Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Ώρες Σιωπής

Από σήμερα και μέχρι νεωτέρας θα απέχω απ' αυτό το χώρο. Ίσως να κουράστηκα λίγο, ίσως και να βαρέθηκα μετά από τόσους μήνες συνεχών αναρτήσεων. Ωστόσο, το μαγαζί δεν θα κλείσει. Θα παραμείνει μισάνοιχτο περιμένοντας τον αδαή δημιουργό του να επιστρέψει και πάλι απ' το νέο ταξίδι εντός.
Σας ευχαριστώ για την όμορφη παρέα σας κι ελπίζω να τα πούμε σύντομα ξανά.

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

Ο τρελλός

Ένας τρελλός καθότανε στην είσοδο
τη νύχτα απόψε και μιλούσε,
μιλούσε βιαστικά κι’ όταν απόσταινε
κάποτε, σκεφτικά χαμογελούσε.
Μιλούσε για τη γνώση, την ονόμαζε
την πρώτη αδυναμία των ανθρώπων.
“Μα θα μιλήσω απόψε κι’ ας με δέσουνε,
ξέρω τα μυστικά των άγιων τόπων!”
Ξέρω όλο μυστικά και γύρω μου άφοβα
θα τα βροντοφονήσω πάλι.
Α, ήμουν τρελλός τόσον καιρό που σώπαινα
κι’ αυτά μούχουν βαρύνει το κεφάλι.”
Φίλε μου νάσαι απλώς πολυλογάς
χωρίς ουσία, θάσαι βάρος.
Φρόντισε νάσαι ο πιο επικίνδυνος
και μόνος σου να παίρνης θάρρος.”
Νάχης καρδιά κι’ όλο να εφραίνεται
μ’ αίσθημα και φιλοτιμία,
είνε… να καρτεράς το θάνατο
και νάρθη μια λιποθυμία!!!”
Είδες ο φουκαράς ο τζίτζικας
ψόφησε εχτές από ειλικρίνεια.
Τάλεγε αληθινά κ’ επίμονα
και μεις τα παίρναμε για γκρίνια.”
Στο τέλος έσκασε από ευγένεια
κ’ επίσημα κυλίστηκε στο χώμα…
Α φαύλοι, δε θα μου το κλείσετε
ποτέ τ’ αχρείο μου το στόμα!”
Και τάλεγε τόσο ήρεμα
τόσο γλυκά η ματιά του εφωτοβόλει,
γελούσε ξαφνικά κ’ έτσι χαρούμενα
σα νάταν η καρδιά του περιβόλι!
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

The Fields Of Athenry (Acapella)

By a lonely prison wall,

I heard a young girl call:

"Michael, they have taken you away,

For you stole Trevelyn's corn,

So the young might see the morn.

Now a prison ship lies waiting in the bay."

Low lie the fields of Athenry

Where once we watched the small free birds fly

Our love was on the wing

We had dreams and songs to sing

It's so lonely round the fields of Athenry.

By a lonely prison wall,

I heard a young man call

"Nothing matters, Mary, when you're free

Against the famine and the crown,

I rebelled, they cut me down.

Now you must raise our child with dignity."

Low lie the fields of Athenry

Where once we watched the small free birds fly

Our love was on the wing

We had dreams and songs to sing

It's so lonely round the fields of Athenry.

By a lonely harbour wall,

She watched the last star fall

As the prison ship sailed out against the sky

For she lived to hope and pray

For her love in Botany Bay

It's so lonely round the fields of Athenry.

Low lie the fields of Athenry

Where once we watched the small free birds fly

Our love was on the wing

We had dreams and songs to sing

It's so lonely round the fields of Athenry.

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Για πάντα μαζί

Είχαν κι αυτοί κάποτε πει εκείνη την ηλίθια ατάκα, Για πάντα μαζί, και την πίστεψαν. Και οικτρά διαψεύσθηκαν. Τους διέψευσε η ζωή, προδόθηκαν απ’ τους ίδιους τους τους εαυτούς. Όταν, όμως, έλεγαν αυτές τις τρεις μαγικές λέξεις, τις τόσο οριστικές και βαρυσήμαντες, τις εννοούσαν, τις εννοούσαν απόλυτα. Γιατί να μην ήταν για πάντα μαζί άλλωστε, από τη στιγμή που αγαπιόντουσαν τόσο πολύ και με τόσο πάθος; Γιατί να μην έμεναν για πάντα μαζί, για πάντα ένα, από τη στιγμή που ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο; Γιατί να μην έκαναν μαζί τα όνειρά τους πραγματικότητες;
Η αλήθεια είναι ότι όταν συναντήθηκαν όλα έδειχναν πως ο καθένας βρήκε στον άλλο τον προορισμό του. Οι πρώτοι μήνες της κοινής τους ζωής κύλησαν γρήγορα, σαν ένα ρυάκι μ’ ακύμαντο νερό, μέσα στις χάρες και τις χαρές του έρωτα, μέσα στην αρμονία των κορμιών. Δέθηκαν μεταξύ τους σα σε σανίδα σωτηρίας, κι ας μην ήταν -φαινομενικά- η απόγνωση το κυρίαρχο στοιχείο στην ένωσή τους. Η Νάντια του πρόσφερε την αγάπη, τη ζεστασιά και θαρρώ εκείνη την τυφλή λατρεία που εκείνος πάντοτε αναζητούσε. Ο Λευτέρης της χάρισε την τρέλα του, την ιερή του τρέλα, μια τρέλα που της έδινε φτερά, αλλά και κάποια ανέλπιστη ασφάλεια, αφού ένιωθε ότι όσο ήταν κοντά του κακό δε θα μπορούσε να τη βρει, καμιά θλίψη να την αγγίξει.
Όσο περνούσε ο καιρός το πρώτο πάθος και η φωτιά του πόθου δεν έλεγαν με τίποτα να υποχωρήσουν. Κάθε στιγμή που περνούσε, κάθε μέρα που ξημέρωνε έμοιαζε να είναι να είναι καλύτερη απ’ την προηγούμενη γι’ αυτούς τους δυο. Ο έρωτάς τους φαίνονταν να μεγαλώνει, να γιγαντώνεται, ώρα με την ώρα, να αποκτά όλο και πιο γερές, όλο και πιο ακατάλυτες βάσεις. Η σχέση τους έμοιαζε με μια από κείνες που απλά είναι πολύ καλές για να ’ναι αληθινές.
Ως πότε, όμως, θα κρατούσαν οι καλές μέρες; Ως πότε θα ζούσαν σ’ ένα όνειρο; Ως πότε θα μπαινόβγαιναν ανενόχλητοι στη δική τους παραμυθοχώρα; Θα μπορούσαν να μείνουν Για πάντα μαζί όπως είχαν υποσχεθεί; Όλα έδειχναν πως ναι, θα έμεναν μαζί, αφού ποτέ δεν τσακώνονταν, ποτέ δεν έβαζε τις φωνές ο ένας στον άλλο, ποτέ δεν κορόιδευε ο ένας τον άλλο και ποτέ δεν είχαν σκηνές ζηλοτυπίας, κι ας ξόδευαν πολλή χρόνο χώρια, κάνοντας διαφορετικά πράγματα, έχοντας διαφορετικούς φίλους.
Αλλά, όσο κι αν όλα μοιάζουν ρόδινα στο σήμερα, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το τι του επιφυλάσσει αύριο η ζωή. Έτσι, κάποτε η Νάντια θα γνώριζε κάποιον άλλον άντρα, κάποιον που θα της προσέφερε όλα όσα κάποτε ονειρευόταν -χρήμα και δύναμη κι ασφάλεια περισσή- γι’ αυτό και θα τον ερωτευόταν, ξεχνώντας όλους τους όρκους της, τις ανεκπλήρωτές της υποσχέσεις. Και τώρα; Και τώρα πώς θα έβρισκε το κουράγιο να πει στον Λευτέρη την αλήθεια;
Αργεί! Αργεί πολύ να του αποκαλύψει την προδοσία της. Κι όταν το κάνει, εκείνος στην αρχή γελάει, το παίρνει για ένα αστείο – κακόγουστο είν’ η αλήθεια, αλλά αστείο. Ωστόσο εκείνη επιμένει. Τέλειωσαν όλα, του λέει, κι εκείνος καταλαβαίνοντας επιτέλους ότι δεν τον κοροϊδεύει, νιώθει τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια του, τα όνειρα και τις προσδοκίες μιας ζωής να γίνονται καθρέφτης που πέφτει με πάταγο και θρυμματίζεται σε χιλιάδες κομμάτια. Γιατί μου το κάνεις αυτό; Σε τι σε απογοήτευσα; Τι σου έλειψε; τη ρωτά απεγνωσμένα, αλλά δεν παίρνει τις απαντήσεις που ζητάει. Τη βλέπει μόνο να απομακρύνεται από κοντά του δακρυσμένη, σχεδόν τσακισμένη, με βήμα αργό αλλά αποφασιστικό.

Μετά το χωρισμό ο Μανόλης καταντά ένα ανθρώπινο κουρέλι, ένα σκουπίδι της ζωής. Όσο σκληρά κι αν προσπαθεί δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που του έχει συμβεί. Και της θλίψης τα ερωτηματικά πάνε κι έρχονται και τυραννάνε την ύπαρξή του. Η Νάντια ήταν η ζωή του όλη, της τα έδωσε όλα, πήρε πολλά από αυτήν. Γιατί τον παράτησε; Γιατί; Αφού ήταν η ιδανική του σύντροφος. Την ήξερε καλύτερα κι απ’ τον εαυτό του και ήταν σίγουρος πως τον αγαπούσε κι εκείνη βαθιά και αμετάκλητα – αυτό βέβαια, μέχρι που ξύπνησε στο λάθος του, μέχρι γεύτηκε την πλάνη του και τιμωρήθηκε βαριά γι’ αυτήν.
Ο χρόνος που περνάει δε μοιάζει καθόλου να τον βοηθάει να επουλώσει τις πληγές. Το αντίθετο μάλιστα, φαίνεται να τις κάνει όλο και πιο επώδυνες. Παρατά τη δουλειά του, που έτσι κι αλλιώς δεν γούσταρε, δε βλέπει πια τους φίλους, σταματά ακόμη να ασχολείται και μ’ εκείνα που κάποτε του έδιναν τη μεγαλύτερη χαρά, τα βιβλία. Μένει κλεισμένος ολημερίς στο σπίτι και στις σκέψεις του που αιμορραγούν. Κι όλο πίνει κόκκινο κρασί που πάντοτε καταφέρνει να κάνει χειρότερο -αφόρητο- τον πόνο. Μέρα και νύχτα στα μεθυσμένα του γιατί μάταια ψάχνει να βρει τις απαντήσεις. Για πάντα μαζί κάποτε του είχε πει και τον ανέστησε. Για πάντα μαζί, θυμάται τώρα κι αργοπεθαίνει. Το βλέμμα του έχει για τα καλά ραγίσει, τα μάτια μείναν άνυδρα, δεν μπορεί καν πια να δακρύσει. Έρχεται το χθες, ανάμνηση οδυνηρή, και ξυπνά μέσα του την οργή και μια γλυκιά μελαγχολία, για τους καταπατημένους όρκους, για τη σκοτωμένη αγάπη. Όχι, το τέλος δεν μπορεί να είναι μακριά!

Πηγαίνει αξημέρωτα και στήνει καρτέρι έξω απ’ το νέο σπίτι της αγαπημένης. Όταν μετά από πολλή ώρα τη βλέπει να βγαίνει απ’ την εξώπορτα την πλησιάζει, γοργά, αποφασιστικά. Γεια σου Νάντια, της λέει μ’ ένα τρυφερό χαμόγελο που ξεχειλίζει από απελπισία κι αγάπη και της καρφώνει το στιλέτο στην καρδιά. Δεν την αφήνει να πέσει χάμω. Την κρατά στην αγκαλιά του σφικτά, με πάθος, μέχρι να ξεψυχήσει. Το αίμα της, υγρή μαρτυρία, καταβρέχει τα ρούχα του, την ύπαρξή του όλη. Βάζει το χέρι του στην πληγή και με το δάχτυλο κλέβει σταγόνες απ’ το ροδοκόκκινο νερό της ζωής. Αρχίζει να γράφει κάτι στο σκαλοπάτι, αργά, προσεκτικά, κι όταν τελειώνει, αφαιρεί το στιλέτο απ’ το στήθος της αγαπημένης και το χώνει στη δική του καρδιά. Τώρα, είναι ξαπλωμένοι πλάι πλάι, ακουμπώντας ο ένας τον άλλο και μοιάζουν να χαμογελούν. Τρεις λέξεις, σα φωτοστέφανο από αίμα, χαϊδεύουν τα κεφάλια τους, τους χαρίζουν μια άγρια, απόκοσμη ομορφιά: Για πάντα μαζί!

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Bananaland

Το πιο κάτω κείμενο το έλαβα στο e-mail πριν 3-4 μέρες και ασχολείται με δύο θέματα που απασχόλησαν πολύ τους κύπριους πρόσφατα: την αθώωση κάποιων αστυνομικών που ξυλοκόπησαν δυο φοιτητές και τους μετανάστες που δήθεν θέτουν σε κίνδυνο τις ζωές των ανθρώπων στη Λευκωσία. Με τα πιο απλά λόγια αποδεικνύει αυτό που υποστηρίζω εδώ και καιρό: το ότι δηλαδή η Κύπρος από νήσος των αγίων, μεταμορφώθηκε σε νήσο των αγρίων...

Την (περασμένη) Τρίτη το πρωί η αστυνομία μετά από επιχείρηση σκούπα στην παλιά Λευκωσία συνέλαβε 150 περίπου παράνομους μετανάστες. Αφορμή ήταν τα διάφορα «βίαια» επεισόδια που δημιουργούνται από μετανάστες στην παλιά πόλη. Οι μετανάστες που κάθονταν στα κρατητήρια κλαίγοντας-πλάνο που θεώρησε η δημοσιογράφος του ΡΙΚ καλό να δείξει κατά τη διάρκεια του ρεπορτάζ στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων!- κάθε άλλο παρά φασαριόζους μετανάστες έδειχνε. Την επομένη οι κάτοικοι της παλιάς Λευκωσίας διαπιστώσαμε ότι άδειασαν οι δρόμοι και επικρατούσε μια περίεργη ησυχία στις γειτονιές μας. Χθες το βράδυ κάποιοι φίλοι μου είπαν ότι το ΣΙΓΜΑ μετέδωσε ρεπορτάζ για την παλιά Λευκωσία, παρουσιάζοντας την σαν επικίνδυνο τόπο να κυκλοφοράς τις νύχτες λόγω των μεταναστών! Η διάψευση αυτής της γεμάτης ρατσισμό και άγνοια είδησης ήρθε κάποιες ώρες μετά, όταν πέρασα να δω ένα φίλο μου μεξικανό που δουλεύει στο εστιατόριο τέρμα της Λήδρας. Το πρόσωπο του ήταν χτυπημένο και ο λόγος: την προηγούμενη νύχτα πήγαινε αργά το βράδυ σπίτι από τη δουλειά με 2-3 άλλους μεξικανούς συναδέλφους και τους επιτέθηκαν 3-4 ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΟΙ, με αποτέλεσμα το ένα από τα παιδιά να είναι ακόμα στο νοσοκομείο λόγω των τραυμάτων. Μετά από επίμονες ερωτήσεις μου για το ποιοι ήταν οι ελληνοκύπριοι μου τους περιέγραψε, και η περιγραφή φέρνει στους γνωστούς χρυσαυγήτες... τους λεγάμενους "γνωστούς- αγνώστους" της αστυνομίας, του κράτους και των παρατάξεων.

Κι εκεί που άρχισα να σκέφτομαι τρόπους για το πώς θα μπορούσαμε να σταματήσουμε την απίστευτη προπαγάνδα που γίνεται εις βάρος των μεταναστών και της παλιάς Λευκωσίας και πώς να ξεσκεπάσουμε τους "γνωστούς-αγνώστους" αποφάσισα να δω το μεσημεριανό δελτίο του ΡΙΚ. Πρώτη είδηση η δίκη των ΜΜΑΔΙΤΩΝ που έδειραν τον Μάρκο και τον Γιάννη τα Χριστούγεννα του 2005 στην Αρμενίας. Το δικαστήριο δεν δέχτηκε το video σαν στοιχείο. Ο ίδιος ο γενικός γραμματέας πήγε στην αίθουσα και ζήτησε από τους δικαστές να το δεχτούν αλλά μετά από την άρνηση τους ο άνθρωπος αποχώρησε. Και η ετυμηγορία: Αθωώνονται και απαλλάσσονται από κάθε κατηγορία και οι 10 αστυνομικοί !!!!!!!!!! Μάλιστα οι δικαστές κατέκριναν τα MEDIA που δημοσίευσαν το video του ξυλοδαρμού γιατί έτσι κρίθηκαν ένοχοι οι αστυνομικοί από την κοινωνία και αμαυρώθηκε το όνομα τους. Επίσης το video (και ο άνθρωπος που το τράβηξε) θα περάσει από έρευνα για την αυθεντικότητα του!

Νομίζω ότι κάθε σχόλιο είναι περιττό,

Στέφανη


Η φωτογραφία είναι από το γκρουπ που δημιουργήθηκε στο facebook μετά την αθώωση των αστυνομικών

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2009

Η απολογία της Μήδειας - Μονόλογος

 
Αυτή είναι η δεύτερη, ή μάλλον η τρίτη, γραφή της Απολογίας της Μήδειας, που είχα ανεβάσει εδώ και στο παρελθόν.


Λένε ότι κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται μονάχα για να υποφέρουν. Για ν’ αναλωθούν σε μια δίχως χρώματα και χαρές ζωή και μετά να πεθάνουν. Ένας απ’ αυτούς τους άτυχους ανθρώπους θα μπορούσε να πει κανείς πώς είμαι κι εγώ, η δήθεν καταραμένη απ’ τους θεούς, η Μήδεια, αλλά θα απείχε πολύ απ’ την αλήθεια. Απ’ την αληθινή αλήθεια – όχι από την άλλη, την ψεύτικη, την χιλιοειπωμένη. Όσοι από εσάς, περιμένουν να διαβάσουν εδώ, μέσα σ’ ετούτες τις φτωχές γραμμές την ομολογία μιας γυναίκας που απολογείται και ταπεινώνεται, θ’ απογοητευτούν οικτρά. Όχι, αγαπητοί μου, δεν έχω ενοχές, ούτε και κρίματα να εξομολογηθώ, δεν πρόκειται να σπαταληθώ σε μάταια δάκρυα και να ζητήσω σαν ένοχη και πολλαπλά καταδικασμένη, από χέρι βέβηλο και ξένο, τη συγχώρεση και τη συμπάθειά σας. Δεν θα γίνω ανθρώπινο κουρέλι για το χατίρι σας. Δεν θα σας αφήσω να με ποδοπατήσετε και να κλέψετε το τελευταίο πράγμα που μου έχει μείνει, τη φωνή μου, την αξιοπρέπειά μου. Όσο τραγική φιγούρα κι αν φαντάζω, εγώ η φτωχή μα ατάραχα πλούσια, στα μάτια σας, τόσο τραγική φιγούρα δεν είμαι. Ο Προμηθέας, μάλιστα! Αυτός ο φτωχούλης των θεών, το αποπαίδι, υπήρξε τραγικός – ο πιο τραγικός. Όχι, λοιπόν, εγώ δεν γράφω ετούτες τις γραμμές σ’ ένα τεφτέρι παλιό, στη σκόνη του χρόνου ξεχασμένο, για να απολογηθώ, αλλά για να πω την ιστορία μου – για να σας κάνω, με το έτσι θέλω, να μάθετε τη δική μου αλήθεια. Εκείνη που δεν κατέγραψαν καθόλου σωστά, αλλά διαστρέβλωσαν κατά βούληση οι αδαείς αρχαίοι τραγωδοί, μεταμορφώνοντάς με μέσα από τις λέξεις τους στην πιο μισητή γυναίκα στον κόσμο – πιο μισητή ακόμη κι απ’ εκείνη την ηλίθια με τα καρέ μαλλιά, την Κλεοπάτρα. Τον κόσμο, ξέρετε –το ξέρετε, άραγε;– τον δημιούργησαν οι γυναίκες• απ’ τη μήτρα μας ξεφύτρωσε. Οι άντρες απλά αρκέστηκαν να γράψουν την ιστορία του καταπώς τους άρεσε, και να τα χαΐρια μας. Α, ναι, το βλέπω, λίγο σας έχω ταράξει. Ηρεμήστε. Ηρεμήστε. Αυτή είναι μόνο η αρχή. Πολλά θα διαβάσετε ακόμη. Πολλά και τρελά, θα έλεγαν κάποιοι, αυτοί που δεν ξέρουν ότι τα όρια ανάμεσα στη λογική και την τρέλα είναι πολύ λεπτά, δυσδιάκριτα, όπως κι εκείνα μεταξύ της αλήθειας και του ψέματος. Είναι τυχαίο, άλλωστε, νομίζετε το γεγονός ότι για αιώνες ολόκληρους σας δίδασκαν το λάθος μύθο και το κάνουν ακόμη; Λίγο πριν αρχίσω να σας ποτίζω με το φαρμάκι της αλήθειας σας προειδοποιώ: στη διάρκεια της δήθεν απολογίας μου μερικές φορές θα σας προκαλέσω την οργή, θα σας κάνω να ξεφυσάτε από αγανάκτηση, ενώ κάποιες άλλες θα σας κάνω να χαμογελάσετε πικρά κι ίσως ειρωνικά. Όσο διαβάζετε αυτά που γράφω θα με σκέφτεστε σαν μια κοινή ψεύτρα, σαν βλάστημη, σαν την πρώτη και την πιο μεγάλη πόρνη. Μα, σας το λέω, μη βιαστείτε να παρατήσετε αυτό το χειρόγραφο, που διέσχισε αιώνες πόνου και ηδονής για να ’ρθει να σας βρει, προτού φτάσετε στο τέλος του. Εκεί που θα λάμψει το φως και όλοι οι μύθοι, ή έστω οι περισσότεροι απ’ αυτούς θα καταρριφθούν, εκεί που τα πράγματα θα μπουν στη θέση τους. Αν κάποιοι από εσάς νιώθουν ήδη τα κόκαλα των προγόνων τους να τρίζουν, δεν πέφτουν έξω – έχουν καλή διαίσθηση.

Αλλά, ας μην προστρέχω. Ο χρόνος, τώρα πια, δε με κυνηγά, έτσι ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Λίγο πολύ η ιστορία μου στη χώρα της Κολχίδος είναι γνωστή και χωρίς πολλές παραποιήσεις από τα χέρια, τα χείλη και την αστείρευτη μονόφθαλμη φαντασία των διαφόρων ανιστόρητων ιστορικών. Ωστόσο, η αντιμετώπιση που είχα από τους διάφορους γραφιάδες και αστοιχείωτους παραμυθάδες, μάλλον με αδικεί. Ήμουνα όντως η μεγάλη ιέρεια της τρομερής Θεάς Εκάτης και γι’ αυτό πανίσχυρη, και στα μάτια του φτωχού κοσμάκη απλά επιβλητική. Μονάχα εγώ, ανάμεσα σε όλες τις θνητές η πιο εκλεκτή, μπορούσα να μιλήσω μαζί Της, να κατευνάσω το θυμό Της, να ζητήσω την εύνοιά Της, και γι’ αυτό –μ’ εξαίρεση τον πατέρα μου– οι άνθρωποι της χώρας μου φανερά με σέβονταν, κρυφά με μισούσαν, απόλυτα με φοβόντουσαν. Κανείς δεν τολμούσε να με πλησιάσει δίχως δεύτερη σκέψη, αφού ήμουν ένας ζωντανός μύθος, μια γυναίκα πάνω απ’ όλες τις άλλες, η πιο τρομερή μάγισσα που υπήρχε στον τότε κόσμο. Στον γνωστό τους κόσμο, έπρεπε να πω, των αμαθών ανθρώπων, αφού κάπου όχι πολύ μακριά, στη χώρα της Αιγύπτου, η μαγεία επίσης ανθούσε και καθόριζε των κοινών θνητών τη μοίρα. Ήμουνα μια γυναίκα όμορφη πολύ –σαν αμαρτία, που θα έλεγαν οι σύγχρονοι αμπελοφιλόσοφοι και επαγγελματίες ατακαδόροι– ένας πειρασμός γλυκός μα άπιαστος, θανατηφόρα επικίνδυνος για τα λάγνα βλέμματα και για τ’ ανείπωτα υγρά όνειρα όλων των αντρών και πλήθους γυναικών. Ο μύθος με θέλει να είμαι αμόλυντη, παρθένα από σπίτι, όμως ο μύθος δεν είναι παρά μύθος – το λέει και η λέξη. Κάθε άλλο παρά αμόλυντη ήμουνα. Ήμουνα ένα άγριο θηλυκό, παθιασμένο, αλύτρωτο, αχόρταγο για έρωτα και όλες του κορμιού τις απολαύσεις. Όσο κι αν η μνήμη μου είναι μια απ’ τις μεγαλύτερές μου δυνάμεις, δεν μπορώ με σιγουριά να πω πόσοι άντρες στιβαροί και πόσες γυναίκες θεσπέσιες γεύτηκαν τις χάρες μου και μού χάρισαν τις δικές τους. Ήτανε τα πιόνια μου, τα στρατιωτάκια στης λαγνείας μου τον πόλεμο. Όποιον ήθελα τον αποκτούσα, έτσι απλά, κανένας δεν μπορούσε να με αρνηθεί, κανείς δεν τολμούσε να μου αντισταθεί. Γεύονταν μαζί μου όλες τις χαρές και τις ηδονές, που ούτε στην πιο άγρια φαντασία τους δεν θα μπορούσαν ποτέ να πλάσουν, κι έπειτα ξεχνούσαν. Μ’ ένα φίλτρο μαγικό κι ένα πειρατικό φιλί τους χάριζα τη λήθη.

Για χρόνια πολλά υπηρέτησα πιστά την τριπλή Θεά, για χρόνια πολλά, γλυκά και στους αιώνες αξέχαστα, γευόμουνα αμέτρητα νεανικά κορμιά, την ομορφιά της γης κι ένιωθα τους παλμούς της πρώτης απ’ όλες τις μητέρες μας, της φύσης. Α, ναι, είναι και το Χρυσόμαλλο Δέρας –ωραίο παραμύθι κι αυτό– αφού, Τέρας ήταν μάλλον. Εγώ το δημιούργησα ξέρετε, μια νύχτα που είχα κέφια τρελά, αλλά απείχα από ερωτικά παιχνίδια – οι υπόλοιποι φρόντισαν προσεκτικά, μα άθελά τους, να διαδοθεί ο μύθος, που μέχρι και σήμερα παραμένει ζωντανός, αν και απόλυτα ψεύτικος, όπως τα πλείστα σημεία της ιστορίας που για μένα φτιάξανε. Βλέπετε, την ιστορία, όπως τόνισα και λίγο πριν, τη γράφουνε οι άντρες, κι αυτοί οι δόλιοι φροντίζουν να μειώνουν τις γυναίκες σαν χαρακτήρες και να τις ανυψώνουν σαν στοιχεία ομορφιάς, σαν αντικείμενα λάγνας λατρείας, σαν του σπιτιού τους τα διακοσμητικά. Απλά σκεφτείτε τι έκαναν μ’ εκείνη την κακομοίρα, την Ελένη. Αγάπησε τρελά έναν άντρα κι έφυγε μαζί του. Κι οι άλλοι δήθεν οργάνωσαν μια ολόκληρη εκστρατεία, ξεκίνησαν ένα πόλεμο στου διαόλου τη μάνα, για να την πάρουν πίσω. Ποια; Την Ελένη! Ποιοι; Εκείνοι που πιότερο προτιμούσαν να συνευρίσκονται μεταξύ τους παρά με γυναίκες. Και βρέθηκε κι ένας καλός παππούλης, ο Όμηρος, ο οποίος ανάλαβε σαν συνεπές σερνικό, να γράψει –τ’ ομολογώ, με μαεστρία πολλή– τη λάθος ιστορία, που μιλούσε για ένα φουστάνι που έσυρε στο κατόπι της στρατούς και καράβια και... μπούτσες μπλε, αντί για εμπορικά συμφέροντα και επίδειξη ισχύος. Αλλά, ας αφήσουμε την Ελένη ν’ αναπαυτεί εν ειρήνη στο μνήμα, που της έχουν τόσο περίτεχνα φτιάξει, κι ας επιστρέψουμε στο Χρυσόμαλλο Δέρας. Ένα κομμάτι δέρμα ζώου, χωρίς καμία απολύτως αξία, αυτό ήταν, αλλά έγινε σύμβολο για την Κολχίδα, λόγω της πανουργίας του πατέρα μου, που θέλησε να εκμεταλλευθεί του λαουτζίκου την άγνοια και την ευπιστία. Ο κάθε άρχοντας την τότε εποχή όφειλε να κυβερνά τους υπηκόους του λέγοντάς τους λόγια σοβαρά και όμορφα παραμύθια, κι ο Αιήτης στον κανόνα αυτό, την εξαίρεση δεν μπορούσε να αποτελεί. Κύριος και κυρίαρχος με τα όλα του, τα ρέστα του κτυπούσε στη μυθοπλασία, αν και νοημοσύνη δε διέθετε και πολλή. Το ίδιο θαρρώ συμβαίνει και σήμερα με τους κυβερνώντες, έτσι; Αλλά, πάλι ξεφεύγω. Πίσω στην ιστορία μας. Ο πατέρας μου, που λέτε, αφού φρόντισε ο μύθος να γίνει θρύλος και μέσω των υποτελών του αυλικών ακλόνητη αλήθεια, ανέθεσε σε μένα και σ’ ένα τρομερό φίδι, που εκτός από μένα δεν είδε ποτέ κανείς, να φυλάμε το Δέρας. Συγγνώμη, το Τέρας εννοούσα. Ε, καλά τώρα, μεταξύ μας, αυτή δα η αποστολή δεν ήταν και η δυσκολότερη. Η φήμη μου ήταν ήδη τρομερή –ήμουνα η Παρθένα Κόρη που συνομιλούσε με την Εκάτη– προσθέστε σ’ αυτή και το γιγαντιαίων διαστάσεων φίδι, και το γλυκό έδεσε. Όλοι χάψανε αμάσητο το παραμύθι. Εγώ, λοιπόν, έκανα ό,τι ήθελα ευτυχισμένη, αν και πολλές φορές απελπιστικά μόνη, μέσα στη θεϊκή άχλη που με περιέβαλλε, κι ο πατέρας μου διοικούσε το λαό του χωρίς κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα. Απλά, πού και πού, για να σπάει η μονοτονία, οργάνωνα καμιά αχρείαστη θυσία προς τιμήν της Θεάς, αφού την προηγούμενη μέρα τρομοκρατούσα τον κόσμο με κάποια δήθεν τρομερά φαινόμενα. Αυτή ήταν άλλωστε και η μοναδική ουσιαστική μου διασκέδαση, αν εξαιρέσει κανείς τις ερωτικές συνευρέσεις.

Όλα κυλούσαν ωραία κι ήρεμα για χρόνια πολλά. Στον τόπο επικρατούσε η ευημερία, που φυσικά οφειλόταν στην εύνοια της Εκάτης, αν και μεταξύ μας περισσότερο είχε να κάνει με την εύφορη γη και την αδίστακτη και αβάστακτη τυραννία του Αιήτη, που κυβερνούσε μοναχά με το μαστίγιο – αφού, το καρότο το έτρωγ’ ο ίδιος. Κάποια μέρα πληκτική, απ’ τις πολλές, ο τελευταίος με κάλεσε στο παλάτι –στο οποίο, σημειώνω, σπάνια πατούσα– και μου ανακοίνωσε ότι την επομένη θα έπρεπε να φύγω για ένα ταξίδι, όχι και τόσο μακρινό, για να επισκεφθώ, λέει, μια γριά μάγισσα, που ζούσε σε μια ερημική σπηλιά στους πρόποδες του Καυκάσου. Αν και ιέρεια και πολύ πιο ισχυρή από εκείνον, δε θέλησα να παρακούσω τις εντολές του για δύο λόγους. Πρώτα, επειδή ήταν ο πατέρας μου, αν κι αυτό για μένα δεν είχε και ιδιαίτερη σημασία, κι ύστερα επειδή ήταν μια καλή ευκαιρία να βγω απ’ τη ρουτίνα μου – που όσο κι αν την απολάμβανα δεν έπαυε στιγμή να είναι τέτοια. Ένας άνθρωπος του βουνού αγριωπός, που μύριζε έντονα τραγίλα, ήρθε την άλλη μέρα το πρωί, προτού καλά-καλά χαράξει για να με οδηγήσει στον προορισμό μου. Περπατούσαμε όλη μέρα σχεδόν χωρίς σταματημό και σαν πήρε λίγο να νυχτώνει, μου ανακοίνωσε ότι η πορεία μας για εκείνη την ημέρα έφτασε στο τέλος της κι έπρεπε να ξεκουραστούμε. Σ’ ένα χωριατόσπιτο κτισμένο με πέτρα φθαρμένη απ’ την υγρασία –σχεδόν πράσινη– και καλαμοσκεπή, με ζεστή σούπα και καλό παχύρρευστο κόκκινο κρασί, κι ύπνο ανέμελο βαθύ ξοδέψαμε τη νύχτα. Σαν ξημέρωσε η άλλη μέρα μου έδειξε το μονοπάτι το άγριο, το μοναχικό, που θα οδηγούσε στης γριάς μάγισσας το καταφύγιο. Ώρες πολλές για να το σκαρφαλώσω χρειάστηκα θαρρώ, αλλά η ανταμοιβή ήταν ένα πλούσιο καλωσόρισμα με λέξεις, που στα εκπαιδευμένα μου αυτιά καθόλου ψεύτικες δεν ακουστήκαν: «Μα, τι να πω εγώ σε σένα, κόρη μου, που είσαι η πρώτη απ’ όλες;». Δεν με ήξερε η γριά, ποτέ της δεν μ’ αντίκρισε ξανά, αλλά πάνω μου αναγνώρισε το άγγιγμα της Εκάτης. Μιλήσαμε για ώρα πολλή και παρά την ταπεινοφροσύνη της προέβλεψε για μένα πράγματα, που ποτέ δεν περίμενα να γίνουν – αν και κάπου μέσα μου βαθιά τα ονειρευόμουν. Της είπα κι εγώ μυστικά πολλά, τη δίδαξα λίγους απ’ τους τρόπους της Εκάτης, αντίτιμο για τις αποκτημένες στο βάθος του χρόνου συμβουλές της. Μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη και με το μέσα μου ν’ αναβλύζει για το αύριο αισιοδοξία, την άφησα και πήρα το δρόμο για το γυρισμό. Είχε νυχτώσει πια για τα καλά όταν έφτασα στο φτωχικό το σπίτι, που με φιλοξένησε το προηγούμενο βράδυ. Αμίλητα με υποδέχτηκαν και σεβαστικά οι νοικοκύρηδες και μοιράστηκαν ξανά μαζί μου τα λιγοστά που είχαν. Μοναχή πορεύτηκα την επομένη μέρα, αφού διέταξα τον άντρα εκείνον του βουνού να μη με ακολουθήσει. Είχα πράματα μεγάλα να σκεφτώ, από τα θαύματα του αύριο ξεχείλιζε ο νους μου, και δεν χρειαζόμουνα δίπλα μου κανένα, που να μου αποσπά την προσοχή, έστω και με τη σιωπή του. Σαν έφτασα στο πνιγηρό παλάτι του Αιήτη, εκείνος ζήτησε αμέσως να με δει και για την προφητεία της μάγισσας να με ρωτήσει. Του είπα, λοιπόν, κι εγώ το ψέμα που η ψυχή του η δόλια, η φτωχή, πιότερο απ’ όλα ήθελε ν’ ακούσει. Του είπα πως προφήτεψε ότι θα ζούσα χρόνια πολλά, σαν τα σημερινά, πολύ ευτυχισμένα, και δίπλα του θα γερνούσα. Τι να έλεγα στον γέροντα; Ότι η προφητεία δεν ήταν αυτή που ήθελε ν’ ακούσει; Ότι αυτή μιλούσε για κάποιο όνειρο κρυφό δικό μου, που επιτέλους θα ’βγαινε αληθινό; Ή, ότι κι αν μού είπε κάτι η γριά εγώ γνώριζα απ’ αυτήν ακόμη πιο πολλά; Ε, ό,τι δεν είπε η γριούλα, ό,τι ποτέ δεν μπόρεσα να σκεφτώ εγώ, τόλμησε και το είπε κάποτε ένα ανθρωπάκι κακόμοιρο, που ζητούσε των αντρών την προσοχή, μειώνοντας το δόλιο τις γυναίκες: «Θα γίνεις η πιο αποκρουστική γυναίκα στη γη», μάντεψε στα καλά καθούμενα ο παππούς, και κάπως έτσι άρχισε να γράφεται στα χαρτιά η μοίρα μου και στις συνειδήσεις.

Λίγο καιρό μετά την επίσκεψη στη γριά –την οποία με τρυφερότητα πολλή σκεφτόμουνα και γι’ αυτή στην Εκάτη προσευχόμουνα, καλή ζωή να έχει– κι αφού πάλι βαρέθηκα να κάνω συνέχεια τα ίδια και τα ίδια, άρχισε να με πλακώνει η πλήξη, να με τυλίγει στα πέπλα της και να με πνίγει η ανυπομονησία. Βλέπετε, δεν είχε μείνει και κάνας άντρας της προκοπής στην πόλη, που να μην τον είχα ξεζουμίσει, έτσι όλες οι μέρες μου φάνταζαν ίδιες, οι νύχτες μονότονες και μονόχνοτες μέχρι σκασμού. Παρακαλούσα, λοιπόν με όσο δύναμη διέθετα, με όση πειθώ μπορούσα την Εκάτη, να κάνει να συμβεί στη ζωή μου κάτι συναρπαστικό, αυτό που πάντοτε περίμενα και προβλεπόταν. Ε, καθώς ήμασταν φίλες για χρόνια πολλά κολλητές κι από πάντοτε νιώθαμε η μια της άλλης τον παλμό, είπε να μη μου χαλάσει το χατίρι. Κι έτσι, έστειλε στη ζωή μου, εκείνον που προφήτεψε η γριά, αυτόν που μια μικρή ζωή περίμενα, τον Ιάσονα. Ήταν ένας άντρας πανέμορφος, με μάτια μεγάλα σκοτεινά και πρόσωπο απ’ τον ήλιο και τις θάλασσες αμείλικτα δαρμένο. Έμοιαζε γέρος και παιδί την ίδια ώρα. Λες και κάποιος χαράκτης της σκληρής ζωής τον είχε σχηματίσει. Δεν έμοιαζε καθόλου με κανέναν απ’ τους άντρες, τους αμέτρητους, που είχα γνωρίσει μέχρι τότε. Το αγαλματένιο του και τριχωτό –τι νομίζατε;– κορμί, η αλαζονεία κι η αυτοπεποίθησή του, τα άγρια λουσμένα μ’ αλμύρα μαλλιά, το βλέμμα του που ήταν μια άβυσσος έτοιμη να σε κάψει και να σε καταπιεί, όλ’ αυτά άναψαν μέσα μου αμείλικτα τον πόθο. Αυτόν τον άντρα θα τον ακολουθούσα ως τα πέρατα της γης. Γι’ αυτόν θα έκανα ό,τι δεν τόλμησε πότε να κάνει γυναίκα για άντρα άλλον κανένα, σκέφτηκα κι αποφάσισα, απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή που βρέθηκα αντικρύ του. Η διαφορά μου τότε με τις άλλες γυναίκες –αλλά κι από τις σημερινές θαρρώ– είναι ότι όλες ζητούσαν κάτι, ενώ εγώ ζητούσα κάτι παραπάνω. Αυτό το κάτι θα το έβρισκα άραγε στο πρόσωπο, στα λόγια τα μεγάλα, στο κορμί του Ιάσονα; Ήμουνα σίγουρη πως ναι. Μα την ίδια ακριβώς στιγμή δεν είχα καμία απολύτως αμφιβολία ότι το τίμημα που θ’ αναγκαζόμουν να πληρώσω θα ’ταν ακριβό και για πολλούς αβάστακτο. Κι όμως, με την ψυχή μου όλη και με θέληση ακλόνητη έκανα βουτιά στην πύρινή του άβυσσο, που σαγηνευτικά με προσκαλούσε...

Ο Ιάσονας! Το αγαπημένο ετούτο παιδί, ο μεγάλος άντρας και κατοπινός εραστής, δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να εντυπωσιάσει τους –έτσι κι αλλιώς ευκολόπιστους και λίγο λειψούς στο μυαλό– συντοπίτες μου, με τις σκληρά αποκτημένες γνώσεις του και την απίστευτή του τόλμη. Απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή, λίγο μετά το καλωσόρισμα και τις γιομάτες ψέμα αβρότητες, δήλωσε στον πατέρα μου ότι πήγε εκεί για να πάρει το Χρυσόμαλλο Δέρας, και με τη βοήθεια ενός σοφού γέρο τροβαδούρου, του φημισμένου Ορφέα, αφηγήθηκε τις περιπέτειές του. Μας περιέγραψε με μαεστρία μεγάλη, ο ποιητής, πώς με εξυπνάδα περισσή και μαγκιά ακλόνητη κατάφεραν αλώβητοι να διασχίσουν τις Συμπληγάδες –πιστέψτε με, κάτι πανεύκολο για όσους διαθέτουν μέτρια έστω νοημοσύνη– και δεν παρέλειψε να πει ότι όλ’ αυτά, ο άντρας ο μεγάλος που τους όριζε, τα έκανε σε μια προσπάθεια ν’ ανακτήσει το βασίλειο, που άνθρωποι κακοί και άτιμοι του είχαν στερήσει. Ο Ορφέας με το τραγούδι του, που θα μπορούσε να καθηλώσει ακόμη και τους ίδιους τους θεούς, σαγήνεψε τους πάντες, τους μετέφερε λες σε κόσμους μαγικούς και μέρη απάτητα πέρ’ από κάθε φαντασία, αλλά εμένα τα μάτια μου ήταν καρφωμένα πεισματικά, προκλητικά και απροκάλυπτα, στον όμορφο ξένο. Στο σκοτάδι των δικών του ματιών διέκρινα κάτι αναμενόμενο, πλην τρομακτικό, τον έρωτά μου για κείνον, που γεννήθηκε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά και τη γνώση• τη γνώση ότι θα έφτανα στ’ άκρα για δαύτονε, ότι θα θυσίαζα τα πάντα κι ακόμη περισσότερα στο βωμό του έρωτα, ότι θα έχανα κάθε εξουσία στην πατρική μου γη, πως θα διέλυα όλους τους μύθους, που με τον Αιήτη συντροφιά και με δουλειά πολλή είχαμε φτιάξει. Πολλοί, στο μέλλον, θα σκέφτονταν και θα διαλαλούσαν, πώς έκανα ό,τι έκανα από απερισκεψία και γυναικεία αδυναμία, αλλά δεν θα μπορούσαν να πέφτουν περισσότερο έξω. Αγάπησα! Απλά και ξάστερα αγάπησα έναν άντρα. Και όποια γυναίκα αγαπά και δεν ακολουθεί την καρδιά της δεν είναι γυναίκα, είναι μια εν αναμονή νεκρή. Όποιος δεν μπορεί να δει και ν’ αναγνωρίσει αυτή την τόσο αγνή αλήθεια, είναι ασυγχώρητα τυφλός στης ζωής τα θαύματα, παράφορα ανίκανος να χαρεί τις ομορφιές της, οδυνηρά ανήμπορος να γονατίσει μπρος στο μεγαλείο της ύπαρξής της. Θα μου πείτε: «Λόγια... Λόγια... Λόγια...» Και θα σας απαντήσω: «Μα κανείς δεν σας το επιβάλλει να τα ακούσετε.» Έτσι κι αλλιώς το τραγούδι της γνωστικής τής ζήσης είναι για τους λίγους κι εκλεκτούς. Αυτοί που αδυνατούν να το ακούσουν είναι τα αποπαίδια της. Αλλά, ας ξαναπιάσουμε το νήμα της ιστορίας μας.

Ο Αιήτης είπε στον Ιάσονα ότι για να πάρει το Χρυσόμαλλο Δέρας, το αποτρόπαιο τρόπαιό του, θα έπρεπε να περάσει από κάποιες σκληρές δοκιμασίες, στις οποίες μέχρι τότε δεν είχε υποβληθεί άλλος κανείς. μια και ήταν ο πρώτος που εμφανίστηκε με τέτοιες παράλογες απαιτήσεις. Κανένα πρόβλημα, του απάντησε εκείνος χαμογελώντας. No problem, θα του απαντούσε σήμερα σε άψογα ελληνικά. Μη γελάτε, έτσι ακριβώς θα έλεγε – ξέρω εγώ. Όπως και νάχει, όλα προγραμματίστηκαν για να λάβουν χώρα την επόμενη μέρα. Στη διάρκεια όμως, εκείνης της γιομάτης μαγεία και προσδοκιών νύχτας, συνάντησα τον Ιάσονα, δήθεν τυχαία, να τριγυρνά στο αιώνια αγαπημένο μου δάσος, του εξομολογήθηκα δίχως δισταγμό των έρωτά μου, και του είπα πώς θα τον βοηθούσα να περάσει δίχως κόπο πολύ όλα τα εμπόδια που θα ορθώνονταν στο δρόμο του, φτάνει να μου υποσχόταν ότι φεύγοντας θα με έπαιρνε μαζί του, στη μακρινή και άγνωστή του χώρα• όπως και έγινε. Την επομένη, ο άντρας ο αγαπημένος, με μαστοριά πολλή και με τη συνδρομή μου κατέπληξε τους πάντες με τα ανδραγαθήματά του, και το βράδυ, έκλεψε το πανάσχημο Δέρας, αφού ήτανε σε όλους γνωστούς ότι ο Αιήτης δεν υπήρχε έστω και μία πιθανότητα να του το παραδώσει. Εγώ, λες από διαίσθηση, πήρα από το παλάτι καμπόσα κοσμήματα, τα οποία έκρυψα σε ένα μπόγο, αφού ξάφνου σκέφτηκα ότι ίσως κάποια μέρα θα τα χρειαζόμουν. Σαν ένα παιχνίδι, έτσι ήταν όλα• σαν ένα παιχνίδι απ’ αυτά που κερδίζουν πάντα οι πιο ξύπνιοι, αυτοί που ξέρουν να παίξουν σωστά τα χαρτιά τους. Κι εγώ είχα πολλούς άσους στο μανίκι. Μ’ αυτή την πράξη, με την προδοσία μου –ναι, καταραστείτε με τώρα, όλοι μαζί– ο πατέρας μου θα έχανε το λάβαρο της ισχύος του, την ψευδαίσθηση της αθανασίας, κι εγώ θα κατακτούσα επιτέλους τη συναρπαστική ζωή που πάντα ονειρευόμουν, σε μέρη απάτητα, στην αγκαλιά του θεϊκού –όπως φάνταζε στα δικά μου μάτια, τα ερωτευμένα– μες στην ομορφιά του, Ιάσονα. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα, σχεδόν αυτόματα, αφού ο χρόνος ήταν εναντίον μας κι έπρεπε να βιαστούμε. Καθώς, λοιπόν, ετοιμαζόμασταν να μπαρκάρουμε με την Αργώ, κατέφθασε με τη συνοδεία κάποιων στρατιωτών, ο Άψυρτος, ο ετεροθαλής μου αδελφός –ένα πραγματικό παράπτωμα της φύσης– με οδηγίες από τον πατέρα μου, που μάλλον μέχρι τώρα θα χτυπούσε το κεφάλι στον τοίχο για το κακό που τον βρήκε, να εμποδίσει τον απόπλου. Ποιος; Αυτό το χαζό παιδί, που αν τον ακουμπούσε με το δάχτυλό του ο Ιάσονας θα διπλωνόταν στα δύο. Μα, δεν χρειάστηκε να κάνει τίποτα ο τελευταίος, καθώς ενώ έτρεχε ο κακόμοιρος, κρατώντας το σπαθί στο χέρι του σαν ξυλαράκι, έχασε τα βήματά του, μπέρδεψε τα πόδια του ή δεν ξέρω τι, έπεσε, και το φονικό όπλο έκανε τη δουλειά του, διαπερνώντας το στήθος του και βγαίνοντας απ’ την πλάτη. Οι στρατιώτες που ήτανε μαζί του, μαρμάρωσαν από το συμβάν και στο τέλος παρέμειναν εκεί ακίνητοι, σιωπηλοί και φανερά χαμένοι στο μέλλον που ήξεραν ότι τους περίμενε, να μας παρατηρούν απλά να φεύγουμε, με πορεία την ομίχλη.

Τώρα, σίγουρα θα σκέφτεστε: πλήγωσες τον πατέρα σου, πρόδωσες την πατρίδα σου, στάθηκες η αιτία να πεθάνει ο αδελφός σου και δεν νιώθεις τύψεις; Ε, αφού θέλετε να ξέρετε, η απάντηση είναι όχι. Ένα δυνατό, απόλυτο, εκκωφαντικό όχι. Θα λυπόμουνα ίσως για τη θλίψη που χάρισα στον πατέρα μου, αν δεν είχαν προηγηθεί οι τόνοι λύπης, που εκείνος μου έδωσε κληρονομιά και τα κάγκελα της πολυτελούς φυλακής μου. Και καθόλου δεν μπορώ να λυπηθώ, πόσο μάλλον να νιώσω τύψεις, για το θάνατο κάποιου που από πάντοτε με ήθελε νεκρή. Αυτό άλλωστε το λέει κι ο μύθος που διαβάσατε, που ακούσατε, που μάθετε από καρδιάς, το πόσο δηλαδή με μισούσε ο Άψυρτος. Ο θάνατός του ήταν η βάφτισή μου. Τι εννοώ; Από τότε άρχισε να δημιουργείται η φήμη που με ακολουθεί μέχρι και σήμερα, αυτή της μεγαλύτερης σκύλας στην ιστορία της δήθεν ανθρωπότητας. Θ’ ακολουθούσαν κι άλλες, αλλά μάλλον εγώ έδειξα το δρόμο. Ή ίσως και να το έκανε εκείνη η Δαλιδά• όχι η τραγουδίστρια, η άλλη, με το ψαλίδι.

Η Αργώ! Η Αργώ, παρά το όνομά της, ήταν ένα γρήγορο καλοτάξιδο καράβι, γερό σκαρί φτιαγμένο από μάστορες μεγάλους. Αλλά, για να σας πω το κρίμα μου –μη βιαστείτε να χαρείτε προκαταβολικά, σας προειδοποιώ και πάλι– εγώ, μια γυναίκα, δεν ένιωθα και τόσο καλά ανάμεσα σε τόσους άντρες... που δεν διοικούσα. Ευτυχώς, όμως. Ευτυχώς που ήταν εκείνος εκεί, ο ένας, ο μοναδικός• εκείνος που φλόγιζε τους πόθους μου δίνοντάς τους άλλη μορφή, μεταμορφώνοντάς τους, για πρώτη φορά στη ζωή μου, σε έρωτα. Θυμάμαι ακόμη και ανατριχιάζω σύγκορμη εκείνα τα σκοτεινά κρύα βράδια του ταξιδιού που μ’ έκλεινε ερμητικά στη ζεστή αγκαλιά του, που με φιλούσε στα μαλλιά και με χάιδευε με το σχεδόν ζωώδες χνώτο του. Αν κάναμε έρωτα, ρωτάτε; Όχι. Αλλά, όχι επειδή δεν θέλαμε, αλλά επειδή όσο κρατούσε το ταξίδι ήταν αδύνατο. Με τυράννησε αρκετά και μου έκανε και μεγάλο καλό εκείνη η υποχρεωτική εγκράτεια, καθώς μη μπορώντας να ικανοποιηθεί η φλόγα μέσα μου φούντωνε όλο και πιο πολύ, μεταμορφώνονταν σε μια φωτιά ατελεύτητη που μου έκαιγε τα σωθικά, που με μανία μου πυρπολούσε την ψυχή, αποζητώντας μάταια να βγει προς το φως, ν’ απελευθερώσει τους πόθους μου και να λυτρωθεί απ’ αυτούς. Προδομένο ένιωθε το είναι μου όλο εκείνες τις ώρες και τις μέρες της αναμονής, προδομένο απ’ το μύθο και την ιστορία που κουβαλούσε – εκείνη της Αμόλυντης Παρθένου. Βλέπετε, μέχρι τότε κανείς δεν ήξερε, ότι είχε πολλάκις λατρευτεί έως τότε σαν ναός το σώμα μου. Όπως καταλαβαίνετε, εγώ, η πανίσχυρη μάγισσα, το μοιραίο δήθεν θηλυκό, για μια εποχή τα βρήκα μπαστούνι. Θα μπορούσα να τα είχα βρει και κλαδί, αλλά δεν χρησιμοποιείται αυτή η έκφραση, και απορώ γιατί. Τέλος πάντων, είπαμε, τα βρήκα μπαστούνι, καθώς τίποτα άλλο από το να κάνω έρωτα με τον Ιάσονα δεν είχα στο μυαλό μου. Κοιμόμουνα –όσο κοιμόμουνα, παιδί της νύχτας εγώ– κι ονειρευόμουν το κορμί του, ήμουν ξύπνια έκλεινα τα μάτια και το έβλεπα. Πού και πού ένιωθα να χάνομαι από τον κόσμο όλο και να βουλιάζω στης ζωηρής μου φαντασίας τα ερωτικά παραληρήματα. Αυτά ήταν η μοναδική παρηγοριά μου. Ή, μάλλον ψέματα λέω. Δεν ήτανε μόνο αυτά. Ήτανε και τα τραγούδια του μαγικού Ορφέα – Ορφέας, Μορφέας, ξαδέλφια πρέπει να ’ταν. Σαν τα άκουγα, σαν άκουγα αυτά που έβγαιναν απ’ τα γερασμένα του χείλη, εκείνους τους μοναδικούς σκοπούς τους γεμάτους χρώματα και σιωπές, κραυγές και μελωδίες, τότε για λίγο ξεχνιόμουνα, η δόλια η φλόγα έπαυε να καίει τόσο οδυνηρά. Ταξίδευα με τη γλυκιά του τη φωνή σε μέρη ανονείρευτα, έλουζα το λατρεμένο μου κορμί στα διάφανα γαλανά νερά της λήθης, που φευ, δεν κρατούσε για πολύ. Πολλά μου δίδαξε μέσα απ’ τα τραγούδια του ο Ορφέας, μα ένα μόνο μου χαράχτηκε στη μνήμη – το γιατί θα το μάθετε στη συνέχεια αυτής της... βλασφημίας. Ήταν μια ιστορία που μιλούσε για κάποιο νησί, που έσερνε από πίσω του τους δικούς του μύθους• όπου ζούσαν λέει μοναχά γυναίκες, που το μόνο που ζήτησαν ποτέ ήταν ένα σερνικό για να μπει στα χωράφια των κορμιών τους και να τα καλλιεργήσει, για να μην αφανιστεί η χώρα απ’ το χάρτη.

Κάποτε, μετά από καιρό πολύ, αφού διασχίσαμε θάλασσες ατέλειωτες και δαμάσαμε καταιγίδες θηρία, φτάσαμε σ’ ένα απ’ τα πιο φιλόξενα λιμάνια εκείνων των καιρών, στο νησί των Φαιάκων, όπου με έκπληξη μεγάλη μάθαμε, ότι είχε προηγηθεί η φήμη του γενναίου Ιάσονα και του μεγάλου του άθλου. Μας επεφύλαξαν υποδοχή ηρώων, αλλά στο επίκεντρο της προσοχής ήταν φυσικά εκείνος. Όλοι ήθελαν να του σφίξουν το χέρι, να θαυμάσουν τη γεροδεμένη και ηλιοκαμένη κορμοστασιά του από κοντά, ν’ ακούσουν απ’ τα χείλη του, τα γνωστικά, πώς αυτός απ’ όλους τους θνητούς έγινε ο αγαπημένος των θεών κι απόκτησε το Δέρας. Κι όλοι θαύμαζαν την ομορφιά μου δίπλα του, έμεναν σαν ηλίθιοι με ανοικτό το στόμα να ρουφάνε με τα μάτια τη μεγαλοπρέπειά μου, αλλά κανείς δεν τολμούσε να μου απευθύνει το λόγο. Τους έβλεπα έτσι όπως μιλούσαν μεταξύ τους για μένα στα κρυφά, με μισόλογα, κι ήθελα να γελάσω. Ώστε έτσι, λοιπόν; Ώστε, είχε κι εμένα προηγηθεί η φήμη μου, της μεγάλης μάγισσας και με φοβόντουσαν! Καλό αυτό. Αλλά, το απίστευτο είναι ότι κανένας απολύτως απ’ αυτούς δεν διανοήθηκε να συνδέσει την επιτυχία του Ιάσονα με τη δική μου παρουσία. Μεταξύ μας τώρα –μπροστά σε όλο τον κόσμο δηλαδή– έτσι δεν γίνεται πάντα; Οι γυναίκες δημιουργούν, κι οι άντρες περηφανεύονται γι’ αυτά που δεν τους ανήκουν. Βούρδουλας που τους χρειάζεται! Μα, μη γελάτε οι γυναίκες, κι εσείς δεν πάτε πίσω. Αν δεν τους αφήνατε χαλαρά τα λουριά δεν θα έκαναν αυτά που κάνουν. Κι αν δεν τους κακομαθαίνετε σαν παιδιά, δεν θα παρέμεναν τέτοια για πάντα. Πώς το λένε τώρα αυτό; Εκείνη την παροιμία ντε. Κάτι με καπάκια και τα λοιπά. Ω, δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο εκείνα που θέλω να θυμηθώ.

Ένας άλλος αγαπημένος των θεών –πολλούς αγαπημένους κι αγαπημένες είχαν τότε οι δόλιοι– ο δίκαιος, όπως όλοι τον αποκαλούσαν, βασιλιάς Αλκίνοος, ο αφέντης της πανέμορφης κι αρχοντικής Κέρκυρας, μας υποδέχτηκε με τιμές μεγάλες στο παλάτι του. Φημισμένος καθώς ήταν για τη φιλοξενία του έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του για να μας κάνει να νιώσουμε άνετα, για να μοιραστεί μαζί μας την ευδαιμονία που επικρατούσε στη χώρα του, και η γυναίκα του, η ευλογημένη Αρήτη, μια γυναίκα που δεν μας ήξερε, στάθηκε η σωτήρας μας. Βλέπετε, οι Κόλχες, ο ατιμασμένος πρώην μου λαός έστειλε καράβια στο κατόπι μας, που μας ακολουθούσαν όλο αυτό τον καιρό, και τα οποία έφτασαν στο λιμάνι λίγο μετά από εμάς. Δεν είχαν κακές προθέσεις είπαν του πατέρα μου οι απεσταλμένοι στον Αλκίνοο, και καμία διάθεση να ταράξουν τις καλές σχέσεις και τις ισορροπίες που επικρατούσαν ανάμεσα στις δύο χώρες. Το μόνο που ζητούσαν ήτανε να με πάρουν πίσω μαζί τους. Δεν ήθελαν να πάρουν καν εκδίκηση για το θάνατο του αδελφού μου. Με τη μεσολάβηση της Αρήτης, εκείνης της αποφασισμένης γυναίκας που στάθηκε απ’ την πρώτη στιγμή στο πλευρό μου, το ίδιο κιόλας βράδυ παντρεύτηκα τον Ιάσονα. Και σε μια μεγαλοπρεπή κάμαρα, που τα λόγια είναι δύσκολο να περιγράψουν –κι όχι σε μια σπηλιά, όπως επιμένει ο γέρο παραμυθάς, που έτσι κι αλλιώς ήταν αδύνατον να ξέρει– πάνω σ’ ένα χρυσοκεντημένο κρεβάτι, του χάρισα την επανακτημένη με μαεστρία πολύ παρθενία μου. Καημένο μου παιδί, μεγάλε μου άντρα, φοβερέ εραστή, πίστευες στ’ αλήθεια ότι ήσουν ο πρώτος, έτσι; Κουτό. Βρε κουτό! Αλλά, πάντοτε έτσι ήσασταν και πάντα έτσι θα είστε εσείς οι άντρες• θαρρείτε δηλαδή ότι είστε σε όλα πρώτοι, κι ακαταμάχητοι. Κούνια που σας κούναγε, μας δεν σας ξύπναγε. Μα, ας είναι. Μετά λοιπόν που χορτάσαμε από πιοτό και έρωτα, ο άντρας αποκοιμήθηκε –έτσι δεν κάνουν και τώρα; – κι εγώ νιώθοντας λίγο να πλήττω και μη έχοντας με τι άλλο ν’ ασχοληθώ αποφάσισα να... ναι, αυτό παραδόξως είναι ειπωμένο σωστά... αποφάσισα να διαβάσω το μέλλον μου. Κι αυτό δεν ήταν τόσο λαμπρό, τόσο μεγάλο, τόσο πλημμυρισμένο μ’ όλες εκείνες τις χαρές και χάρες που αφήνοντας τη χώρα μου ονειρευόμουνα. Δέκα μόλις χρόνια, τόσο θα κρατούσε η ζωή μου στο πλευρό του Ιάσονα, εκείνου που με έβγαλε απ’ το χρυσό μου κλουβί, για να μ’ αιχμαλωτίσει στα δίχτυα του έρωτά του. Δέκα χρόνια ευτυχίας δεν είναι και μικρό πράγμα, σκέφτηκα τότε, αλλά έπρεπε να ξέρω• έπρεπε να ξέρω πώς αυτή δεν θα κρατούσε τόσο. Ή, μάλλον το ήξερα, αλλά ήμουν αποφασισμένη να τη ρουφήξω ως την τελευταία της στάλα αυτή τη ζωή, να τη χαρώ σαν το τελευταίο και πιο σημαντικό δώρο στης ζήσης μου το πέρας. Όχι, δεν με έκανε ο έρωτας τυφλή, αλλά σαν υιοθετημένη κόρη της Εκάτης, και παιδί της Γης είχα επίγνωση• γνώριζα καλά ότι όλα γεννιούνται και πεθαίνουν, κι ήθελα όσο μπορούσα να ζήσω πιο πολύ τα όμορφα. Και πιστέψτε με, είναι μεγάλη ομορφιά η αγκαλιά του αντρός και όλα τα δώρα που έχει να σου προσφέρει, άσχετα αν πρέπει να κάνεις κάποιες θυσίες για να τ’ αποκτήσεις.

Όσο για την Τριπλή Θεά ήταν μαζί μου, συνέχεια, στο μυαλό μου, στην ψυχή μου, αλλά και στο χώρο, καθώς ένιωθα τη γοητευτική αόρατή της παρουσία να γεμίζει τις σιωπές. Με ακολουθούσε, ή μάλλον με καθοδηγούσε παντού και πάντα, επικροτούσε τις πράξεις μου, ίσως κιόλας να ήταν περήφανη για μένα, γι’ αυτό και δεν έχασα ούτε στιγμή τα χαρίσματά μου, τα οποία ήταν δήθεν άμεσα συνδεδεμένα με την παρθενία μου. Σ’ εκείνους τους όμορφους, τους παγανιστικούς καιρούς, γέρο τραγωδέ, όλα επιτρέπονταν. Αν το ξέχασες κιόλας θα μπορούσες να ζητήσεις απ’ τους νεαρούς σου συντρόφους, εκείνα τα φτιαγμένα λες από πηλό παιδαρέλια, να στο επιβεβαιώσουν. Αλλά, ας αφήσω και πάλι τον πλαστογράφο στην όμορφη σαρκοφάγο του. Η μέρα που σε λίγες ώρες ξημέρωσε και την οποία αντίκρισα με άγρυπνο βλέμμα, ήταν η πιο υπέροχη, η πιο γιορτινή της ζωής μου. Ο Αλκίνοος οργάνωσε για να μας τιμήσει μια μεγαλόπρεπη γιορτή, κι ο Ορφέας –ο πιο γλυκός, ο πιο όμορφος ασχημάντρας, που γνώρισα ποτέ– έγραψε και τραγούδησε για μας τα πιο υπέροχα τραγούδια• τραγούδια για τον έρωτα, τη γενναιότητα, της γυναικός και του αντρός την ένωση. Κι οι γυναίκες του νησιού –ω, οι γυναίκες! – ύμνησαν με μια φωνή της αγάπης μας τα πλούτη. Δύσκολο, δύσκολο πολύ είναι για μένα να σας περιγράψω την ευλογημένη εκείνη μέρα. Τα λόγια φτωχά• πώς να μιλήσουν για αυτά τα θαυμαστά που έζησα;... Κλείστε για λίγο τα μάτια κι αφήστε τη φαντασία σας να καλπάσει ελεύθερα, σε κάποιο μύθο, σε ένα παραμύθι, σε μια ιστορία παλιά που μιλά για πρίγκιπες και πριγκιποπούλες... Ακούτε; Νιώθετε; Βλέπετε; Γυναίκες με αγαλματένια σώματα, ελάχιστα καλυμμένα πίσω από ένα λευκό διάφανο πανί, ψάλλουν τους ύμνους τους έχοντας το φλογισμένο βλέμμα τους στραμμένο, με έκσταση λες, στον ουρανό... Μια ευτυχισμένη μέθη πλημμυρίζει το χώρο, τυλίγοντας τους πάντες σε μια ψευδαίσθηση ονείρου... Ο χρόνος μοιάζει να σταματά ώστε να κρατήσει μέσα του με ζέση των στιγμών τη μαγεία... Και οι θεές της ομορφιάς μοιάζουν να ευλογούν με χαμόγελα πλατιά το απαράμιλλο ετούτο συμπόσιο της ζωής... Ω, τα θυμάμαι πού και πού όλ’ αυτά και χαμογελώ, και δακρύζω, όπως και τώρα. Ναι, η Μήδεια δακρύζει. Το τέρας δακρύζει. Αλλά αυτό το τέρας έζησε πολλά όμορφα και δεν μπορεί παρά να κλαίει από χαρά όταν τα σκέφτεται. Εσείς; Ζήσατε εσείς ποτέ τέτοια ευτυχία; Πήρατε τουλάχιστον μια γεύση της; Αν όχι, τότε δεν αγαπήσατε σωστά, τότε δοθήκατε λάθος. Μα τη θεά, αλήθεια σας λέω... Διάβηκα πολλούς αιώνες σιωπής ώστε να έρθω κάποτε εδώ και να σας φέρω το μήνυμά μου... Όπως και νάχει, εκείνη η μέρα χαράχτηκε βαθιά μέσα μου σαν δεύτερη ψυχή• δεν με άφησε ποτέ, ποτέ δεν μ’ εγκαταλείπει. Έτσι, κάθε φορά που συναντούσα στο δρόμο μου κάτι κακό –κι αυτό συνέβαινε συχνά– κάθε φορά που ένιωθα τη ζωή να με παίρνει από κάτω, επέστρεφα με την σκέψη μου σ’ αυτή, την ξαναζούσα, κι έπαιρνα κουράγιο για να συνεχίσω... Βλέπετε, όσο κι αν προσπάθησαν να σας πείσουν για το αντίθετο, δεν είμαι εκείνη η αναίσθητη σκύλα που επιμένουν να κατατρέχουν οι γέρο-παράλυτοι, που μέσα στην αδυναμία τους να τα βάλουν μαζί μου στα ίσια, εξακολουθούν να με σκοτώνουν με τα λόγια. Είμαι γυναίκα, ποτάμι, γη, ουρανός, φωτιά και θάλασσα, μάνα, παιδί, αδελφή και μητέρα, θάνατος, ζωή, λύπη και ευδαιμονία• όλ’ αυτά είμαι, κι ακόμη πιο πολλά, αλλά έχω κι εγώ τις αδυναμίες μου, όπως κι ο κάθε άνθρωπος ή θεός. Στην τελική, κανείς δεν είναι άτρωτος, κανένας απολύτως δεν είναι υπεράνω. Απλά εγώ, η τυχερή μέσα στην ατυχία μου, είχα μεγαλύτερη δύναμη, περισσότερα όπλα αντίστασης απ’ τους συγκαιρινούς μου, γι’ αυτό μισήθηκα τόσο, κι όχι γιατί σκότωσα τα παιδιά μου. Κι αν με κατηγοράτε –δίχως αποδείξεις– γι’ αυτό το τελευταίο, θυμηθείτε ότι κάποιος πολέμαρχος, που ένας άλλος γέρο-παραμυθάς αποφάσισε να ανακηρύξει σε ήρωα, θυσίασε την κόρη του για να φυσήξει επιτέλους ο δόλιος ο άνεμος, ώστε να κινήσει να πάει να σκοτώσει. Αλλά, κι αυτός από άλλη ιστορία είναι βγαλμένος. Εκείνο που θέλω με απλά λόγια να σας πω είναι, μη με σκέφτεστε με μίσος, μη με κρίνετε με βεβιασμένη προκατάληψη• όχι, τουλάχιστον προτού διαβάσετε ολόκληρη την ιστορία μου, όχι πριν μάθετε τα κεφάλαια που δεν γράφτηκαν ποτέ σε κανενός τα κιτάπια, που ποτέ δεν μεταδόθηκαν από στόμα σε στόμα, αλλάζοντας σχήμα και μορφή, περνώντας στη σφαίρα του θρύλου. Τα λόγια τα καλά είναι μόνο τα λόγια τα αληθινά, κι αυτό μην το ξεχνάτε. Πού μείναμε; Α, ναι, στον γάμο...

Λίγες μέρες μετά τον περίφημό μας γάμο, που κι αυτός με τον καιρό θα έπαιρνε μυθικές διαστάσεις, σαλπάραμε για τον τελικό μας προορισμό, την πατρίδα του Ιάσονα, την Ιωλκό, τη γη που δικαιωματικά του ανήκε, την οποία όμως είχε σφετεριστεί ο ετεροθαλής αδελφός του πατέρα του, ο Πελίας. Ο τελευταίος είχε υποσχεθεί ότι θα του επέστρεφε οικειοθελώς το θρόνο μόνο όταν και αν του παρέδιδε το Χρυσόμαλλο Δέρας. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε έγινε, λέει, η μεγάλη εκείνη εκστρατεία. Αλλά ο Πελίας, σαν καθώς πρέπει τυραννίσκος που ήταν δεν κράτησε το λόγο του, κι εγώ –που με το που πάτησα το πόδι μου εκεί έγινα ο φόβος και ο τρόμος των κατοίκων, το αντικείμενο ενός άνευ λόγου μίσους– ανέλαβα και πάλι να βγάλω απ’ τη δύσκολη θέση τον καλό μου, παίρνοντας την ίδια ώρα εκδίκηση για όλα τα δεινά που τον βρήκαν. Έτσι, προτού περάσει καιρός πολύς, ο άθλιος σφετεριστής –εκείνο το ανθρωπάριο που είχε την αναίδεια να μιλάει άσχημα για την αρχοντιά μου– θα έπεφτε νεκρός απ’ τα χέρια των ίδιων του των θυγατέρων, που τον σκότωσαν, οι ηλίθιες, παρά τη θέλησή τους, ακολουθώντας πιστά ένα σχέδιο που τους είχα υποβάλει. Ωστόσο, απ’ ό,τι φαίνεται οι μοίρες δεν το είχανε του Ιάσονα γραφτό να γίνει κάποτε βασιλιάς, αφού ο Άκαστος, ο γιος του σφετεριστή, έσπευσε ν’ αναλάβει την εξουσία, αποφασίζοντας την ίδια ώρα να μας εξορίσει. Ήταν κάπως γνωστικός αυτός, κι έτσι δεν είχε καμία αμφιβολία ότι αν παραμέναμε εκεί, θα έβρισκε ένα τέλος παρόμοιο μ’ εκείνο του πατέρα του. Κινήσαμε, λοιπόν, για την Κόρινθο.

Η Κόρινθος. Ω, η Κόρινθος! Ένα θαύμα ήταν αυτή η πόλη, μια από τις πιο όμορφες και γεμάτες ζωή της εποχής εκείνης, ένα πραγματικό σταυροδρόμι των λαών και των πολιτισμών, όπου συνυπήρχαν αρμονικά το εμπόριο και οι τέχνες, ο αθλητισμός και το πνεύμα. Μια πόλη διαμάντι, έτσι φάνταζε μπρος στα έκπληκτα μάτια μου, όπου μαζί με τον άντρα μου στην αρχή, και με τα παιδιά μου πιο μετά, έζησα τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής μου. Τον αγάπησα μεμιάς εκείνον τον τόπο, τον ερωτεύτηκα ακριβώς όπως είχα ερωτευτεί και τον Ιάσονα, με την πρώτη ματιά, καθώς εκεί δεν ένιωθα ξένη, παρά σαν ένα μικρό κομμάτι  σ’ ένα τεράστιο, πανέμορφο και πολύχρωμο μωσαϊκό, όπου όλοι χωρούσαν, όσο διαφορετικοί κι αν ήταν αυτοί, απ’ όπου κι αν κρατούσε η σκούφια τους. Υποδοχή ήρωα επεφύλαξαν στο καμάρι μου και μια τιμητική θέση στην υπηρεσία του βασιλιά Κρέοντα, ο οποίος θα τον προσλάμβανε δίχως δεύτερη σκέψη στη θέση του σύμβουλου ναυτιλίας. Η παραμονή μας, λοιπόν, άρχιζε με τους καλύτερους οιωνούς.

Ωστόσο, η ευδαιμονία που ένιωθα με το που πάτησα το πόδι μου στην ευλογημένη εκείνη γη, δεν θ’ αργούσε να μ’ εγκαταλείψει. Πιότερο νωρίς παρά αργά η ευτυχία μου θα έφτανε στο τέλος της. Όπως όλα τα καλά πράγματα στη ζωή, θα σκέφτεστε εσείς. αλλά θα διαφωνήσω μαζί σας. Ναι, έπαψα να είμαι ευτυχισμένη. Ναι, κάποτε άρχισα να εξοκείλω στις ατραπούς της θλίψης. Ναι, αυτά συνέβησαν. Αλλά, όχι επειδή ήμουν εκεί, μα απλά επειδή δεν ήμουν πια εγώ. Έγινα δυστυχισμένη όταν κάποια μέρα μ’ οργή ανακάλυψα στα ξαφνικά ότι δεν ήμουνα πια ο εαυτός μου, δεν ήμουνα η Μήδεια. Είχα γίνει κι εγώ, η αλλοτινή τρελή κι επαναστάτρια, μια απλή γυναικούλα, μια καλή νοικοκυρά, μια καρικατούρα χλευαστική του παλιού μου εαυτού. Και δεν ζούσα πια με τον Ιάσονα, αλλά στη σκιά του, που όλο και πιο πολύ, όλο και πιο συχνά, κι όλο για μεγαλύτερα διαστήματα έλειπε απ’ το σπίτι. Εγώ, που άλλοτε, σαν δημιουργός, μιλούσα όλες τις γλώσσες των πουλιών, που διάβαζα τη φύση σαν ένα ανοικτό του μυαλού μου βιβλίο, που ένιωθα τους παλμούς της γης και συνταραζόμουν απ’ αυτούς, έγινα μια μαλθακή, ένα ανεπίτρεπτο τίποτα. Σ’ αυτό ακριβώς με είχε μεταμορφώσει η αγάπη μου για κείνον, η απόλυτη εξάρτησή μου. Χρειαζόμουνα απελπιστικά τον άντρα μου, αλλά εκείνος όλο και απομακρυνόταν. Λες και με τιμωρούσε, μ’ αυτό τον τρόπο, για το κρίμα του να είμαι γυναίκα. Πού και πού, κάποιες νύχτες ανήμπορες και πονεμένες, ξεδιψούσα τους πόθους μου με κάποιον απ’ τους δούλους, αλλά όσο κι αν χόρταινε στιγμιαία το κορμί, όσο κι αν καταλάγιαζε λίγο η φλόγα, η ψυχή ασυγχώρητα κι οδυνηρά άδειαζε. Τον αγαπούσα τον δόλιο τον Ιάσονα, τον αγαπούσα πολύ, κι ας το ήξερα πολύ καλά, κι ας μην έτρεφα μέσα μου καμία αυταπάτη, ότι κάθε μέρα κούρσευε άλλων γυναικών τα κορμιά, πώς από άλλες τρεφόταν η αντρική του ουσία, το απαράμιλλο εγώ του. Όταν, λοιπόν, έφτασα έως το εδώ και μη παρέκει, το πήρα απόφαση κι έμεινα έγκυος. Ήξερα ότι μόνο η ύπαρξη ενός παιδιού, η δημιουργία μιας νέας ζωής, θα μπορούσε να τον φέρει και πάλι κοντά μου. Όπως και έγινε. Όσο μεγάλωνε η κοιλιά, τόσο μεγάλωνε και άναβε και πάλι σαν φωτιά η αγάπη του για μένα. Κι όσο συνέβαινε αυτό, τόσο μου αράδιαζε μεγάλες κουβέντες, μου έδινε υποσχέσεις που ήξερα πώς κάποτε θα καταπατούσε. Τον θυμάμαι ακόμη πώς ήταν εκείνους του μήνες. Τον θυμάμαι και τον λυπάμαι. Τον θυμάμαι πώς με φλογισμένο το βλέμμα μού ορκιζόταν αγάπη αιώνια, με πόση πίστη μού έλεγε ότι θα έμενε για πάντα μαζί μου, ότι ποτέ δεν θα με πρόδιδε, πώς δεν θα έλειπε στιγμή απ’ το πλευρό μου. Ποτέ ξανά, έλεγε. Ποτέ ξανά. Αλλά, εγώ που γνώριζα τα μελλούμενα, εγώ που ήξερα πιο καλά, απλά μονολογούσα: Θα μ’ αφήσεις, Ιάσονα, την αγάπη μου θα την προδώσεις. Μην ορκίζεσαι τίποτα. Μη θυμώνεις τη θεά. Στη ζωή μου, όχι, σπάραζ’ εκείνος. Λόγια. Λόγια που εύκολα λέγονται και εύκολα ξεχνιούνται. Όρκοι που δίνονται μόνο για να δοθούνε. Κούφιες υποσχέσεις. Το παιδί, αυτό θα γινότανε τελικά η άμυνά μου. Τουλάχιστον όταν φύγει θα έχω ένα ενθύμιο απ’ την αγάπη του, απ’ την κοινή μας ζωή, σκεφτόμουνα. Και τι ενθύμιο!

Ο Μέρμερος, το γλυκό μου παιδί, το φεγγαρογεννημένο έγινε, ακριβώς όπως το περίμενα, αντικείμενο λατρείας για τον Ιάσονα. Τον κρατούσε για ώρες και ώρες στην αγκαλιά, του έλεγε μύθους κι ιστορίες, συζητούσε λες μαζί του, τον κανάκευε, του έδινε και συμβουλές, σαν να μιλούσε σ’ ένα παιδί ώριμο, που ήδη τον καταλάβαινε. Τότε, εκείνες τις όμορφες μέρες της φαμίλιας, τις μοναδικές και πρωτόγνωρες, ήμουνα και πάλι ευτυχισμένη. Αλλά, καθώς γραμμένο ήτανε καλά στα τεφτέρια του χρόνου το ριζικό μου, η ευτυχία αυτή δεν θα κρατούσε για πολύ. Βλέπετε, εκείνος, ο άντρας, ο τρανός, ο μέγας, το ανθρωπάκι που παντρεύτηκα, ήταν κυκλοθυμικός σαν τους άνεμους των μεγάλων θαλασσών και δεν άργησε να χάσει το ενδιαφέρον του για το παιδί. Εκείνο ήτανε μικρό, κι αυτός μονάχα για τα μεγάλα πράγματα ήτανε, καταπώς φαίνεται,  φτιαγμένος. Ή, μάλλον γι’ αυτά της αδύναμης μα τρυφηλής του σάρκας, που τις ηδονές ποτέ της δεν τις χόρταινε. Έτσι, χαρίστηκε και πάλι στις εταίρες, που έμοιαζαν να έχουν γίνει πια για τα καλά το στεριανό λιμάνι του. Όσο για μένα, όπως θα περίμενε κανείς, βούλιαξα και πάλι στην αιώνιά μου, όπως μου φαινόνταν μοναξιά και στην απελπισία• αν κι αυτή τη φορά δεν ήτανε και τόσο οδυνηρή, αφού είχα πάντοτε δίπλα μου ένα όμορφο μουτράκι, μια γλυκιά φωνούλα που έβγαζε μικρές κραυγές, να αποσπά την προσοχή μου με τα γελάκια του, να μου θυμίζει το θαύμα της ζωής με τα δάκρυά του. Ωστόσο, το αδειανό κρεβάτι παρέμενε άδειο, το κορμί αγιάτρευτο κι αλάτρευτο –και ήταν πολύ όμορφο το σώμα μου, σμιλεμένο απ’ τη θεά με τέχνη– μέχρι που σε μια από τις όλο και πιο αραιές, μέσα στο πέρασμα του χρόνου συνευρέσεις μας, σαν από θαύμα ή πες από πείσμα, ο σπόρος του κάρπισε μέσα μου και πάλι, κι άρχισαν ξανά τα χάδια, οι όρκοι και οι μεγάλες τρυφεράδες, οι τόσο μεγάλες, που με όργισαν. Μη λες μεγάλα λόγια άντρα, γιατί σαν ξεχαστούν θα γνωρίσεις την οργή μου και θα μετανιώσεις την κάθε σου λέξη, του είπα. Γέλασε, αστείο πολύ του φάνηκε αυτό που άκουσε. Εκείνος ήταν ο τρομερός Ιάσονας, των θεών το παιδί το αγαπημένο, και δεν φοβόταν κανένα. Νόμιζε ο δόλιος πώς ήταν άτρωτος. Πού να ’ξερε; Πού να ’ξερε το αιώνιο παιδί ότι, εκείνα που μας πονάνε πιο πολύ είν’ αυτά που δεν μας αγγίζουν!

Και γεννήθηκε ο Φέρητας. Κι ο χαζομπαμπάς, μες την τρελή χαρά που λένε. Δυο φορές έμεινα έγκυος, δυο γιους του χάρισα, έτσι ήταν περήφανος πολύ για τον σπόρο του. Ξεχνούσε μέσα στον δίχως τέλος αυτοθαυμασμό του ότι ο σπόρος χρειάζεται τις σωστές συνθήκες και την κατάλληλη γη για να δώσει καρπούς. Η χαρά, δεν χρειάζεται να σας το πω θαρρώ, δεν κράτησε και πολύ, αλλά τώρα είχα δυο παιδιά να μου κρατάνε συντροφιά, να μου θυμίζουν την ομορφιά της δημιουργίας, κι έτσι δεν παραπονιόμουνα. Είναι που άλλαζα και τους εραστές σαν φύλλα τσαγιού, σαν τους ξεζούμιζα, μόλις έχαναν τη γεύση τους. Όσο κι αν με εκνεύριζε ο Ιάσονας όμως, όσο κι αν ώρες-ώρες ένιωθα το μίσος να φουντώνει μέσα μου για κείνον, οφείλω να παραδεχτώ, ότι κανένας δεν του έμοιαζε. Τον αγαπούσα λίγο επειδή άλλοτε ήταν αποκλειστικά δικός μου, και τον μισούσα πολύ επειδή τώρα ήταν ελάχιστα εκεί. Ήξερα πώς οι μέρες που περνούσαν τον έπαιρναν όλο και πιο μακριά μου, ότι σύντομα πολύ θα έπαυε έστω και λίγο πια να μου ανήκει. Δεν ήξερα πώς θα συνέβαινε αυτό, τι μορφή θα είχε η πτώση μου, δεν είχα ιδέα ποια θα τον έπαιρνε οριστικά από μένα. Απλά ήμουνα σίγουρη ότι αυτό θα συνέβαινε. Οι χρησμοί μου, βλέπετε, οι αληθινοί χρησμοί, κι όχι το κουτόχορτο που τάιζα τους Κόλχες, ποτέ δεν έπεφταν έξω.

Ας κάνω, όμως, εδώ μια μικρή παρένθεση για να σας πω κάτι άλλο. Για να σας πω κάτι, που προτιμούν να αγνοούν οι ιστορικοί και που οι εκπαιδευτικοί αρνιούνται πεισματικά να βάλουν στα σχολικά εγχειρίδια; Οι πειρασμοί τότε ήταν πολλοί, κι οι έχοντες και κατέχοντες παντρεμένοι, άντρες και γυναίκες, περισσότερο ελεύθεροι απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί κανείς σήμερα, οπότε... το κέρατο έπεφτε σύννεφο...

Αλλά είν’ άσχετο αυτό. Το θέμα είναι... Το θέμα, αγαπητοί μου, άγνωστοι φίλοι είναι ότι όσο το νήμα του χρόνου λιγόστευε, τόσο και πιο πολύ, τόσο και πιο έντονα επέστρεφαν μέσα μου οι μνήμες από ένα παρελθόν σαν όνειρο απόμακρο. Πήρα να θυμάμαι τον παλιό καλό μου εαυτό, το ποια ήμουνα, τη δύναμη, την τέχνη και τα χαρίσματά μου, που είχα για τόσα χρόνια παραμελήσει. Τους τελευταίους εκείνους μήνες της ζωής μου εκεί στην –ευλογημένη όπως μου είχαν υποσχεθεί, στην καταραμένη όπως αποδείχτηκε– γη της Κορίνθου, κάθε που γιόμιζε του ουρανού και της ψυχής μου το φεγγάρι περπατούσα έξω απ’ την πόλη, άφηνα πίσω μου τους αγνώμονες ανθρώπους και τις μικροπρέπειές τους, κοιτούσα εκστασιασμένη το λαμπερό πρόσωπο της αιθέριας Εκάτης και την εκλιπαρούσα με τη μέσα μου φωνή, αυτήν που πάντα άκουγε, να μου δώσει ένα σημάδι, να μου πει με τον ξεχωριστό της τρόπο ότι ήταν ακόμη εκεί, κοντά μου. Κι εκείνη, ποτέ της δεν αρνήθηκε το κάλεσμά μου, δεν με απογοήτεψε ποτέ – όχι σαν κάποιους άλλους. Δεν έφτανα να πάρω μια ανάσα μετά τη μικρή μου προσευχή, κι αμέσως όλα γύρω μου άλλαζαν• διάφοροι ήχοι, παράξενοι, αλλόκοσμοι, άρχιζαν να φτάνουν στ’ αυτιά μου από παντού, άκουγα ψίθυρους ονειρικά απαλούς σαν νανούρισμα γριάς μαίας στο νυχτερινό αεράκι, που έπαιρνε ν’ αποκτάει μια πιο ζεστή, πιο βελούδινη πνοή, ένιωθα μια ανείπωτη ευδαιμονία να μου τυλίγει μ’ ένα αόρατο πέπλο το κορμί, να με γκαστρώνει με την αλλοτινή μαγεία. Και τότε ένιωθα πιο δυνατή παρά ποτέ. Και τότε στα σίγουρα ήξερα ότι δεν διέτρεχα κίνδυνο κανένα, πώς η θεά ήταν δίπλα μου και όσο ήταν εκεί, κανείς δεν θα μπορούσε να με βλάψει, τίποτα να μου κάνει κακό. Ήταν και είναι ακόμη, τόσους αιώνες και τόσα ποτάμια αίματος μετά ακόμη η πανοπλία μου, η αόρατη μα απτή μου ασπίδα. Έτσι, ενώ δεν είχα αμφιβολία καμιά ότι θα ήταν αδύνατον να ξεφύγω απ’ το πεπρωμένο μου, άλλο τόσο ακράδαντα πίστευα ότι θα έπαιρνα την εκδίκησή μου, πώς θα πότιζα τον Ιάσονα απ’ το ίδιο φαρμάκι που πότισ’ εμένα.

Χαμογελώ και πονώ! Παράξενο πολύ αυτό, δεν είναι; Ή, ίσως και να μην είναι. Πολλές φορές ούτε κι εγώ βγάζω νόημα απ’ τις σκέψεις και τις αντιδράσεις μου. Όπως και νάχει, χαμογελώ και πονώ, κι αυτό επειδή τον αγάπησα τόσο πολύ τον αλλοτινό λυτρωτή μου απ’ το βασίλειο της πλήξης, τον Ιάσονα, που μέχρι και την τελευταία στιγμή έλπιζα, ότι το γραφτό θα ξεγραφόταν και θα μέναμε μαζί. Κι έλπιζα μάταια. Κάντε λίγο ακόμη υπομονή, μην παρατάτε στη μέση ετούτη την απολογία, όχι προτού μάθετε, επιτέλους, το αληθινό τέλος της δικής μου ιστορίας. Σας υπόσχομαι, με το χέρι στην καρδιά, συνταρακτικές αποκαλύψεις στη συνέχεια αυτή της παράξενης αφήγησης. Αποκαλύψεις που θα σας σοκάρουν ίσως με την σκληρότητά τους, με τη δική μου –για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους– σκληρότητα, αλλά στο τέλος-τέλος πιστεύω πώς θα δείξετε κατανόηση, ότι θα με νιώσετε, σαν οι μακρινές μου μάνες και κόρες κι αδελφές που είστε. Όσο για τους άντρες, όσοι δεν σκέφτονται με το κάτω κεφάλι, όσοι δεν πάνε εκεί που τους πάει αυτό, κι εκείνοι θα καταλάβουν.

Ξέρετε στ’ αλήθεια, τι φοβερό συναίσθημα είναι η άγνοια; Πόσο αδύναμη μπορεί να σε κάνει να νιώσεις; Το πώς είναι να περιμένεις κάτι να σου συμβεί, να ξέρεις πολύ καλά τι, αλλά ν’ αδυνατείς να καταλάβεις πότε ακριβώς κι από πού θα σου ’ρθει; Έκανα ένα μεγάλο λάθος στη ζωή μου. Κι αυτό ήταν που δεν χρησιμοποίησα τις δυνάμεις μου όσο μπορούσα, που δεν θέλησα να διαβάσω πεντακάθαρα το βιβλίο του μέλλοντός μου. Λέω λάθος επειδή, αυτό ακριβώς ήταν που με εμπόδιζε να έχω τα μάτια ανοιχτά, να βλέπω την πραγματικότητα όπως ήταν. Ήξερα, βλέπετε, το τέλος, και δεν νοιάστηκα ποτέ για τη διαδρομή, κι αυτό μού κόστισε ακριβά, αφού έζησα για καιρό πολύ αγνοώντας μια πικρή μεγάλη αλήθεια, κάτι που όλοι γνώριζαν για μένα, εκτός από μένα. Ο Ιάσονας όταν χάνονταν απ’ το σπίτι δεν πήγαινε στις εταίρες, τουλάχιστον όχι τον τελευταίο καιρό, όχι πια. Είχε επίσημη αγαπημένη, τρανή ερωμένη ο καλός μου, και φυσικά σαν σπουδαίος, ή μάλλον σπουδαιοφανής που ήταν, δεν θα δεχόταν δίπλα του όποια κι όποια. Έτσι αυτή η γυναίκα, το καταραμένο εκείνο γύναιο που θα τον έκλεβε απ’ την αγκάλη μου, δεν θα μπορούσε να ήταν άλλη από την κόρη του Κρέοντα, μια πανέμορφη νέα, το διαμάντι στο στέμμα της Κορίνθου, όπως την αποκαλούσαν. Αλλά ακόμη κι αυτή, η τόσο νέα, η λευκή, η αμόλυντη, δεν ήταν περισσότερο όμορφη από μένα, αφού όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια διατήρησα αγέραστα το διάφανο παιδικό μου πρόσωπο, τα απαλά σαν μετάξι χαρακτηριστικά, τα θαλασσιά τα μάτια όπου κάποτε κολυμπούσε μέσα εκεί η εικόνα του. Από ένα γύρισμα της τύχης, από σπόντα τα έμαθα όλα, καθώς περνώντας ένα μεσημέρι απ’ την αγορά άκουσα ένα γεροντάκι να ψιθυρίζει κάτι και να γελά αντικρίζοντάς με, και δεν άντεξα. Του επιτέθηκα. Το έριξα χάμω και το χτυπούσα με χέρια και με πόδια μέχρι να πει δυνατά αυτό που πριν ψιθύρισε, για να μάθω την τρομερή αλήθεια που αγνοούσα. Κι εκείνο, τρομαγμένο, μου τα είπε όλα. Άκουσα κάποιους γύρω μου να γελάνε, αλλά σαν έστρεψα κατά πάνω τους το βλέμμα έβγαλαν όλοι το σκασμό μεμιάς κι έσκυψαν τα κεφάλια. Θα ήξεραν καταπώς φαίνεται ότι πήραν μια μικρή γεύση από την οργή μου και δεν ήθελαν να προκαλέσουν την τύχη τους – οι άντρακλες, οι μάγκες της κακιάς ώρας. Εγκατέλειψα τη σκηνή σαν χαμένη, αλλά με περήφανα ορθωμένη την κορμοστασιά, πληγωμένη, μα όχι με την ουρά στα σκέλια. Ένιωθα τον κόσμο όλο να χάνεται κάτω από τα πόδια μου εκείνες τις στιγμές, πώς η ζωή μου όλη ήταν στηριγμένη σε βάσεις από πηλό, πάνω σ’ ένα ψέμα. Ένιωθα έτσι όχι επειδή δεν περίμενα ν’ ακούσω αυτά που άκουσα, αλλά για την πολλαπλή του προδοσία. Δεν ήταν το κέρατο που με πείραξε τόσο, αυτό άλλωστε του το ανταπόδιδα στα ίσα, ήταν το ότι αθέτησε τις υποσχέσεις που μου χάρισε όταν ήμουν έγκυος για τους γιους του, πρόδωσε τους όρκους αιώνιας αγάπης που έδωσε μπρος στο βωμό της Εκάτης, αλλά –κι αυτό είναι το χειρότερο στα δικά μου, τα γνωστικά πια μάτια– μού απέδειξε κιόλας τι τιποτένιο ανθρωπάκι στ’ αλήθεια υπήρξε, αφού ποτέ του δεν αγωνίστηκε, ποτέ δεν πολέμησε στ’ αλήθεια για κάτι. Προτιμούσε –όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι, υποθέτω, σήμερα– να τα βρίσκει όλα έτοιμα και καταπώς του άρεσαν: περισσή ισχύ μέσω των ικανοτήτων μου, μεγάλη φήμη που έφτασε να γίνει ακόμη και θρύλος μέσω τους χρυσόμαλλου τροπαίου που χάρη σε μένα απέκτησε, μετά, αρσενικά παιδιά, τους υπέροχους γιους του, για να ριζώσει η περήφανη σπορά του στη γη κατακλέβοντας τα σπλάχνα μου και, στο τέλος-τέλος, μια παρθένα πριγκιποπούλα νύφη, κι ένα μελλοντικό κληρονομημένο βασίλειο, σε ανάμνηση εκείνου που έχασε. Αυτός ήταν λοιπόν ο Ιάσονας, ο μεγάλος μου έρωτας, η δίχως οίκτο αυταπάτη μου• κάποιος που γίνονταν άντρας μέσα από τη γυναίκα, κι ύστερα περιέφερε τον ανδρισμό του στα καπηλειά και στα ιερά πορνεία. Όλ’ αυτά τα σκέφτηκα εκείνη την ώρα, ήρθαν σαν μια έκλαμψη, πέρασαν απ’ το μυαλό μου σαν αστραπές και βροντές, σαν λάβα, και το τσουρούφλισαν, κι αμέσως πήρα την απόφασή μου, ορκίστηκα σιωπηλά και με τα δόντια σφιγμένα: Όχι, δεν θα περάσει το δικό σου αυτή τη φορά, άντρα. Όχι, δεν θα σε αφήσω να πεις κι άλλα ψέματα, να σπάσεις κι άλλους όρκους, να ραγίσεις και άλλες καρδιές.

Περπάτησα για ώρες πολλές στην πόλη, σαν μέσα σ’ ένα όνειρο, χωρίς να βλέπω που πηγαίνω, δίχως κανένα προορισμό. Οι άνθρωποι στο δρόμο, οι διαβάτες, και οι άλλοι, οι αιώνια στις γωνιές αραγμένοι, όλοι φαίνονταν να γνωρίζουν το κακό που ακόμη δεν με βρήκε, και δεν μ’ ενόχλησαν καθόλου, δεν μου μίλησαν, δεν θέλησαν να μου ειπούν τα ψεύτικα τα λόγια της παρηγοριάς. Όχι, δεν τρέφω ψευδαισθήσεις, κανείς απ’ όλους εκείνους δεν με συμπαθούσε, όλοι με φοβόντουσαν, απλά κάτω από τις περιστάσεις, δεν μπορούσαν να μού δείξουν άλλο πρόσωπο. Βλέπετε, ήξεραν πόσο πολύ τον αγαπούσα, καθώς τα δουλικά φρόντιζαν να ενημερώνουν όλο τον κόσμο για του σπιτιού μας τα μικρά μυστικά, και μιλούσαν παντού για την αφέντρα τους που ήταν άρρωστη από έρωτα. Έτσι, εκείνες, τις χειρότερές μου ώρες, όλοι έμοιαζαν να με νιώθουν σιωπηλά, σχεδόν συνωμοτικά. Μισά βλέμματα οίκτου και χαμηλωμένα κεφάλια με συνόδευαν σε όλη τη διάρκεια της άσκοπης περιπλάνησής μου. Όσο περνούσε η ώρα όμως, όσο στο μυαλό μου γίνονταν στρόβιλος και χείμαρρος τα ίδια και τα ίδια πράγματα, η οργή αντί ν’ αρχίσει να καταλαγιάζει, πήρε να θεριεύει. Ω, πόσο τον μισούσα... Τον αγαπούσα... Τον μισούσα! Έπρεπε να τον χτυπήσω εκεί που πονούσε, να τον κάνω να πονέσει, αλλά να συνεχίσει να ζει. Όχι, δεν τον ήθελα νεκρό• ο θάνατος θαρρώ δεν είναι τιμωρία. Τον ήθελα να καταλάβει τα λάθη του, να μάθει απ’ αυτά, να ματώσει, να ξοδέψει της ζωής του το υπόλοιπο ψάχνοντας να βρει την εξιλέωση, που ποτέ δεν θα ερχόταν. Αυτό ήθελα, αλλά μετά...

Αλλά μετά, έκανα δεύτερες σκέψεις. Λάθος μου, αλλά τις έκανα. Πείτε με σκύλα, πείτε με μέγαιρα, πείτε με μάγισσα –τιμή μου αυτό– μόνο μην ξανατολμήσετε να με πείτε άκαρδη, γιατί τότε θ’ ανακαλύψετε τι άκαρδη, άμα θέλω, μπορώ να γίνω. Έκανα, λοιπόν, δεύτερες σκέψεις. Κι αυτό επειδή... Ω, απλά είναι τα πράγματα, ας μην τα κάνω εγώ τώρα περίπλοκα. Πέστε μου εσείς, που νομίζετε πώς τα ξέρετε όλα: Πώς μπορεί κανείς να αγαπά και να βλέπει τον αγαπημένο του μες στον πόνο; Πώς; Ήξερα πολύ καλά ότι αν του έκανα κακό, αν του προκαλούσα πόνο μεγάλο, τότε θα πονούσα κι εγώ. Κι έπρεπε –εγωιστικό αυτό, αλλά θα το πω– πάση θυσία, να αποφύγω να ποτίσω το κορμί και την ψυχή μου με πιότερη οδύνη, να τις χαρακώσω πιο πολύ. Είχα ήδη ραγίσει. Μέσα σε μία μόλις μέρα ένιωθα πως γέρασα. Ένιωθα την ομορφιά μου, που για χρόνια και χρόνια είχε μείνει ανέπαφη, ανέγγιχτη από γέννες κι εποχές, ξάφνου να γλιστρά απ’ το πρόσωπό μου και να χάνεται. Γινόμουν στιγμή τη στιγμή, στα δικά μου τα μάτια, όλο και πιο μικρή, μεταμορφωνόμουνα σ’ ένα τόσο δα πλασματάκι και ήθελα όσο τίποτ’ άλλο να κρυφτώ στη μήτρα της γης, να χαθώ κάπου μακριά απ’ τον κόσμο και τις έγνοιες του, κάπου ζεστά και σκοτεινά. Αλλά, όσο κι αν ήθελα να χαθώ για πάντα, άλλο τόσο ήθελα για μια ακόμη φορά να τον συγχωρέσω. Μού χάρισε αμέτρητες χαρές και άλλες τόσες λύπες. Η λογική μου μού έλεγε χτύπα, η καρδιά χάιδεψε. Την οργή διαδεχόταν η θλίψη, τη θλίψη η αβεβαιότητα κι οι αναμνήσεις. Τι θα χάσω, στ’ αλήθεια τι, αν στερηθώ την πηγή της χαράς και του σπαραγμού μου; αναρωτιόμουνα.

Έχετε ζήσει κι εσείς, είμαι σίγουρη, τέτοιες ή παρόμοιες καταστάσεις, έτσι σας ρωτώ: Τι θα με συμβουλεύατε να κάνω; Υπομονή, ε; Λοιπόν, αν και δεν ήτανε και δεν είναι ακόμη του χαρακτήρα μου, κι εγώ υπομονή αποφάσισα να κάνω, θέλοντας να κρατήσω ζωντανή μέσα μου μια φλογίτσα ελπίδας, κλείνοντας τα μάτια στα σημάδια της ζωής. Ωστόσο, ο θυμός μου μέσα έβραζε σαν λάδι στη φωτιά στο εργαστήρι του μάστορα Ήφαιστου, και με την παραμικρή αφορμή θα ξεχύνονταν καυτό κι ορμητικό, παρασύροντας τα πάντα στο πέρασμά του.

Επέστρεψα στο σπίτι όταν είχε πια πέσει για τα καλά το σκοτάδι. Μαύρα μεσάνυχτα, ήταν μάλλον, αλλά φωτεινά καθώς το φεγγάρι έλουζε με ομορφιά τον κόσμο γύρω μου, μα δεν μπορούσε να πλησιάσει την ψυχή μου. Βρήκα τα παιδιά μου να κοιμούνται αμέριμνα, τον ύπνο του δικαίου –όπως λέτε κι εσείς– αφού δεν μπορούσαν να ξέρουν, και δεν θα τα ήθελα να ξέρουν κιόλας, τι φουρτούνες τάραζαν το μέσα μου. Κάθισα κάτω απ’ την αγαπημένη μου κληματαριά, το σιωπηλό της μοναξιάς μου καταφύγιο, για ώρα πολλή, ακούγοντας της νυχτερινής άπνοιας το πλούσιο τίποτα. Το πρόσωπο της Εκάτης, δίσκος λαμπερός, διασπούσε πού και πού επιβλητικά τα λευκά ζωγραφισμένα απ’ τη λάμψη της σύννεφα, κι έριχνε αχτίδες φωτός στη γη, κι ελπίδας στη ζωή μου. Αγαπημένη μου Θεά, πάρε με απ’ το χέρι όπως παλιά, κατεύθυνε τα βήματά μου, μη με αφήσεις να χάσω το δρόμο μου και να χαθώ• να, αυτά κρυφά παρακαλούσα. Προσευχόμουνα και για τα παιδιά μου, για το μέλλον τους, ένα μέλλον που ήθελα να είναι οπωσδήποτε καλύτερο απ’ τη σημερινή μας ζωή. Ένα μέλλον φωτεινό, αισιόδοξο, όπου θα μπορούσαν να ζήσουν και να δημιουργήσουν ελεύθερα, όπως άλλοτε εγώ. Αν θέλετε με πιστεύετε, αλλά ποτέ πριν ξανά, σας λέω, δεν ένιωσα τόσο έντονη την παρουσία της Θεάς δίπλα μου όσο εκείνες, τις μαγικές, τις μοναδικές στιγμές. Ήταν σαν να δένονταν σφιχτά και πάλι εκείνο το νήμα, που ποτέ δεν κόπηκε, αλλά στο πέρασμα του χρόνου απλά χαλάρωσε. Ένιωθα λες και άναβε ξανά η φλόγα, που για χρόνια ολόκληρα, για μια ζωή, έκαιγε μέσα μου στην Κολχίδα, προτού έρθει ο Ιάσονας κι η οικογένεια για να τη σβήσουν. Δεν έχω λόγια για να περιγράψω εκείνες τις στιγμές. Δεν έχω λόγια...

Μη με κοιτάτε τώρα που δακρύζω, που κλαίω δίχως οι λυγμοί να μου ταράζουν τα στήθια. Για τα λάθη μου κλαίω, τα ωραία μου λάθη, αλλά και για τα σωστά τα υπέροχα. Κλαίω, αλλά δεν μετανιώνω. Ποτέ! Θα ήταν σαν να ακύρωνα τη ζωή μου όλη. Κι αν το έκανα αυτό δεν θα είχα τίποτα για να παραπονιέμαι μετά. Και να που χαμογελώ. Ναι, δίκιο έχετε, ψεύτικο είναι το χαμόγελό μου, ειρωνικό. Καθώς αναθυμάμαι τώρα τη ζωή μου όλη, καθώς διατρέχω μία-μία τις πληγές με το μαχαίρι και το χνούδι, σκέφτομαι πώς μέσα στο κλουβί ζούσα όσο ήμουνα μ’ εκείνον, τυφλή και άμοιρη. Και, τυφλή όπως ήμουνα, έφερα σ’ αυτόν τον κόσμο τον κάλπη δυο παιδιά• δυο παιδιά που, μη έχοντας άλλη επιλογή, θα αναγκάζονταν να ζήσουν μέσα σ’ αυτής της ζωής το ψέμα, να το υιοθετήσουν, κι ύστερα να δημιουργήσουν και να καταστρέψουν, χωρίς να μάθουν ποτέ την αλήθεια – της θεάς τη μεγάλη αλήθεια• ότι δηλαδή, δεν υπάρχει μεγαλύτερη αμαρτία απ’ την απώλεια του εαυτού. Όχι του εγώ, του εαυτού, της ουσίας του καθενός. Ναι, ξέρω, το βλέπω στα μάτια σας, στις αντιδράσεις σας, βλάσφημα ακούγονται όλ’ αυτά στ’ αυτιά σας, παράλογα, σαν παραληρήματα μιας μαινάδας, και ξέρετε τι, δεν σας κακίζω γι’ αυτό. Δεν φταίτε εσείς που ποτέ δεν μάθατε να κοιτάτε αλλιώς, που ποτέ δεν κάνατε τον κόπο να δείτε τα πράγματα κι από την άλλη τους όψη. Για προσπαθήστε, λοιπόν. Για προσπαθήστε να αποκτήσετε μια διαφορετική οπτική γωνία. Για προσπαθήστε να δείτε μέσα από τα μάτια του άλλου –όχι, κατ’ ανάγκη εμένα, αλλά– του φίλου σας, του εχθρού σας, του γείτονά σας, εκείνου του παιδιού που εκλιπαρεί βοήθεια στην άκρη του δρόμου. Προσπαθήστε να το κάνετε αυτό και προτού περάσει καιρός πολύς, ξαφνικά και με μια δόση δυσπιστίας, θ’ αντιληφθείτε ότι τα μισά σας λάθη είναι σωστά, και τα πλείστα σωστά σας λάθη. Έτσι, θα μπορέσετε επιτέλους ν’ ανοίξετε τα φτερά της φαντασίας σας και να πετάξετε σε κόσμους αόρατους μα υπαρκτούς, ν’ αντικρίσετε ομορφιές πέρα απ’ τα πιο τρελά σας όνειρα και ν’ αντιληφθείτε τελικά ότι οι μεγαλύτεροι δικτάτορες στη ζωή σας, οι δεσμοφύλακές σας, είστε εσείς οι ίδιοι. Διέσχισα αιώνες πίκρας, έτη χαράς, για να ’ρθω και να σας μεταφέρω ετούτο το μήνυμα, για να σας πω αυτά τα λόγια. Αν αγαπάτε κρατήστε κάτι απ’ αυτά, αν προτιμάτε, πετάξτε και ξεχάστε τα όλα. Έτσι κι αλλιώς, για το τι θα κάνει ο καθένας δεν δίνω μία.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν, δινόταν μέσα μου μια μάχη μεγάλη, από εκείνες όπου κανένας δεν βγαίνει στ’ αλήθεια νικητής και κανείς απόλυτα ηττημένος. Μου ήταν δύσκολο πολύ ν’ αποφασίσω τι να κάνω, και να επιμείνω σ’ αυτό. Όλο κάτι σκεφτόμουν, όλο για κάτι έπειθα τον εαυτό μου, αλλά ύστερα από λίγο άλλαζα γνώμη, και φτου απ’ την αρχή. Τη λύση, την όποια λύση μου, τη ζητούσα με το βλέμμα στο φεγγάρι, που καθόλου δεν έμοιαζε να νιώθει τα διλήμματά μου. Κι έτσι ακριβώς με βρήκε, όταν από κάποιο μάλλον γύρισμα της τύχης, ήρθε ο Ιάσονας στο σπίτι. Με πλησίασε αθόρυβα από πίσω, σαν γάτος πονηρός, χωρίς να τον καταλάβω, με αγκάλιασε μ’ ορμή και δύναμη και μ’ έριξε γελώντας στο πάτωμα, έχοντας προφανώς κέφια για ερωτικά παιχνίδια. Αλλά του έκοψα την όρεξη με κλωτσιές, γροθιές και βρισιές, δείχνοντάς του για πρώτη φορά προσωπικά το τέρας που έκρυβα μέσα μου. Αλλά, αυτός δεν πτοήθηκε. Ένιωθε ακλόνητη σιγουριά για τη δύναμή του πάνω μου, για την απόλυτη εξουσία του στον κόσμο μου. Έτσι, αντί να προσπαθήσει να δικαιολογήσει τ’ αδικαιολόγητα, αντί να επιχειρήσει ν’ απολογηθεί γι’ αυτά που έκανε και που αντιλήφθηκε ότι γνώριζα, αρκέστηκε σ’ ένα πλατύ αληθινό χαμόγελο. Α, τάμαθες βλέπω, μου είπε, λες κι αυτό θα λειτουργούσε υπέρ του. Λες και η προδοσία του ήταν δώρο θεϊκό. Εκείνο το χαμόγελο, αλλά και τα όσα μου είπε μετά, ήταν αυτά που έδωσαν τη χαριστική βολή. Τα έκανε όλα για το καλό μας, λέει, εμένα και των παιδιών, για να μπορεί να μας φροντίζει πάντα, για να ζούμε βασιλικά και να μη στερηθούμε ποτέ τίποτα. Ω, ήθελα να τον σκοτώσω εκείνη την ώρα, επί τόπου• να τον στραγγαλίσω και να καθίσω δίπλα του, και κρατώντας του το χέρι, το αγαπημένο χέρι, να τον δω να ξεψυχά. Αλλά, δεν το έκανα. Και κάπου βαθιά μέσα μου το ήξερα ότι αν ήθελα θα μπορούσα να τον συγχωρήσω. Θα μπορούσα, αν οι περιστάσεις ήταν αλλιώς. Κάλλιο νάταν με μια γυναίκα της αγοράς, με μια κοινή πόρνη, κι όχι με μια βασιλοπούλα, τότε ίσως να του έδειχνα κάποια κατανόηση, τότε ίσως και να τον δεχόμουνα κάποτε ξανά στην αγκαλιά μου. Του κορμιού τους πόθους τους σέβομαι, αλλά του χρήματος και της εξουσίας τους φτύνω, όπως κι ας μασκαρεύονται αυτοί. Ο Ιάσονας λέγοντάς μου ότι με παρατάει για το καλό μου, το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει τα πράγματα χειρότερα, να μου αποδείξει πια πέρα από κάθε αμφιβολία πόσο αχρείος ήταν. Και τον έδιωξα με τις κλωτσιές, μπροστά στα έκπληκτα μάτια και τις συνωμοτικές σιωπές των δουλικών, που παρακολουθούσαν την παράσταση κρυμμένα στις σκιές. Είχα γίνει κουρέλι, μα την ίδια ώρα, ήμουν πιο δυνατή από ποτέ. Σερνόμουνα και βροντούσα. Το κορμί μου ήταν ένας ναός που γκρεμίστηκε κι αναστηλώθηκε μέσα σε μια μόλις νύχτα. Καμιά αναστολή πια, καμιά αναβολή, καμιά συγχώρεση• θα τον χτυπούσα. Θα τον χτυπούσα σκληρά και ύπουλα, δίχως οίκτο, χωρίς λύπηση. Ναι, εγώ, η άτιμη μα τρομερή Μήδεια θα έπαιρνα εκδίκηση για όλες τις γυναίκες που προδόθηκαν, για όλα τα κορμιά που μάταια λεηλατήθηκαν, για τις αμέτρητες θηλυκές ψυχές που σπάραξε ο πόνος, που χαράκωσαν των αντρών οι ατιμίες. Προτού καν ξημερώσει η επόμενη μέρα είχα με διαβολική συνέπεια καταστρώσει το τρομερό μου σχέδιο, ένα σχέδιο, που απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, θα έσπερνε τον πανικό σ’ ολόκληρη την πόλη, και θα έκανε όλους τους τότε ανθρώπους, αλλά και τους μελλοντικούς, να μιλούν για τη χειρότερη των γυναικών, τη μεγαλύτερη μέγαιρα που έκανε ποτέ την εμφάνισή της σ’ αυτή τη γη. Κι αυτά βέβαια, χάρη στις παραφράσεις της ιστορίας. Ο θάνατος φυσικά δύο –όχι και τόσο αθώων– ανθρώπων δεν είναι και μικρό κρίμα αλλά, απλά αναρωτιέμαι, γιατί κανείς δεν θέλησε να τα βάλει μαζί μου όταν για το χατίρι του άντρα μου ξεπάστρεψα τον Πελία. Τερτίπια των παραμυθάδων, μήπως;

Την επόμενη μέρα, πρωί-πρωί, προτού καν ο ήλιος χαράξει πάνω απ’ τα κοντινά βουνά και σβήσει την πάχνη, με επισκέφθηκε ο Κρέοντας –ναι, εκείνος ο δήθεν δίκαιος και φιλόξενος πολύ άρχοντας– και μου ανακοίνωσε ότι εγώ και τα παιδιά μου, που μη ξεχνάτε ήτανε και του Ιάσονα παιδιά, ήμασταν ανεπιθύμητοι κι έπρεπε να ετοιμαστούμε αμέσως για να φύγουμε. Θα παίρναμε το δρόμο της εξορίας μια μάνα και δύο μικρά παιδιά, απλά και μόνο για να πάρει η κόρη του σαν άντρα της τον γκόμενο. Παράξενη αίσθηση της δικαιοσύνης δεν είχε, στ’ αλήθεια, εκείνος ο άρχοντας; Ευτυχώς προέβλεψα αυτή την κίνηση και τον παρακάλεσα με δάκρυα στα μάτια, να μας δώσει μια μέρα για να ετοιμαστούμε. Δεν κάνει να μας πετάξεις έτσι στο δρόμο, του είπα. Σκέψου πώς θα φανεί αυτό στα μάτια του λαουτζίκου. Αυτός το σκέφτηκε και το ξανασκέφτηκε, κι αφού το στριφογύρισε για ώρα πολλή στο μυαλό του, με μισή καρδιά και πολύ διστακτικά δέχτηκε. Κι αυτό αποδείχτηκε το μοιραίο του λάθος, καθώς από εκείνη ακριβώς τη στιγμή έβαλα μπρος τη γυναικεία πονηριά και του μίσους μου όλο το πάθος, που μου έδωσαν την επιπλέον ώθηση που χρειαζόμουνα, ώστε να δουλέψω σε εντατικούς ρυθμούς, για να πετύχω τον ανομολόγητο στόχο μου, μα και τον τόσο γνωστό• αν όλα πήγαιναν καλά μέχρι το βράδυ θα έπαιρνα την εκδίκησή μου. Η αλαζονεία τους κι η ωραιοπάθεια, αυτά θα αποδεικνύονταν η καταδίκη τους. Έστειλα, λοιπόν, στη νέα νύφη του Ιάσονα, με τα παιδιά μου, ένα απαράμιλλης ομορφιάς χρυσό διάδημα, κι ένα υπέροχο κομμάτι ύφασμα, ποτισμένα με τα πιο δυνατά της πλάσης δηλητήρια. Εκείνη με το που τα είδε, μόνο που δεν πέταξε απ’ τη χαρά της και έσπευσε να τα δοκιμάσει. Τα παιδιά, στα οποία είχα δώσει το αντίδοτο, ακολουθώντας τις οδηγίες μου, έφυγαν αμέσως απ’ το παλάτι, κι έτσι δεν είδαν το μένος μου να παίρνει μορφή στη φρίκη της καημένης της γυναίκας. Με το που άρχισαν να ενεργούν τα φαρμάκια, με το που άρχισε να κάνει τα πρώτα σημάδια της εμφάνισής της η δήθεν μαγεία μου, φωτιές άρχισαν να της καίνε το κορμί ολάκερο, να της τσουρουφλίζουν το κεφάλι και να της προκαλούν σπασμούς. Κι αυτά μπρος στα έκπληκτα μάτια του προδότη άντρα μου, που άφωνος, σχεδόν μαρμαρωμένος, δεν έκανε καμία προσπάθεια για να τη βοηθήσει. Όχι πώς θα ωφελούσε κιόλας, αλλά λέμε τώρα. Όσο για τον Κρέοντα, ναι, αυτός προσπάθησε να σώσει την κόρη του, αλλά το αποτέλεσμα γνωστό• πέθαναν κι οι δυο μέσα σε φρικτούς πόνους, παραμορφωμένοι απ’ την αγωνία του θανάτου, που τους κατέβαλε προτού καλά-καλά προλάβουν να τη νιώσουν. Και τώρα θα με ρωτήσετε ξανά: Μα, στ’ αλήθεια, δεν μετανιώνεις; Κι εγώ σας ρωτώ με τη σειρά μου: Να μετανιώσω για τι; Την κόρη, αν και σε πολλά μου έφταιξε, ουσιαστικά την έσωσα από μια όμορφη τότε αλλά φριχτή στο μέλλον ζωή, δίπλα σ’ ένα ψεύτη άντρα, ενώ τον πατέρα τον τιμώρησα, σκληρά αλλά δίκαια, για την άτιμη ζήση του, που περιέφερε εδώ κι εκεί για χρόνια και χρόνια, αποκαλώντας εαυτόν δίκαιο. Όσο για τον Ιάσονα –ω, πόσο θα ’θελα να έβλεπα τα μούτρα του εκείνη την ώρα–  αυτός μεταμορφώθηκε μπροστά στα απεγνωσμένα, αλλά και χαιρέκακα μάτια των δούλων, σε ζωντανό-νεκρό. Όσο κι αν επέζησε απ’ τη μικρή σφαγή, η πιο μεγάλη κατάρα είχε πέσει πάνω του, τού έγινε ασήκωτο βάρος στους ώμους και την ψυχή. Έχασε την όμορφη κόρη και το βασίλειο που ονειρευόταν, έχασε κι εμένα και τα παιδιά του. Δεν έτρεφε μέσα του πια ψευδαισθήσεις. Ακόμη κι αν έπεφτε στα γόνατα και με παρακαλούσε, δεν θα τον δεχόμουνα πίσω –περάσαμε πια εκείνο το σημείο το καθοριστικό του δρόμου του χωρίς επιστροφή– η αγάπη και ο οίκτος απλά δεν μπορούν να συνυπάρξουν.

Σας προκαλώ ακόμη φρίκη, ε; Το διαβάζω στα πρόσωπά σας. Ακόμη και τώρα που μάθατε ολόκληρη, σχεδόν, την αληθινή μου ιστορία. Ε, και τι μ’ αυτό; Δεν λέω την ιστορία μου για να σας κάνω να με συμπαθήσετε, τη λέω για να την πω και να τελειώνω. Κάντε λίγη ακόμη υπομονή, καθώς η μακροσκελής κάπως ετούτη αφήγηση πλησιάζει στο τέλος της, κι αυτό δεν θα θέλατε με τίποτα να το χάσετε. Έτσι;

Μετά από το διπλό φονικό, όπως θα ανέμενε κανείς, ακόμη κι από μένα τη σκύλα, η μοναδική μου έγνοια ήταν τα παιδάκια μου, τα παιδιά που έκανα, μέσα στην αθωότητα της άγνοιάς τους, συνεργούς σ’ ένα έγκλημα, κι αυτό είναι το μεγαλύτερό μου κρίμα. Γιατί να συνεχίσουν να ζούνε σ’ ένα κόσμο σαν κι αυτόν, αναρωτιόμουνα. Τι καλό θα δούνε; Τι όμορφο θα ζήσουνε; Πώς θα μείνουν αμόλυντα απ’ την κακία; Αφού, γι’ αυτό ήμουνα σίγουρη, στο τέλος-τέλος θα φροντίσουν οι άλλοι, πάντα οι άλλοι, να σβήσουν ό,τι αγαθό και όμορφο κρύβουν μέσα τους. Σάμπως και θα υπάρξει ποτέ δικαιοσύνη σ’ ετούτη την αγιασμένη, μα βαριά πληγωμένη γη, όπου η μόνη αλήθεια είναι η μισή αλήθεια, ή μάλλον η αλήθεια των ισχυρών, κι όπου τιμιότητα θεωρείται το πιο καλά μεταμφιεσμένο ψέμα. Τα παιδιά μου, τα συνένοχά μου λουλούδια, έπρεπε να ζήσουν κάπου αλλού, να μεγαλώσουν μες στην αγάπη, ανάμεσα σε ψυχές γαλήνιες, παρέα με καρδιές αληθινές. Αυτά σκεφτόμουνα για ώρες και ώρες καθώς περιφερόμουνα μαζί τους στους αγρούς, καθώς ακολουθούσα τα μονοπάτια που άνοιγε μπροστά μου η Τριπλή Θεά, απομακρύνοντάς μας απ’ τον κίνδυνο, χαρίζοντάς μας ελπίδες για τη σωτηρία. Αν μέναμε εκεί μας περίμενε ο θάνατος. Αλλά, κι η ζωή δεν έμοιαζε να βρίσκεται άλλου πουθενά. Αυτό είναι το τέλος, λοιπόν, έφτασα κάποια στιγμή να σκέφτομαι αβέβαια. Εκείνο ήταν το τέλος; Μα, όχι φυσικά. Η προστάτιδά μου, η Εκάτη, δεν μ’ εγκατέλειψε στη δύσκολή μου ώρα, καθάρισε τα γκρίζα σύννεφα που σκότιζαν το μυαλό μου και ανέσυρε μέσα απ’ τα πιθάρια του μνημονικού μου ένα τραγούδι απ’ το παρελθόν, ένα τραγούδι που κάποτε σ’ ένα καράβι που το λέγαν Αργώ, μας απήγγειλε με πάθος μεγάλο ο Ορφέας –τότε που ο Ιάσονας ακόμη κυνηγούσε τις περιπέτειες κι όχι τις εταίρες– και που μιλούσε για κάποιο του μύθου νησί.

Το ίδιο εκείνο βράδυ, πληρώνοντας ένα υπέρογκο τίμημα, αλλά μικρό για τις ζωές μας, σαλπάραμε για ένα τόπο θρυλικό, άπιαστο σαν τη νωχελική ομίχλη του πρωινού και σαν δροσουλίτης. για ένα μέρος όπου, όπως λέγαν εκείνοι που ξέραν, αλλά κι άλλοι που δεν ξέραν, ζούσαν μονάχα γυναίκες. Γυναίκες όμορφες σαν ξωτικά και σαν γοργόνες, που καρτερούσαν για χρόνια και χρόνια να πάει κοντά τους ένας άντρας άφοβος, να τις αγαπήσει, να μοιράσει τα δώρα του και να μοιραστεί τα δικά τους, για να καρπίσει και πάλι το άγονο νησί. Αλλά, προληπτικοί καθώς ήτανε τότε οι περισσότεροι άνθρωποι, θεωρούσαν το μέρος εκείνο τρομακτικό, κι έτσι κανείς ποτέ δεν τόλμησε να το πλησιάσει. Γι’ αυτό και το φοινικικό καράβι που μας μετέφερε, όσο κοντά το επέτρεπαν οι αβάσιμοι φόβοι και οι ακλόνητες δεισιδαιμονίες του καπετάνιου και του πληρώματός του, μας άφησε στ’ ανοιχτά, μας παράτησε μάλλον πάνω σε μια μικρή κακοφτιαγμένη σχεδία, κι έσπευσε να φύγει, ν’ απομακρυνθεί όσο πιο γρήγορα γίνεται από εκείνα τα μαγεμένα νερά. Ωστόσο, δεν μείναμε για ώρα πολύ στη θάλασσα, καθώς σύντομα γυναίκες όμορφες σαν οπτασίες, που έμοιαζαν να γλιστράνε πάνω στο νερό, αιθέριες σαν όνειρα και σαν ζωγραφιές, ήρθαν και μας περισυνέλεξαν, και μας έντυσαν με χάδια, μας έλουσαν με ασφάλεια, μες στις ζεστές αγκάλες τους. Σ’ εκείνα τα μέρη του θρύλου μεγάλωσαν οι γιοι μου, κι ευλογημένοι καθώς ήταν από το άγγιγμά της Εκάτης, έμοιαζαν καλυμμένοι με μια εκτυφλωτική αστεροσκόνη, είχαν όλων των θεών την ομορφιά, κι αγαπήθηκαν όπως τους έπρεπε, από γυναίκες πολλές, ρίχνοντας έτσι το σπόρο για την καινούρια μέρα.

Όσο για τον αγαπημένο σας, Ιάσονα, τον με δική του επιλογή τραγικό, όπως έμαθα χρόνια πολλά μετά, μουρλάθηκε ο καημένος. Έχασε, βλέπετε, πια τα πάντα, και μια και δεν είχε κανένα να τον θαυμάζει πλέον, έπεσε σε μια δίχως τελειωμό θλίψη. Όπως μού είπανε, μάλιστα, κάθε απόγευμα –σαν ένας απόμαχος της ζωής– σύχναζε στην κρήνη, εκεί στην αγορά, παρέα με τους γέρους της Κορίνθου, στους οποίους έλεγε ξανά και ξανά την ίδια λυπητερή ιστορία. Μιλούσε για κάποιον ατρόμητο και πανούργο πολεμιστή και θαλασσοπόρο, ένα πραγματικό μα θνητό θεό, που κάποτε έφτασε με τη μαγκιά του να κατακτήσει τα πάντα, να φτάσει ένα βήμα πριν το θρόνο και την αιωνιότητα. Κι αυτά, μέχρι που τον πρόδωσε η δόλια η γυναίκα του, παίρνοντάς του απ’ τα χέρια και τη ζωή ό,τι αγαπούσε, σκοτώνοντας ακόμη και τα παιδιά του, τους γιους του, τους οποίους, λέει, έθαψε με τα ίδια του τα χέρια. Ανάμεσα στους ακροατές του βρίσκονταν κι ένας νέος σκυθρωπός πολύ, πρόωρα γερασμένος. Θα γινόταν μεγάλος παραμυθάς αυτός, μια μέρα, έλεγαν.

Να, λοιπόν, που σιγά-σιγά φτάσαμε στο τέλος αυτής της ιστορίας – κάποιους τους βλέπω ήδη, τους ακούω ν’ αναστενάζουν μ’ ανακούφιση. Η αλήθεια είναι όμως, κι αν θέλετε το παραδέχεστε, ότι δεν το περιμένατε έτσι, ε; Τι να γίνει; Έπεσα κι εγώ η δόλια, θύμα της δημοκρατίας. Τι εννοώ; Ε, να, ο καθένας συνήθως λέει ό,τι θέλει, και τελικά, αν επιμείνει σ’ αυτό το κάνει ν’ ακούγεται σαν αλήθεια, κι ας είναι ψέμα. Κι ύστερα, όταν βγαίνει η αληθινή αλήθεια στο φως, κανείς δεν την πιστεύει. Ξέρετε, όμως, πιο είναι το πιο ωραίο σ’ αυτή την υπόθεση; Αν αυτά που σας αφηγήθηκα γίνουν από κάποιους πιστευτά, οι δημοσιογράφοι κι οι ψυχολόγοι πάει, την έβαψαν. Οι πρώτοι θα πρέπει να κόψουν την αγαπημένη τους πιασάρικη ατάκα για τις σύγχρονες Μήδειες, κι οι τελευταίοι θα χάσουν έναν από τους αγαπημένους τους ήρωες – ή, μάλλον ηρωίδες. Σαν πρόσεχαν!

Τώρα πια, θαρρώ πώς έφτασε για μένα η ώρα, να φύγω από δω, να πάω και να κρυφτώ εκεί που ήμουνα μέχρι τώρα, στους μυστικούς μου παραδείσους. Σας ευχαριστώ από καρδιάς που διαβάσετε την ιστορία μου και θα σας λατρεύω απ’ της ψυχής μου τα αιώνια βάθη, αν τη νιώσατε κιόλας. Ξέρετε τι έμαθα ταξιδεύοντας για τόσο πολύ μέσα στο χρόνο, δαμάζοντας τον ένα μετά τον άλλο τους αιώνες; Πώς οι μόνες αλήθειες που ζουν για πάντα, οι μοναδικές απέθαντες, είναι εκείνες της καρδιάς. Ακούστε την καρδιά σας, εκείνη συνομιλεί με τα όνειρά σας• ακολουθείστε την πιστά, κι ίσως κάποια μέρα να σας οδηγήσει στον προσωπικό σας παράδεισο, εκείνον που άλλοτε θεωρούσατε άπιαστο. Μα, τα λόγια τώρα τελειώνουν, να που προβάλλει ολόγιομο το φεγγάρι –μη δειλιάσετε, μη φοβηθείτε, κοιτάξτε το κατάματα– η Εκάτη με καλεί. Εσείς; Εσείς, ζήστε, χαρείτε, αγαπήστε με πάθος και αγαπηθείτε. Κι αν κάποτε με θυμηθείτε, αν η εικόνα μου δεν σβήσει εντελώς απ’ τη μνήμη σας, ψάξτε με στον ουρανό, ανάμεσα στ’ αστέρια, λίγο δεξιά και πάνω απ’ το πρόσωπο της Τριπλής Θεάς• ή, ακόμη καλύτερα, σκύψτε κι αφουγκραστείτε τα σπλάχνα της γης• κει μέσα γεννιέμαι, γεννώ και πεθαίνω κάθε λεπτό, κάθε ώρα της ημέρας, κάθε μέρα του χρόνου.

30 Νοεμβρίου 2008 – 8 Φεβρουαρίου 2009, Τσιανγκ Μάι

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2009

Το μυστικό

Ειρήνη μου,
Ψυχή μου! Δε σου έγραψα ποτέ, όσο επίμονα κι αν το ζητούσες αυτό, ένα γράμμα τον καιρό που ήμασταν μαζί, που ήμασταν ένα, μα να που σου γράφω τώρα που έφυγες. Για πάντα. Σου γράφω, αλλά δεν είμαι σίγουρος, δεν ξέρω τι να σου πω! Ή, ίσως ξέρω: μια μεγάλη συγγνώμη. Αυτή σου τη χρωστώ.
Δύσκολη πολύ, ώρες-ώρες αβάστακτη, μοιάζει η ζωή μου δίχως την παρουσία σου να την ομορφαίνει, καλή μου. Μια ζωή λειψή, μισή, χωρίς χρώματα και δίχως γαλήνια συναισθήματα, θεσπέσιες μουσικές. Κοιτώ κάθε μέρα-όλη μέρα τις φωτογραφίες σου, χαϊδεύω νοητά τα βαθιά χαραγμένα απ’ τα πολλά δάκρυα του χρόνου μάγουλα και σου ανακατεύω τρυφερά τα ξανθά σου τα μαλλιά. Προσπαθώ να σε νιώσω όσο γίνεται πιο πολύ κοντά μου, δίπλα μου, μέσα μου, τώρα που είσαι τόσο μακριά. Προσπαθώ να αναδημιουργήσω μέσα από τις πλούσιες ψυχικές μου αναμνήσεις, με τα λιγοστά υλικά ενθύμια που μου άφησες, την εικόνα σου σε τούτο εδώ το χώρο, τον ξεχωριστά μοναδικό, τον ολόδικό μας, που τόση αγάπη και πάθος και πίκρα και πόθο γνώρισε.
Πίστευες στη μοίρα, την ιερή ετούτη πόρνη, θυμάσαι, Ειρήνη; Πίστευες βαθιά στη δόλια και ήσουνα σίγουρη πώς αυτή θέλησε να μας ενώσει τόσο πολύ, τόσο νωρίς, τόσο γερά, και η ίδια εκείνη ήταν που αποφάσισε να μας χωρίσει, τόσο γοργά, τόσο σκληρά και αμείλικτα. Σ’ αυτό συμφωνώ και ταυτόχρονα διαφωνώ μαζί σου, καρδιά μου. Η μοίρα όντως μας ένωσε, αλλά οι άνθρωποι ήταν που μας χώρισαν. Οι άνθρωποι κι η πονεμένη, η ματωμένη σου ψυχή. Αν δεν υπήρχε το μίσος, κι η άγνοια, κι η τύφλα, κι η μικρότητα των ανθρώπων θα ήμασταν ακόμη μαζί. Αν δεν υπήρχαν όλα τα πιο πάνω δε θα πληγωνόσουνα τόσο. Δε θα περνούσες από την κόλαση στον παράδεισο στην αρχή, κι από τον παράδεισο στην κόλαση μετά.
Μου λένε οι φίλοι -τους ξέρεις δα- μου λένε λόγια βαρυσήμαντα, βαρυστόχαστα και παρηγορητικά μεγάλα. Μου λένε πώς ο κόσμος δεν τελειώνει σε μια γυναίκα, σε μια οποιαδήποτε γυναίκα, πώς η ζωή συνεχίζει απρόσκοπτη την πορεία της και σύντομα θα την αγαπήσω ξανά, πώς ο έρωτας δε θα αργήσει και πάλι να μου κτυπήσει την πόρτα. Μου λένε... Μου λένε... Μα, διάολε, τι ξέρουν αυτοί; Τίποτα. Τίποτα δεν ξέρουν. Δεν αγάπησαν ποτέ τους -αλλά ούτε κι αγαπήθηκαν- όπως εμείς, δεν πόνεσαν όσο εμείς, δε χάρηκαν ούτε τις μισές μας στιγμές, ποτέ τους δεν ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τον πιο τίμιο απ’ όλους τους αγγέλους, τον αρχάγγελο του θανάτου.
Όχι, Ειρήνη μου. Όχι, δε λέω ότι έζησα, ότι υπέφερα όσο εσύ, ψυχή της ψυχής μου. Απλά λέω ότι μέσα από την αγάπη μου για σένα ο πόνος σου έγινε κάπου και δικός μου, το συνταρακτικό σου δράμα το βίωσα έστω λιγότερο οδυνηρά κι ο ίδιος. Κι αυτό κάποια βράδια ασυγχώρητα μοναχικά, σε μια κάμαρα κλειστή, σκοτεινή και λυπημένη. Σ’ αγάπησα, σ’ το λέω τώρα που είν’ αργά, σ’ αγάπησα τόσο πολύ, τόσο απόλυτα, που όταν μου είπες ότι αποφάσισες να φύγεις ένιωσα το μέσα μου ν’ αδειάζει από ζωή, την καρδιά μου να χαράζεται με νοητικά μαχαίρια ακονισμένα αμείλικτα.
Ωστόσο, θα ήμουν ψεύτης αν έλεγα πώς δεν το περίμενα, ότι δεν το προαισθανόμουν. Όλα! Όλα όσα έκανες κι έλεγες κι υπονοούσες, το λυπημένο ύφος με το οποίο με κοιτούσες, ο τρόπος που με έκλεινες ασφυκτικά στην αγκαλιά σου, το πάθος, ο πόθος κι ακόρεστη δίψα του έρωτά σου. όλα μου φώναζαν πώς το τέλος ήταν κοντά -το έβλεπα να ξεπροβάλλει απ’ τη γωνία- ότι από στιγμή σε στιγμή θα σε έχανα. Όμως, δεν ήθελα, αρνιόμουνα πεισματικά, ν’ ακούσω τις κραυγές εκείνες της απόγνωσης. Είχα μονάχα αυτιά για της ψυχής μου τους ψίθυρους, που ήταν όλοι για σένα. Είχα μάτια μόνο για την καθαγιασμένη σου μορφή, που γέμιζε τον κόσμο ολάκερο με ομορφιά και θλιμμένη συμπόνια.
Τις τελευταίες μέρες, τις τελευταίες ώρες που ζήσαμε μαζί, τις στερνές ανάσες που μοιραστήκαμε θα τις θυμάμαι μέχρι της ζωής μου το κοντινό ή απόμακρο τέλος, θα τις κρατήσω σα δώρο πολύτιμο και σα φυλακτό, και πάντα, μα πάντα, θα τις αναλογίζομαι με χαμόγελο και κρυφή περηφάνια. Περηφάνια για το πολύ -μα τόσο σύντομο- που ζήσαμε, για τη θεϊκή τύχη που είχα να σε συναντήσω.
Και μη φοβάσαι, καρδιά μου. Μη φοβάσαι καθόλου. Δε θα παραβώ την τελευταία εντολή, τη στερνή σου την παράκληση. Δε θα προδώσω ποτέ το μυστικό μας, το φοβερό μας μυστικό. Θα υπομείνω. Θα υποφέρω αφάνταστα μέσα μου, αλλά θα το κρατήσω. Κανείς δε θα μάθει απ’ τα δικά μου χείλη την πικρή αλήθεια. Σε κανένα δε θα πω ότι εγώ σε σκότωσα. ότι εσύ η ίδια με παρακάλεσες να το κάνω εκείνη την παγωμένη νυχτιά στο κάστρο, κι εγώ απλά υπάκουσα. Όχι, δε θα το πω σε κανένα. Αυτό θα είναι το μυστικό μας, το μονάκριβο δικό μας μυστικό. Για τώρα και για πάντα. Ακριβώς όπως κι η αγάπη μας.
Σου στέλνω ένα αέρινο φιλί, σαν υπόσχεση και σαν πεθυμιά.

Ο Μιχάλης σου

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

Η θυσία

Του αρέσουν πολύ τα ταξίδια με τη μοτοσικλέτα. Δίχως αυτά σίγουρα θα τρελαινόμουνα σκέφτεται, καθώς βρίσκεται στην κορυφή ενός βουνού και αγναντεύει με βλέμμα γαλήνιο την πεδιάδα που απλώνεται σαν καρτ ποστάλ κάτω από τα πόδια του, καθώς θαυμάζει το ξεβαμμένο γαλάζιο μιας απόμακρης θάλασσας στο βάθος του ορίζοντα. Ναι, αυτά τα ταξίδια είναι η ζωή του, ή μάλλον ήταν, αφού ετούτο δα θα είναι το στερνό του.
Εικόνες από το χθες παρελαύνουν μέσα του, κάνουν στην ψυχή του κατάληψη και του κλείνουν τα μάτια στον κόσμο τον απτό, του θυμίζουν χαμόγελα παλιά και εμπειρίες μοναδικές. Όμορφη πολύ υπήρξε η ζωή του, όχι σαν παραμύθι, αλλά απλά όμορφη. Πολλά έζησε, πολλά έκανε, σε πολλά μέρη πήγε. Κάποτε γνώρισε κι εκείνο το μεγάλο έρωτα, τον ονειρικό, που όμως δεν κράτησε για πολύ. Ένας μεθυσμένος οδηγός τον παρέσυρε στο διάβα του, παίρνοντας εκείνη στον άλλον κόσμο, κι αυτόν στης ψυχής τα τάρταρα.
Ωστόσο, επιβίωσε. Και συνέχισε να ζει όπως-όπως, λίγο λειψά, λίγο θλιμμένα. Κι ύστερα έμαθε και πάλι να χαμογελά απ’ την αρχή – αλλά όχι πλατιά, μισά, σαν της ζήσης του το ημιτελές. Μέχρι που σαν δώρο θεού έκανε την εμφάνισή της στη ζωή του η Μάγια. Η Μάγια! Όνομα μαγικό, σαν και την ίδια. Αυτή τον έφερε πίσω στο φως με το έτσι θέλω, αλλά δίχως καθόλου να προσπαθήσει. Πώς να προσπαθούσε άλλωστε; Αφού δεν ήταν παρά ένα νεογέννητο παιδί – η μικρή του αδελφή.
Από την ημέρα που γεννήθηκε της δόθηκε, της αφοσιώθηκε με την ψυχή του όλη. Λες και στο λευκό της προσωπάκι, λες και πίσω απ’ τα γέλια και τα δάκρυά της αναγνώρισε κάποια άλλη, εκείνη που έφυγε.
Και τα χρόνια πέρασαν. Κι η μικρή άρχισε να μεγαλώνει. Πήρε να περπατά, να μιλά, να ψευτοχορεύει. Κι ύστερα πήγε και σχολείο. Μα για κείνον τίποτα δεν άλλαξε. Πάντα ήταν η αγαπημένη του. Και ούτε για μια στιγμή δεν ξέχασε την υπόσχεση που της είχε δώσει στα πέντε της χρόνια, κάποια νύχτα καλοκαιρινή που εκείνη ψήνονταν στον πυρετό: θα θυσίαζα τα πάντα για σένα, της είπε, ακόμη και τη ζωή μου την ίδια. Κι εκείνη, μέσα στο παραμιλητό της, απλά αρκέστηκε να πει το όνομά του: Φώτη, προτού παραδοθεί και πάλι στη δίνη της αρρώστιας.
Τώρα είναι δώδεκα χρονών η Μάγια του και πεθαίνει. Εκείνη δώδεκα χρονών και πεθαίνει, αυτός τριάντα χρονών και ζει. Άδικη ζωή, άδικη. Ωστόσο, δεν θα την αφήσει να της περάσει αυτή τη φορά, θα επιβάλει το δικό του νόμο, το δίκαιο. Εσύ έζησες πολλά, Φώτη, ψιθυρίζει στον εαυτό του κι ας μην το πολυπιστεύει αυτό. Εσύ έζησες πολλά, τώρα είναι η σειρά της.
Βγάζει μια φωτογραφία της μικρής απ’ την τσέπη του, την κοιτάει για ώρα πολλή, επίμονα, με βλέμμα που στάζει οδύνη και αγάπη. Θα μπορούσες να είσαι κόρη μου, ψιθυρίζει στον άνεμο του βουνού, που τώρα μοιάζει βουβός, συνένοχος στη θλίψη του. Θα μπορούσε, αλλά δεν είναι. Αδελφούλα του είναι -ένα όμορφο ατύχημα, όπως έλεγαν οι γονιοί του- και βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου.
Χαϊδεύει το προσωπάκι που του χαμογελά απ’ τη φωτογραφία, το φιλά στο μέτωπο από χαρτί απαλά, αναπνέει πάνω σ’ αυτό την τρυφερότητά του, το αποχαιρετά: αντίο, Μαγιούλα μου, και σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις. Στην τσέπη του πουκαμίσου του, στο μέρος της καρδιάς, βάζει εκείνο το πλάνο από μια αλλοτινή, χαρούμενη ζωή, και σηκώνει το βλέμμα για ν’ αντικρίσει τον ήλιο που ετοιμάζεται να βασιλέψει πάνω από ένα θλιμμένο για τον ίδιο, αλλά ελπιδοφόρο για την αδελφή του τοπίο. Τι όμορφο, σκέφτεται και χαμογελά με θαυμασμό.
Φοράει το κράνος, καβαλά τη μοτοσικλέτα του και παίρνει να κατεβαίνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα το βουνό. Σε μια στροφή χάνει, ακριβώς όπως το είχε σχεδιάσει, τον έλεγχό της, χτυπάει με βία σ’ ένα κιγκλίδωμα κι εκτοξεύεται απ’ τη σέλα, για να καταλήξει μια στιγμή μόλις μετά νεκρός σ’ ένα γκρεμό. Στα χείλη του μοιάζει να διακρίνεται ένα αχνό χαμόγελο. Λες και δεν έχει ήδη αφήσει πίσω του το μάταιο ετούτο κόσμο. Λες και έχει ακόμη τις αισθήσεις του και αναλογίζεται με ικανοποίηση ότι: όλα πήγαν καλά - εγώ πεθαίνω, αλλά η Μάγια θα ζήσει!
Ναι, η Μάγια θα ζήσει, αφού τα λεφτά που θα εισπράξουν οι γονείς του απ’ την ασφάλεια ζωής θα είναι αρκετά για να τη μεταφέρουν στον εξωτερικό και να κάνει την εγχείρηση που της χρειάζεται. Αρκετά για να αναρρώσει, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να ζήσει κι αυτή κάποιες ονειρικές στιγμές, μερικές μεγάλες συγκινήσεις. Έκανε εκείνο που έπρεπε, έκανε το καθήκον του. Κράτησε την υπόσχεσή του. Χρειάστηκε να πληρώσει ένα τίμημα ακριβό για να πετύχει το στόχο του, αλλά τι μ’ αυτό; Η θυσία του δεν θα πάει χαμένη.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ