Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

Απόσπασμα από... το μέλλον

Ένα απόσπασμα, το πρώτο μάλλον κεφάλαιο, από το μυθιστόρημά μου "Δεύτερη Ζωή", το οποίο θα κυκλοφορήσει εκτός απροόπτου από την Εμπειρία τον Οκτώβρη, σας δίνω σήμερα. Κάποιοι λιγοστοί άτυχοι είχαν την ευκαιρία να το διαβάσουν στο μπλογκ με τα διηγήματά μου προτού το διαγράψω...

Θ’ αρχίσουνε μια νέα, μια δεύτερη ζωή, μαζί, μακριά από όλους και όλα, μακριά απ’ τους μικρόνοες και μικρόκαρδους ανθρώπους, μακριά απ’ το χθες που ήταν πόνος και φως και μοναξιά και τρυφερότητα.
Θα είναι επιτέλους ξανά μαζί, αν και δεν υπήρξαν ποτέ πριν, αν και πάντοτε ήταν. Ταίριαζαν, όπως η πρωινή δροσιά στα φύλλα των δέντρων, όπως η αγάπη στην ψυχή, όπως η ζωή στη ζωή. Ταίριαζαν οριστικά και αμετάκλητα, κι ας μην συναντήθηκαν ποτέ τα κορμιά, κι ας τα φιλιά που αντάλλαξαν ήταν εκείνα της φιλίας, στο μάγουλο και στο μέτωπο. Στο αγαπημένο μάγουλο και στο αγαπημένο μέτωπο.
Ναι, σύντομα θα είναι κοντά της ο αγαπημένος. Ανυπομονεί, αγωνιά, ανατριχιάζει, αναρωτιέται. Τι θα της φέρει το αύριο, αναρωτιέται. Θα είναι λαμπερό, όπως το φαντάζεται, όπως το ζωγράφισε στο μέσα της, ή θα είναι κι εκείνο γεμάτο πόνο, με μικρές εκλάμψεις χαράς, όπως ήταν το παρελθόν;
Κι εκείνος! Πώς θα αντιδράσει στη συμβίωση μαζί της; Θα μπορέσει να επουλώσει σύντομα τις πληγές που τον χάραξαν; Θα της δώσει την αγάπη που της αξίζει; Της αξίζει;
Εφτά χρόνια φαγούρας και τώρα που έφτασε στην πηγή, τώρα που είναι έτοιμη να πιει το νερό και να δροσίσει τους πόθους της, τώρα νιώθει πιο αβέβαιη παρά ποτέ. Πριν, τα πράγματα ήταν δύσκολα αλλά απλά. Αυτός αλλού, αυτή αλλού, υπήρχε μία τάξη, στο μέσα και στο έξω της. Ήξερε που πήγαινε, ήξερε τι ζητούσε. Προς εκείνον πήγαινε, την αγκαλιά του ζητούσε, ένα ανεκπλήρωτο έρωτα ζούσε.
Κάθεται στη μικρή της αυλή, παρέα με τα λουλούδια, τις γάτες και κάποια περαστικά κοτσύφια και σκέφτεται. Σκέφτεται! Το μυαλό της ταξιδεύει συνέχεια στο χθες, προσπαθεί να συλλάβει το αύριο. «Θα μπορέσει να την ξεπεράσει;» αναρωτιέται. «Θα μπορέσει; Αλλά, και γιατί, παρακαλώ, να μην μπορέσει; Έχουν περάσει, άλλωστε, τόσα χρόνια... Άλλαξε! Αλλάξαμε...»
Μοιάζει να πονάει, πολύ. Τον κόσμο εντός της τρώνε οι αμφιβολίες, οι ανασφάλειες, ο φόβος. Ο φόβος ότι το όνειρο δε θα βγει αληθινό, ότι τα χρόνια που θυσίασε θα πάνε χαμένα, ότι ποτέ δε θα την αγκαλιάσει, ότι ποτέ δε θα την αγαπήσει όπως Εκείνη. Εκείνη τη μία, τη μοναδική, Εκείνη που του χάρισε μια νέα ζωή και που έκλεψε τη δική του, Εκείνη που θα έπρεπε να μισεί με όλη της την ψυχή, αλλά δεν, αφού το μίσος της θα ήταν μικρόπρεπο, δίχως αντικείμενο, χωρίς ουσία.
Εφτά χρόνια! Πόσο γρήγορα, πόσο βασανιστικά αργά πέρασαν. Και τώρα; Τώρα μετρά τις ώρες, τις στιγμές που απομένουν, μέχρι που να βρεθεί κοντά του. Να τον κρατήσει στην αγκαλιά της δίχως όρους, χωρίς περιορισμούς και διακοπές, να τον κρατήσει, ως το τέλος.
Την αγκαλιά του σκέφτεται και χαμογελά, τα φιλιά του σκέφτεται και μαλακώνει, την αγκαλιά και τα φιλιά του σκέφτεται και τρομάζει. «Πώς θα είναι, άραγε; Πώς θα είναι;»
Οι σκιές του δειλινού ζωγραφίζουν τους τοίχους, η ροδιά ζωντανεύει καταπράσινη μπρος στα μάτια της ετούτη τη μοναδική στιγμή του Ιούνη.
«Λίγες ώρες μόνο μείνανε... Λίγες ώρες μείνανε... Μετά θα ξέρω... Εφτά χρόνια μοναξιάς... Εφτά χρόνια φαγούρας... Θα ξέρω αν θα φτάσουν στο τέλος τους... Εκείνος λέει πως με αγαπά, αλλά... Αλλά, ίσως να ήμουν το αποκούμπι του... Γι’ αυτό... Ίσως...»
Τα δάκρυα αρχίζουν να ρέουν σιωπηλά, το βλέμμα της να φωτίζει. «Το τέλος ή η αρχή,» σκέφτεται. «Το τέλος ή η αρχή!»
Κάθεται εκεί, στη μικρή αυλή, μέχρι να σκοτεινιάσει, μέχρι το φεγγάρι να ανατείλει στον πλήρη κύκλο του. Κάθεται μέχρι να στραγγίξουν τα πηγάδια της ψυχής. Κάθεται μέχρι να ανατείλει η καινούρια μέρα στη ζωή της. Κάθεται, και περιμένει, και πλάθει την εικόνα του μέσα της. Το χαμόγελο του. Το πικρό του χαμόγελο. Τα κοντοκουρεμένα μαλλιά. Το μέλι των ματιών του. Τα χέρια του που σκλήρυναν. Τα χέρια του, που ανυπομονεί να την κρατήσουν, να τη χαϊδέψουν, τα χέρια του...

Δημοσίευση σχολίου