Τρίτη, 29 Ιουλίου 2008

Ο άλλος

Την άλλαξε η γέννηση της κόρης της, τη μεταμόρφωσε. Λες και είδε στο πρόσωπο της μικρής ν’ ανατέλλει για πρώτη φορά το φως της ζωής, η χαρά του να υπάρχεις.
«Όλα θα πάνε καλά,» σκέφτεται, «ακόμη και κείνα που πριν με πλήγωναν.»
Η αλήθεια είναι ότι μέχρι τώρα η ύπαρξή της όλη έμοιαζε με μια ανοικτή πληγή, που δεν έπαυε στιγμή να αιμορραγεί. Η μοναξιά κι η ανασφάλεια στέκονταν πάντα εμπόδιο στο δρόμο της, δεν την άφηναν να ονειρευτεί, δεν της επέτρεπαν να τολμήσει. Αλλά, όχι πια. Φτάνει. Αρκετά θυσίασε τα θέλω της στο βωμό των πρέπει που δεν πίστευε. Θα έπαιρνε τη ζωή στα χέρια της, κι ας πλήγωνε κάποιους ανθρώπους, κι ας έχανε κάθε ίχνος υπόληψης στα μάτια της κοινωνίας. Δεν την ένοιαζε. Τίποτα δεν την ένοιαζε. Μονάχα το μωρό της, κι εκείνος, κι ο εαυτός της, ο αιώνια παραμελημένος.
Το μόνο που λυπόταν ήταν ότι θα εγκατέλειπε τον Σωτήρη. εκείνον, τον μεγάλο ανασφαλή, που έγινε ο άντρας της. Εκείνον που έσπειρε μέσα της τον πόθο του, για να ξεπροβάλει απ’ τα σπλάχνα της το θαύμα. Εκείνον που ήταν σχεδόν είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της, και που για κάποια εποχή έγινε ο πατέρας που ποτέ δεν είχε. ο πατέρας κι εραστής της.
Αλλά, έτσι κι αλλιώς δεν τον αγαπούσε, απλά τον ανεχόταν. Ποτέ της δεν τον αγάπησε όπως του άξιζε, ποτέ δεν του επέστρεψε τα δώρα που της χάρισε. Το παραδέχεται αυτό και δηλώνει ένοχη στο δικαστήριο του μέσα της. Ωστόσο, δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει μαζί του το ψέμα – απλά δεν μπορεί. Πρέπει να φύγει, να τον αφήσει, αυτό είναι το πιο σωστό. Αν δεν το κάνει θα συνεχίσει να φυτοζωεί στο κλουβί και θα κληρονομήσει στην κορούλα της τα κρίματά της.
Ο δρόμος που θέλει ν’ ακολουθήσει είναι πλέον ανοικτός, στο μυαλό και την ψυχή της καλά χαραγμένος. Θα πάει σ’ εκείνον, στον άλλο, σ’ αυτόν που πάντοτε επιθυμούσε μα που ποτέ δεν τόλμησε να πλησιάσει. Σ’ εκείνον που την τρόμαζε και ξυπνούσε μέσα της αισθήσεις ξεχασμένες. σ’ εκείνον που τίποτα δεν της υποσχόταν, ποτέ, παρά πλήθος συγκινήσεων και άγνωστα μονοπάτια.
Απ’ την αρχή εκείνον ήθελε, αυτόν κρυφά ονειρευόταν, αλλά ποτέ της δεν έκανε την κίνηση, ποτέ δεν τον πλησίασε επειδή της φαίνονταν απόμακρος πολύ, ξένος προς τις συνήθειες των ανθρώπων. Εξάλλου, ήταν άσχημος. Ή, μάλλον, όχι άσχημος, αλλά να, ατημέλητος. Δε νοιαζόταν καθόλου για την εμφάνισή του, σ’ αντίθεση με την ίδια που άλλο δεν έκανε από το να ασχολείται μ’ αυτήν. Πώς θα μπορούσε ποτέ να σμίξει με έναν άνθρωπο που βαριόταν να ξυρίζεται, που μπορούσε να κυκλοφορεί με σπασμένα τα δόντια και να χαμογελά πλατιά και που η κόμμωσή του θύμιζε μουσικό της δεκαετίας του ’60; Πώς;
Αλλά, άλλαξε, πολύ! Μεταμορφώθηκε κι αυτός προς το καλύτερο. Ξεπέρασε επιτέλους την αιώνια εφηβεία του. Έτσι, τις προάλλες, όταν βγήκε για λίγο με την αδελφή και το μωρό της και πήγαν σε μια καφετέρια, τρόμαξε να τον αναγνωρίσει. Είχε να τον δει πολλή καιρό, σχεδόν ένα χρόνο, και τώρα στα μάτια της φάνταζε κάποιος άλλος. Κάποιος διαφορετικός. Κάποιος που θα ήθελε να έχει δίπλα της. Κι όμως, ήταν ο ίδιος. Ο ίδιος αστείος, σοφός κι ετοιμόλογος άνθρωπος που γνώρισε για πρώτη φορά πέντε χρόνια πριν.
Κάθισε δίπλα του, έχοντας το μωρό σα διακριτική ασπίδα προστασίας απ’ τα ξένα μάτια. Πήρε ν’ ακούει τις ιστορίες του, να θαυμάζει το φωτεινό πια χαμόγελό του. Πήρε να παίρνει φως από την αύρα του, ν’ ανατριχιάζει απ’ την αίσθηση και μόνο του κορμιού του δίπλα στο δικό της. Και πήρε ν’ αναλογίζεται τα λάθη της, τα μεγάλα, τα ασυγχώρητά της λάθη, που της πλούτισαν το είναι με πολλές μικρές οδύνες και μια μεγάλη ευλογία.
Κι από εκείνες, τις πρώτες-πρώτες στιγμές, άρχισε να σκέφτεται πώς το παραμύθι που ζούσε έπρεπε, το συντομότερο δυνατό, να τελειώσει. Η θέση της ήταν δίπλα σ’ αυτόν τον άνθρωπο, τον φωτεινό, κι όχι δίπλα στον γκρινιάρη που έγινε άντρας της, όχι κοντά σ’ εκείνον που ζήλευε ακόμη και το χώμα που πατούσε.
«Μα, θα με θέλει αυτός;» ρωτούσε με μια μικρή έξαψη και με τρομάρα τον εαυτό της. «Θα με θέλει;»
«Τα μάτια σου πετάνε φωτιές κι αμφιβολία,» διέκοψε το μακροβούτι μέσα της εκείνος, προσπαθώντας να εκμαιεύσει κάποια δήλωση.
«Πετάνε;» απόρησε λίγο μεγαλόφωνα εκείνη και τρόμαξε, αλλά συνήλθε αμέσως και τον κοίταξε με βλέμμα φοβισμένο, προτού ρωτήσει: «Ξέρεις τι σκέφτομαι;»
«Κάτι που δεν μπορείς για την ώρα να μου πεις!»
Ναι! Ναι, αυτός καταλάβαινε την κάθε αντίδραση, την κάθε λέξη και σιωπή της, κι αυτή η τρελή, που από χρόνια πριν θα μπορούσε να τον κάνει δικό της, τον άφησε να της ξεγλιστρήσει και να χαθεί στα πέρατα του κόσμου.
Δεν αντάλλαξαν άλλη λέξη εκείνη τη νύχτα. Απλά κάθονταν δίπλα-δίπλα και σιωπούσαν ή συμμετείχαν αδιάφορα στις κουβέντες των άλλων.
Το μέσα της τη μαχαίρωνε, την τυραγνούσε αμείλικτα για τις ανόσιές της σκέψεις όσο τον ένιωθε μια μονάχα ανάσα μακριά της. Η λογική προσπαθούσε να επιβάλει τους κανόνες της, μα η καρδιά τους αντιστεκόταν με πείσμα. Τον ήθελε μα δεν μπορούσε να τον έχει. Τον ήθελε αλλά δεν μπορούσε να είναι μαζί του. Τον ήθελε...
Για πολλές μέρες και νύχτες δινόταν μέσα της η μάχη. Για νύχτες και μέρες έμενε άγρυπνη, κάνοντας όνειρα για ένα αύριο που ίσως να μην ξημέρωνε ποτέ. Για μέρες και νύχτες ξάπλωνε με τους φόβους και σηκωνόταν με τις ανασφάλειές της.
«Δε σμίξαμε ποτέ για το λάθος λόγο. Λες σήμερα να προσπαθώ να διορθώσω εκείνο το λάθος κάνοντας ένα νέο;»
Αυτό ήταν το μεγάλο ερώτημα, κι όσο κι αν έψαχνε στα έγκατα τού είναι της δεν έβρισκε την απάντηση που ζητούσε. Μέχρι που αποφάσισε να του τηλεφωνήσει.
«Γεια σου, Κώστα. Η...»
«Ελευθερία είσαι!»
«Μα, πώς το κατάλαβες;»
«Περίμενα να μου τηλεφωνήσεις. Για να μου πεις ό,τι δεν τόλμησες...»
Σιγή. Μονάχα οι ανάσες τους ακούγονταν και ένα απέραντο κενό που έρχονταν να συμπληρώσει τις λέξεις.
«Τι σκέφτεσαι;» τόλμησε να τον ρωτήσει τελικά.
«Τίποτα δεν σκέφτομαι. Όλα μέσα μου είναι ξεκάθαρα. Πάντοτε ήταν. Γι’ αυτό άλλαξα. Για σένα. Δεν ήξερα ότι παντρεύτηκες, δεν ήξερα για το μωρό, αλλά δε με νοιάζει. Σε ήθελα. Σε θέλω. Αν νιώθεις κι εσύ το ίδιο το μόνο που έχεις να κάνεις είναι...»
«Να χωρίσω. Μα, φοβάμαι. Φοβάμαι που θα με οδηγήσει αυτό. Φοβάμαι και σένα. Φοβάμαι ότι κάποια μέρα, δεν μπορεί, θα σηκωθείς και θα φύγεις και πάλι.»
«Επέστρεψα για σένα. Κι επέστρεψα κάποιος άλλος. Αν θέλεις το πιστεύεις αυτό, αλλά δεν έχω καμία διάθεση να φύγω με κάποια άλλη, για κάπου αλλού. Μόνο εσύ μετράς για μένα, κι ας δυσκολεύεσαι να το αποδεχτείς αυτό.»
«Δεν ξέρω...»
«Μην το πολυσκέφτεσαι. Άσε τον εαυτό σου ν’ αποφασίσει. Δε θα σε πιέσω καθόλου. Εδώ θα είμαι και θα σε περιμένω. Κι εσένα και την κόρη σου. Κι αν αποφασίσεις να μην έρθεις, ε, τότε θα κινήσω κι εγώ, αργά ή γρήγορα, για άλλα μονοπάτια.»
«Για πόσο καιρό θα περιμένεις, όμως;»
«Μα περίμενα ήδη πέντε χρόνια και τίποτα δεν έπαθα. Μπορώ να περιμένω άλλα τόσα. Κάτσε καλά, βρες τα με τον εαυτό σου, και όταν είσαι σίγουρη τι θέλεις να κάνεις μου λες.»
«Έτσι απλά;»
«Έτσι απλά!» Αποχαιρετίστηκαν σχεδόν άηχα, με μια υπόσχεση να δονεί το έξω και το μέσα της. Κι από εκείνη ακριβώς τη στιγμή πήρε να ζωγραφίζει μέσα της το μέλλον – και να το ζωγραφίζει με πινελιές πολύχρωμες, με τ’ ουράνιου τόξου τη γαλήνη. Και δεν άργησε να πάρει την απόφασή της. Ναι, έπρεπε να πάει σ’ εκείνον. Πέντε χρόνια χαμένα ήταν αρκετά. Έπρεπε ν’ αρχίσει να ζει τη ζωή όπως της άρεσε, να διορθώσει όλα τα λάθη της, να προσθέσει στο μωσαϊκό της ύπαρξής της εκείνο που πάντοτε της έλειπε, την αγάπη.

υ.γ. πρώτη γραφή μιας νέας ιστορίας
Δημοσίευση σχολίου