μισή όλη κι όλη μέρα -από το μεσημέρι μέχρι το βράδυ- ήταν αποφασισμένη όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο να συναντήσει τον Αγαπηρείνη, εκείνον που την έκανε και χαμογελούσε.
Να τον συναντήσει, αλλά πώς; Αφού εκείνος δεν είχε κινητό τηλέφωνο. Αφού δεν είχε τα στοιχεία του. Αφού... Αλλά, θυμήθηκε! Θυμήθηκε ότι είχε κάνει κλήση από το κινητό της σε κάποιο φίλο του. Ο αριθμός υπήρχε ακόμη στη μνήμη. Έστειλε ένα μήνυμα στο φίλο του. Έγραφε ότι θα τον περίμενε σε μια ώρα εκεί που είχαν πρωτογνωριστεί.
Πήγε, λοιπόν, στο πάρκο, κάθισε και τον περίμενε. Για μια ώρα και άλλη μία και μισή. Δεν εμφανίστηκε ποτέ ο Αγαπηρείνης της, κι εκείνη, με βαριά καρδιά σηκώθηκε κι έφυγε, αφού σύντομα έπρεπε να κινήσει για το αεροδρόμιο.
«Δεν ήτανε της μοίρας μας γραφτό,» σκεφτότανε με μια δόση απογοήτευσης και λίγο λυπημένη καθώς έφτανε στο πανδοχείο.
Εκεί, έκανε ένα ντους, ντύθηκε όπως-όπως, όπως πάντα, και κατέβηκε στην είσοδο για να πάρει το λεωφορείο που θα την οδηγούσε όσο πιο πολύ γινόταν μακριά του, και μετά το αεροπλάνο που θα την πετούσε ακόμη μακρύτερα.
Αλλά, με το που βγήκε έξω τον είδε. Στεκόταν εκεί αναψοκοκκινισμένος, με κομμένη την ανάσα, φανερά εξαντλημένος αφού έτρεχε, έτρεχε για να την προλάβει. Και την πρόλαβε. Την πρόλαβε για να τη δει και να της πει αντίο.
Αγκαλιάστηκαν. Αντάλλαξαν ένα φιλί ανάλαφρο σαν υπόσχεση αόριστη και τις διευθύνσεις των ηλεκτρονικών τους ταχυδρομείων και αποχαιρετίστηκαν.
Δάκρυα μικρά, λειψά, σαν τις δυνάμεις της, άρχισαν να χαράζουν πορείες στα μάγουλα και να σκιαγραφούν απορίες στα μάτια της, καθώς το λεωφορείο έβαζε μπρος κι έπαιρνε να κινείται με ταχύτητα γοργή κι αβίαστη, ανάμεσα στα γκρίζα κτήρια και τις φτωχικές μα φωτεινές αναμνήσεις της πόλης. Τώρα πια ταξίδευε αμετάκλητα μακριά του.
«Κι αν ήταν αυτός; Κι αν ήταν αυτός που πάντοτε ζητούσα; Γιατί; Γιατί τον άφησα να φύγει; Ή μάλλον, γιατί έφυγα εγώ και τον άφησα προτού καλά καλά τον γνωρίσω; Γιατί δεν πήρα το ρίσκο;»
Αυτά ρωτά τον εαυτό της η Ζήνα, μα απάντηση δεν περιμένει καμιά.
Δημοσίευση σχολίου