
Και γεννήθηκε ο Φέρητας. Κι ο χαζομπαμπάς, μες την τρελή χαρά που λένε. Δυο φορές έμεινα έγκυος, δυο γιους του χάρισα, έτσι ήταν περήφανος πολύ για τον σπόρο του. Ξεχνούσε μέσα στον δίχως τέλος αυτοθαυμασμό του ότι ο σπόρος χρειάζεται τις σωστές συνθήκες και την κατάλληλη γη για να δώσει καρπούς. Η χαρά, δεν χρειάζεται να σας το πω θαρρώ, δεν κράτησε και πολύ, αλλά τώρα είχα δυο παιδιά να μου κρατάνε συντροφιά, να μου θυμίζουν την ομορφιά της δημιουργίας, κι έτσι δεν παραπονιόμουνα. Είναι που άλλαζα και τους εραστές σαν φύλλα τσαγιού, σαν τους ξεζούμιζα, μόλις έχαναν τη γεύση τους. Όσο κι αν με εκνεύριζε, όσο κι αν ώρες-ώρες ένιωθα το μίσος να φουντώνει μέσα μου για κείνον, οφείλω να παραδεχτώ, ότι κανένας δεν του έμοιαζε. Τον αγαπούσα λίγο επειδή άλλοτε ήταν αποκλειστικά δικός μου, και τον μισούσα πολύ επειδή τώρα ήταν ελάχιστα εκεί. Ήξερα πώς οι μέρες που περνούσαν τον έπαιρναν όλο και πιο μακριά μου, ότι σύντομα πολύ θα έπαυε έστω και λίγο πια να μου ανήκει. Δεν ήξερα πώς θα συνέβαινε αυτό, τι μορφή θα είχε η πτώση μου, δεν είχα ιδέα ποια θα τον έπαιρνε οριστικά από μένα. Απλά ήμουνα σίγουρη ότι αυτό θα συνέβαινε. Οι χρησμοί μου, βλέπετε, οι αληθινοί χρησμοί, κι όχι το κουτόχορτο που τάιζα τους Κόλχες, ποτέ δεν έπεφταν έξω.
Ας κάνω, όμως, εδώ μια μικρή παρένθεση για να σας πω κάτι άλλο. Για να σας πω κάτι, που προτιμούν να αγνοούν οι ιστορικοί και που οι εκπαιδευτικοί αρνιούνται πεισματικά να βάλουν στα σχολικά εγχειρίδια; Οι πειρασμοί τότε ήταν πολλοί, κι οι έχοντες και κατέχοντες παντρεμένοι -άντρες και γυναίκες- περισσότερο ελεύθεροι απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί κανείς σήμερα, οπότε... το κέρατο έπεφτε σύννεφο...
Αλλά είν’ άσχετο αυτό. Το θέμα είναι... Το θέμα, αγαπητοί μου, άγνωστοι φίλοι είναι ότι όσο το νήμα του χρόνου λιγόστευε, τόσο και πιο πολύ, τόσο και πιο έντονα επέστρεφαν μέσα μου οι μνήμες από ένα παρελθόν σαν όνειρο απόμακρο. Πήρα να θυμάμαι τον παλιό καλό μου εαυτό, το ποια ήμουνα, τη δύναμη, την τέχνη και τα χαρίσματά μου, που είχα για τόσα χρόνια παραμελήσει. Τους τελευταίους εκείνους μήνες της ζωής μου εκεί στην -ευλογημένη όπως μου είχαν υποσχεθεί, στην καταραμένη όπως αποδείχτηκε- γη της Κορίνθου, κάθε που γιόμιζε του ουρανού και της ψυχής μου το φεγγάρι περπατούσα έξω απ’ την πόλη, άφηνα πίσω μου τους αγνώμονες ανθρώπους και τις μικροπρέπειές τους, κοιτούσα εκστασιασμένη το λαμπερό πρόσωπο της αιθέριας Εκάτης και την εκλιπαρούσα με τη μέσα μου φωνή, αυτήν που πάντα άκουγε, να μου δείξει ένα σημάδι, να μου πει με τον ξεχωριστό της τρόπο ότι ήταν ακόμη εκεί, κοντά μου. Κι εκείνη, ποτέ της δεν αρνήθηκε το κάλεσμά μου, δεν με απογοήτεψε ποτέ – όχι σαν κάποιους άλλους. Δεν έφτανα να πάρω μια ανάσα μετά τη μικρή μου προσευχή, κι αμέσως όλα γύρω μου άλλαζαν. διάφοροι ήχοι παράξενοι, αλλόκοσμοι, άρχιζαν να φτάνουν στ’ αυτιά μου από παντού, άκουγα ψίθυρους ονειρικά απαλούς σαν νανούρισμα γριάς μαίας στο νυχτερινό αεράκι -που έπαιρνε ν’ αποκτάει πιο ζεστή, πιο βελούδινη πνοή- ένιωθα μια ανείπωτη ευδαιμονία να μου τυλίγει μ’ ένα αόρατο πέπλο το κορμί, να με γκαστρώνει με την αλλοτινή μαγεία. Και τότε ένιωθα πιο δυνατή παρά ποτέ. Και τότε στα σίγουρα ήξερα ότι δεν διέτρεχα κίνδυνο κανένα, πώς η θεά ήταν δίπλα μου και, όσο ήταν εκεί, κανείς δεν θα μπορούσε να με βλάψει, τίποτα να μου κάνει κακό. Ήταν και είναι ακόμη, τόσους αιώνες και τόσα ποτάμια αίματος μετά, η πανοπλία μου, η αόρατη μα απτή μου ασπίδα. Έτσι, ενώ δεν είχα αμφιβολία καμιά ότι θα ήταν αδύνατον να ξεφύγω απ’ το πεπρωμένο μου, άλλο τόσο ακράδαντα πίστευα ότι θα έπαιρνα την εκδίκησή μου, πώς θα πότιζα τον Ιάσονα απ’ το ίδιο φαρμάκι που πότισ’ εμένα.
Χαμογελώ και πονώ! Παράξενο πολύ αυτό, δεν είναι; Ή, ίσως και να μην είναι. Πολλές φορές ούτε κι εγώ βγάζω νόημα απ’ τις σκέψεις και τις αντιδράσεις μου. Όπως και νάχει, όπως έλεγα, χαμογελώ και πονώ, κι αυτό επειδή τον αγάπησα τόσο πολύ τον αλλοτινό λυτρωτή μου απ’ το βασίλειο της πλήξης, τον Ιάσονα, που μέχρι και την τελευταία στιγμή έλπιζα, ότι το γραφτό θα ξεγραφόταν και θα μέναμε μαζί. Κι έλπιζα μάταια. Κάντε λίγο ακόμη υπομονή, μην παρατάτε στη μέση ετούτη την απολογία. όχι προτού μάθετε, επιτέλους, το αληθινό τέλος της δικής μου ιστορίας. Σας υπόσχομαι, με το χέρι στην καρδιά, συνταρακτικές αποκαλύψεις στη συνέχεια αυτή της παράξενης αφήγησης. Αποκαλύψεις που θα σας σοκάρουν ίσως με την σκληρότητά τους, με τη δική μου -για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους- σκληρότητα, αλλά στο τέλος-τέλος πιστεύω πώς δείξετε κατανόηση, ότι θα με νιώσετε, σαν οι μακρινές μου μάνες και κόρες κι αδελφές που είστε. Όσο για τους άντρες, όσοι δεν σκέφτονται με το κάτω κεφάλι, όσοι δεν πάνε εκεί που τους πάει αυτό, κι εκείνοι θα καταλάβουν.
Ξέρετε στ’ αλήθεια, τι φοβερό συναίσθημα είναι η άγνοια; Πόσο αδύνατη μπορεί να σε κάνει να νιώσεις; Το πώς είναι να περιμένεις κάτι να σου συμβεί, να ξέρεις πολύ καλά τι, αλλά ν’ αδυνατείς να καταλάβεις πότε ακριβώς κι από πού θα σου ’ρθει; Έκανα ένα μεγάλο λάθος στη ζωή μου. Κι αυτό ήταν που δεν χρησιμοποίησα τις δυνάμεις μου όσο μπορούσα, που δεν θέλησα να διαβάσω πεντακάθαρα το βιβλίο του μέλλοντός μου. Λέω λάθος επειδή, αυτό ακριβώς ήταν που με εμπόδιζε να έχω τα μάτια ανοιχτά, να βλέπω την πραγματικότητα όπως ήταν. Ήξερα, βλέπετε, το τέλος, και δεν νοιάστηκα ποτέ για τη διαδρομή, κι αυτό μού κόστισε ακριβά, αφού έζησα για καιρό πολύ αγνοώντας μια πικρή μεγάλη αλήθεια, κάτι που όλοι γνώριζαν για μένα, εκτός από μένα. Ο Ιάσονας όταν χάνονταν απ’ το σπίτι δεν πήγαινε στις εταίρες, τουλάχιστον όχι τον τελευταίο καιρό, όχι πια. Είχε επίσημη αγαπημένη, σπουδαία ερωμένη ο καλός μου. και φυσικά σαν σπουδαίος, ή μάλλον σπουδαιοφανής που ήταν, δεν θα δεχόταν δίπλα του όποια κι όποια. Έτσι αυτή η γυναίκα, το καταραμένο εκείνο γύναιο που θα τον έκλεβε απ’ την αγκάλη μου, δεν θα μπορούσε να ήταν άλλη από την κόρη του Κρέοντα. μια πανέμορφη νέα, το διαμάντι στο στέμμα της Κορίνθου, όπως έλεγαν. Αλλά ακόμη κι αυτή, η τόσο νέα, η λευκή, η αμόλυντη, δεν ήταν περισσότερο όμορφη από μένα, που όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια διατήρησα αγέραστα το διάφανο παιδικό μου πρόσωπο, τα απαλά σαν μετάξι χαρακτηριστικά, τα θαλασσιά τα μάτια όπου κάποτε κολυμπούσε μέσα εκεί η εικόνα του. Από ένα γύρισμα της τύχης, από σπόντα τα έμαθα όλα, καθώς περνώντας ένα μεσημέρι απ’ την αγορά άκουσα ένα γεροντάκι να ψιθυρίζει κάτι και να γελά αντικρίζοντάς με, και δεν άντεξα. Του επιτέθηκα. Το έριξα χάμω και το χτυπούσα με χέρια και με πόδια μέχρι να πει δυνατά αυτό που πριν ψιθύρισε, για να μάθω την τρομερή αλήθεια που αγνοούσα. Κι εκείνο, τρομαγμένο, μου τα είπε όλα. Άκουσα κάποιους γύρω μου να γελάνε, αλλά σαν έστρεψα κατά πάνω τους το βλέμμα έβγαλαν όλοι το σκασμό μεμιάς κι έσκυψαν τα κεφάλια. Θα ήξεραν καταπώς φαίνεται ότι πήραν μια μικρή γεύση από την οργή μου και δεν ήθελαν να προκαλέσουν την τύχη τους – οι άντρακλες, οι μάγκες της κακιάς ώρας. Εγκατέλειψα τη σκηνή σαν χαμένη, αλλά με περήφανα ορθωμένη την κορμοστασιά, πληγωμένη, μα όχι σαν κυνηγημένη. Ένιωθα τον κόσμο όλο να χάνεται κάτω από τα πόδια μου εκείνες τις στιγμές, πώς η ζωή μου όλη ήταν στηριγμένη σε βάσεις από πηλό, πάνω σ’ ένα ψέμα. Ένιωθα έτσι όχι επειδή δεν περίμενα ν’ ακούσω αυτά που άκουσα, αλλά για την πολλαπλή του προδοσία. Δεν ήταν το κέρατο που με πείραξε τόσο, αυτό άλλωστε του το ανταπόδιδα στα ίσα. ήταν το ότι αθέτησε τις υποσχέσεις που μου χάρισε όταν ήμουν έγκυος για τους γιους του, πρόδωσε τους όρκους αιώνιας αγάπης που έδωσε μπρος στο βωμό της Εκάτης, αλλά -κι αυτό είναι το χειρότερο στα δικά μου, τα γνωστικά πια μάτια- μού απέδειξε κιόλας τι τιποτένιο ανθρωπάκι στ’ αλήθεια υπήρξε, αφού ποτέ του δεν αγωνίστηκε, ποτέ δεν πολέμησε στ’ αλήθεια για κάτι. Προτιμούσε -όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι, υποθέτω, σήμερα- να τα βρίσκει όλα έτοιμα και καταπώς του άρεσαν: περισσή ισχύ μέσω των ικανοτήτων μου, μεγάλη φήμη που έφτασε να γίνει ακόμη και θρύλος μέσω τους χρυσόμαλλου τροπαίου που χάρη σε μένα απέκτησε, μετά, αρσενικά παιδιά, τους υπέροχους γιους του, για να ριζώσει η περήφανη σπορά του στη γη κατακλέβοντας τα σπλάχνα μου και, στο τέλος-τέλος, μια παρθένα πριγκιποπούλα νύφη, κι ένα μελλοντικό κληρονομημένο βασίλειο, σε ανάμνηση εκείνου που έχασε. Αυτός ήταν λοιπόν ο Ιάσονας, ο μεγάλος μου έρωτας, η δίχως οίκτο αυταπάτη μου. κάποιος που γίνονταν άντρας μέσα από τη γυναίκα, κι ύστερα περιέφερε τον ανδρισμό του στα καπηλειά και στα ιερά πορνεία. Όλ’ αυτά τα σκέφτηκα εκείνη την ώρα, ήρθαν σαν μια έκλαμψη, πέρασαν απ’ το μυαλό μου σαν αστραπές και βροντές, σαν λάβα, και το τσουρούφλισαν, κι αμέσως πήρα την απόφασή μου, ορκίστηκα σιωπηλά και με τα δόντια σφιγμένα: Όχι, δεν θα περάσει το δικό σου αυτή τη φορά, άντρα. όχι, δεν θα σε αφήσω να πεις κι άλλα ψέματα, να σπάσεις κι άλλους όρκους, να ραγίσεις και άλλες καρδιές.
Περπάτησα για ώρες πολλές στην πόλη, σαν μέσα σ’ ένα όνειρο, χωρίς να βλέπω που πηγαίνω, δίχως κανένα προορισμό. Οι άνθρωποι στο δρόμο, οι διαβάτες, κι οι άλλοι, οι αιώνια στις γωνιές αραγμένοι, όλοι φαίνονταν να γνωρίζουν το κακό που ακόμη δεν με βρήκε, και δεν μ’ ενόχλησαν καθόλου. δεν μου μίλησαν, δεν θέλησαν να μου ειπούν τα ψεύτικα τα λόγια της παρηγοριάς. Όχι, δεν τρέφω ψευδαισθήσεις, κανείς απ’ όλους εκείνους δεν με συμπαθούσε, όλοι με φοβόντουσαν, απλά κάτω από τις περιστάσεις, δεν μπορούσαν να μού δείξουν άλλο πρόσωπο. Βλέπετε, ήξεραν πόσο πολύ τον αγαπούσα, καθώς τα δουλικά φρόντιζαν να ενημερώνουν όλο τον κόσμο για του σπιτιού μας τα μικρά μυστικά, και μιλούσαν παντού για την αφέντρα τους που ήταν άρρωστη από έρωτα. Έτσι, εκείνες, τις χειρότερές μου ώρες, όλοι έμοιαζαν να με νιώθουν σιωπηλά, σχεδόν συνωμοτικά. Μισά βλέμματα οίκτου και χαμηλωμένα κεφάλια με συνόδευαν σε όλη τη διάρκεια της άσκοπης περιπλάνησής μου. Όσο περνούσε η ώρα όμως, όσο στο μυαλό μου γίνονταν στρόβιλος και χείμαρρος τα ίδια και τα ίδια πράγματα, η οργή αντί ν’ αρχίσει να καταλαγιάζει, πήρε να θεριεύει. Ω, πόσο τον μισούσα... Τον αγαπούσα... Τον μισούσα! Έπρεπε να τον χτυπήσω εκεί που πονούσε, να τον κάνω να πονέσει, αλλά να συνεχίσει να ζει. Όχι, δεν τον ήθελα νεκρό. ο θάνατος θαρρώ δεν είναι τιμωρία. Τον ήθελα να καταλάβει τα λάθη του, να μάθει απ’ αυτά, να ματώσει, να ξοδέψει της ζωή του το υπόλοιπο ψάχνοντας να βρει την εξιλέωση, που ποτέ δεν θα ερχόταν. Αυτό ήθελα, αλλά μετά...
Αλλά μετά, έκανα δεύτερες σκέψεις. Λάθος μου, αλλά τις έκανα. Πείτε με σκύλα, πείτε με μέγαιρα, πείτε με μάγισσα -τιμή μου αυτό- μόνο μην ξανατολμήσετε να με πείτε άκαρδη, γιατί τότε θ’ ανακαλύψετε τι άκαρδη, άμα θέλω, μπορώ να γίνω. Έκανα, λοιπόν, δεύτερες σκέψεις. Κι αυτό επειδή... Ω, απλά είναι τα πράγματα, ας μην τα κάνω εγώ τώρα περίπλοκα. Πέστε μου εσείς, που νομίζετε πώς τα ξέρετε όλα: Πώς μπορεί κανείς να αγαπά και να βλέπει τον αγαπημένο του μες στον πόνο; Πώς; Ήξερα πολύ καλά ότι αν του έκανα κακό, αν του προκαλούσα πόνο μεγάλο, τότε θα πονούσα κι εγώ. Κι έπρεπε -εγωιστικό αυτό, αλλά θα το πω- πάση θυσία, να αποφύγω να ποτίσω το κορμί και την ψυχή μου κι άλλη οδύνη, να τις χαρακώσω πιο πολύ. Είχα ήδη ραγίσει. Μέσα σε μία μόλις μέρα ένιωθα πως γέρασα. Ένιωθα την ομορφιά μου, που για χρόνια και χρόνια είχε μείνει ανέπαφη, ανέγγιχτη από γέννες κι εποχές, ξάφνου να γλιστρά απ’ το πρόσωπό μου και να χάνεται. Γινόμουν στιγμή τη στιγμή, στα δικά μου τα μάτια, όλο και πιο μικρή, μεταμορφωνόμουνα σ’ ένα τόσο δα πλασματάκι και ήθελα όσο τίποτ’ άλλο να κρυφτώ στη μήτρα της γης, να χαθώ κάπου μακριά απ’ τον κόσμο και τις έγνοιες του, κάπου ζεστά και σκοτεινά. Αλλά, όσο κι αν ήθελα να χαθώ για πάντα, άλλο τόσο ήθελα για μια ακόμη φορά να τον συγχωρέσω. Μού χάρισε αμέτρητες χαρές και άλλες τόσες λύπες. Η λογική μου μού έλεγε χτύπα, η καρδιά χάιδεψε. Την οργή διαδεχόταν η θλίψη, τη θλίψη η αβεβαιότητα κι οι αναμνήσεις. Τι θα χάσω, στ’ αλήθεια τι, αν στερηθώ την πηγή της χαράς και του σπαραγμού μου; αναρωτιόμουνα.
Έχετε ζήσει κι εσείς, είμαι σίγουρη, τέτοιες ή παρόμοιες καταστάσεις, έτσι σας ρωτώ: Τι θα με συμβουλεύατε να κάνω; Υπομονή, ε; Λοιπόν, αν και δεν ήτανε και δεν είναι ακόμη του χαρακτήρα μου, κι εγώ υπομονή αποφάσισα να κάνω, θέλοντας να κρατήσω ζωντανή μέσα μου μια φλογίτσα ελπίδας, κλείνοντας τα μάτια στα σημάδια της ζωής. Ωστόσο, ο θυμός μου μέσα έβραζε σαν λάδι στη φωτιά στο εργαστήρι του μάστορα Ήφαιστου, και με την παραμικρή αφορμή θα ξεχύνονταν καυτό κι ορμητικό, παρασύροντας τα πάντα στο πέρασμά του.
Επέστρεψα στο σπίτι όταν είχε πια πέσει για τα καλά το σκοτάδι. Μαύρα μεσάνυχτα, ήταν μάλλον, αλλά φωτεινά καθώς το φεγγάρι έλουζε με ομορφιά τον κόσμο γύρω μου, μα δεν μπορούσε να πλησιάσει την ψυχή μου. Βρήκα τα παιδιά μου να κοιμούνται αμέριμνα, τον ύπνο του δικαίου -όπως λέτε κι εσείς- αφού δεν μπορούσαν να ξέρουν, και δεν θα τα ήθελα να ξέρουν κιόλας, τι φουρτούνες τάραζαν το μέσα μου. Κάθισα κάτω απ’ την αγαπημένη μου κληματαριά, το σιωπηλό της μοναξιάς μου καταφύγιο, για ώρα πολλή. ακούγοντας της νυχτερινής άπνοιας το πλούσιο τίποτα. Το πρόσωπο της Εκάτης, δίσκος λαμπερός, διασπούσε πού και πού επιβλητικά τα λευκά ζωγραφισμένα απ’ τη λάμψη της σύννεφα, κι έριχνε αχτίδες φωτός στη γη, κι ελπίδας στη ζωή μου. Αγαπημένη μου θεά, πάρε με απ’ το χέρι όπως παλιά, κατεύθυνε τα βήματά μου, μη με αφήσεις να χάσω το δρόμο μου και να χαθώ. να, αυτά κρυφά παρακαλούσα. Προσευχόμουνα και για τα παιδιά μου, για το μέλλον τους, ένα μέλλον που ήθελα να είναι οπωσδήποτε καλύτερο απ’ τη σημερινή μας ζωή. Ένα μέλλον φωτεινό, αισιόδοξο, όπου θα μπορούσαν να ζήσουν και να δημιουργήσουν ελεύθερα, όπως άλλοτε εγώ. Αν θέλετε με πιστεύετε, αλλά ποτέ πριν ξανά, σας λέω, δεν ένιωσα τόσο έντονη την παρουσία της δίπλα μου όσο εκείνες, τις μαγικές, τις μοναδικές στιγμές. Ήταν σαν να δένονταν σφιχτά και πάλι εκείνο το νήμα, που ποτέ δεν κόπηκε, αλλά στο πέρασμα του χρόνου απλά χαλάρωσε. Ένιωθα λες και άναβε ξανά η φλόγα, που για χρόνια ολόκληρα, για μια ζωή, έκαιγε μέσα μου στην Κολχίδα, προτού έρθει ο Ιάσονας κι η οικογένεια για να τη σβήσουν. Δεν έχω λόγια για να περιγράψω εκείνες τις στιγμές. Δεν έχω λόγια...
Μη με κοιτάτε τώρα που δακρύζω, που κλαίω δίχως οι λυγμοί να μου ταράζουν τα στήθια. Για τα λάθη μου κλαίω, τα ωραία μου λάθη, αλλά και για τα σωστά τα υπέροχα. Κλαίω, αλλά δεν μετανιώνω. Ποτέ! Θα ήταν σαν να ακύρωνα τη ζωή μου όλη. Κι αν το έκανα αυτό δεν θα είχα τίποτα για να παραπονιέμαι μετά. Και να που χαμογελώ. Ναι, δίκιο έχετε, ψεύτικο είναι το χαμόγελό μου, ειρωνικό. Καθώς αναθυμάμαι τώρα τη ζωή μου όλη, καθώς διατρέχω μία-μία τις πληγές με το μαχαίρι και το χνούδι, σκέφτομαι πώς μέσα στο κλουβί ζούσα όσο ήμουνα μ’ εκείνον, τυφλή και άμοιρη. Και, τυφλή όπως ήμουνα, έφερα σ’ αυτόν τον κόσμο την κάλπη δυο παιδιά. δυο παιδιά που, μη έχοντας άλλη επιλογή, θα αναγκάζονταν να ζήσουν μες σ’ αυτής της ζωής το ψέμα, να το υιοθετήσουν, κι ύστερα να δημιουργήσουν και να καταστρέψουν, χωρίς να μάθουν ποτέ την αλήθεια - της θεάς τη μεγάλη αλήθεια. ότι δηλαδή, δεν υπάρχει μεγαλύτερη αμαρτία απ’ την απώλεια του εαυτού. Όχι του εγώ, του εαυτού, της ουσίας του καθενός. Ναι, ξέρω, το βλέπω στα μάτια σας, στις αντιδράσεις σας, βλάσφημα ακούγονται όλ’ αυτά στ’ αυτιά σας, παράλογα, σαν παραληρήματα μιας μαινάδας. και -ξέρετε τι;- δεν σας κακίζω γι’ αυτό. Δεν φταίτε εσείς που ποτέ δεν μάθατε να κοιτάτε αλλιώς, που ποτέ δεν κάνατε τον κόπο να δείτε τα πράγματα κι από την άλλη τους όψη. Για προσπαθήστε, λοιπόν. Για προσπαθήστε να αποκτήσετε μια διαφορετική οπτική γωνία. Για προσπαθήστε να δείτε μέσα από τα μάτια του άλλου -όχι, κατ’ ανάγκη εμένα, αλλά- του φίλου σας, του εχθρού σας, του γείτονά σας, εκείνου του παιδιού που εκλιπαρεί βοήθεια στην άκρη του δρόμου. Προσπαθήστε να το κάνετε αυτό και προτού περάσει καιρός πολύς, ξαφνικά και με μια δόση δυσπιστίας, θ’ αντιληφθείτε ότι τα μισά σας λάθη είναι σωστά, και τα πλείστα σωστά σας λάθη. Έτσι, θα μπορέσετε επιτέλους ν’ ανοίξετε τα φτερά της φαντασίας σας και να πετάξετε σε κόσμους αόρατους μα υπαρκτούς, ν’ αντικρίσετε ομορφιές πέρα απ’ τα πιο τρελά σας όνειρα και ν’ αντιληφθείτε τελικά ότι οι μεγαλύτεροι δικτάτορες στη ζωή σας, οι δεσμοφύλακές σας, είστε εσείς οι ίδιοι. Διέσχισα αιώνες πίκρας, έτη χαράς, για να ’ρθω και να σας μεταφέρω ετούτο το μήνυμα, για να σας πω αυτά τα λόγια. Αν αγαπάτε κρατήστε κάτι απ’ αυτά, αν προτιμάτε, πετάξτε και ξεχάστε τα όλα. Έτσι κι αλλιώς, για το τι θα κάνει ο καθένας δεν δίνω μία.
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ