Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

Αγαπητέ Κανένα

Μέρες παράξενες, παράξενες πολύ, είναι αυτές που τώρα ζω. Όχι, δε θα πω ότι είμαι συγχυσμένος, όχι απόλυτα, ή πώς δεν ξέρω τι μου γίνεται. Η αλήθεια είναι ότι ξέρω πολύ καλά τι μου γίνεται, κι αυτό ακριβώς είναι που με ανησυχεί, αφού για μένα αποτελεί μια πρωτόγνωρη εμπειρία.
Τι εννοώ; Τώρα πώς να το εξηγήσω; Με λόγια απλά, υποθέτω. Άκου, λοιπόν, τι έχει να σου πει ο αδαής σου φίλος: Αποφάσισα ότι το μόνο πράγμα που στ’ αλήθεια θέλω να κάνω στη ζωή μου είναι να γράφω. Κι αυτή δεν είναι μια απόφαση που προέκυψε από το πουθενά, καθώς μέσα στον τελευταίο χρόνο έγραψα ή ξαναέγραψα πεντέμισι βιβλία. Μόλις σήμερα τελείωσα με τις διορθώσεις των δύο τελευταίων και τώρα βρίσκομαι σ’ ένα δίλημμα: Να πιάσω και πάλι στα χέρια μου το μυθιστόρημα που άφησα στη μέση προτού επιστρέψω στην Κύπρο τον περασμένο μήνα ή ν’ αρχίσω να γράφω ένα καινούριο, που θα διαδραματίζεται στην Τσιανγκ Μάι, στα αγγλικά;
Αλλά, αυτό δεν είναι το μοναδικό μου δίλημμα. Τις τελευταίες μέρες νιώθω πάλι έντονα τις τάσεις φυγής μου. Βασικά όλο σκέφτομαι να φύγω γι’ αλλού, αλλά απλά δεν μπορώ ν’ αποφασίσω για που. Για την Τσιανγκ Μάι, για τα Χανιά ή για το χωριό εδώ στην Κύπρο;
Ναι, το ξέρω, πάει τρελάθηκα. Αλλά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πάντα τρελός ήμουνα. Η μόνη διαφορά είναι ότι τώρα το διαφημίζω κιόλας.
Τέλος πάντων, νυστάζω και δεν ξέρω τι άλλο να πω, έτσι κάπου εδώ θα σε αποχαιρετήσω.
Να ’σαι πάντα καλά και να χαμογελάς.

Υ.Γ. Ξαναδιαβάζοντας αυτό το γράμμα αντιλήφθηκα ότι δεν έπρεπε να το γράψω. Θα το τυπώσω και θα το σχίσω...
Δημοσίευση σχολίου