Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

Η εκδίκηση της Μαριέτας

Μία ακόμη (ξαναδουλεμένη) Εγκληματικά Ασύστολη ιστορία μου.

Τον αγαπούσε μια ολόκληρη ζωή, την τυραννούσε μια ολόκληρη ζωή. Τον αγαπάει ακόμη, την τυραννάει ακόμη. Θέλει, λέει, να χωρίσουνε. Τώρα. Αμέσως. Θέλει να πετάξουνε δεκαπέντε γιομάτα χρόνια κοινής ζωής στα σκουπίδια. Θέλει να διαγράψουνε με μια μονοκοντυλιά όλες τις καλές και κακές στιγμές που ζήσανε μαζί, να ξεχάσουνε όλα τα όμορφα που μοιραστήκανε. Της λέει πώς όλα τώρα πια τελειώσανε, ότι θέλει να προχωρήσει. Να προχωρήσει για να πάει που; Να κάνει τι; Αφού μέχρι σήμερα όλα εκείνη η δόλια τα έκανε. Εκείνος ήταν, είναι και θα είναι αχαΐρευτος. Στον αιώνα τον άπαντα. Αν δεν ήταν εκείνη και ο πλούσιος, καταδεκτικός της μπαμπάς, πουθενά δε θα ’βρισκε δουλειά το μπουμπούκι της. Αν δεν ήταν εκείνη, τώρα σίγουρα θα πεινούσε, θα παράδερνε σε κάποια τρώγλη, δε θα ζούσε κορδωτός σαν κόκορας για χρόνια τώρα μέσα στην πολυτέλεια. Αν δεν ήταν εκείνη να κουμαντάρει μαεστρικά και με αγόγγυστη υπομονή το καράβι του γάμου τους σε όλες τις φουρτούνες, όλα θα είχαν από καιρό καταρρεύσει. Πέρασαν πολλά μαζί. Πέρασε περισσότερα μοναχή της. Αν έπρεπε να φύγει κάποιος ήταν εκείνη η ίδια, η Μαριέτα. Η Μαριέτα που τον αγάπησε τόσο, περισσότερο απ’ τον εαυτό της, που του χάρισε τόσα πολλά, πολύ περισσότερα απ’ όσα πήρε. Η Μαριέτα που γέννησε με χαρά κι έχασε με οδύνη ένα παιδί. Η Μαριέτα που τόσο πληγώθηκε, μα που δεν έπαψε στιγμή να τον αγαπάει. Ξύπνα μικρή, της έλεγαν δεικτικά και λίγο λυπημένα οι φίλες της. Ξύπνα ηλίθια, έβγαζε σπαρακτική κραυγή ο εαυτός της, αλλά αυτή που ν’ ακούσει! Πάντα εκεί. Πάντα στο πλευρό του Άλκη. Πάντα το στήριγμά του. Το μοναδικό. Κι ας μην το άξιζε. Κι ας μην το άξιζε καθόλου. Είχε υπομονή, πολλή υπομονή, η Μαριέτα. Μια υπομονή που όμως τώρα, εντελώς ξαφνικά, εξαντλήθηκε. Ακούς εκεί να την αφήσει! Και πώς θα τα βγάλει πέρα έξω στον κόσμο μοναχός αυτός ο άχρηστος; Ή μήπως περιμένει ότι εκείνη θα συνεχίσει να τον συντηρεί; Κούνια που τον κούναγε. Εκτός... Εκτός κι αν γνώρισε κάποια άλλη, αν βρήκε ένα νέο ανυποψίαστο θύμα. Ναι! Ναι, αυτό θα έγινε. Καμία αμφιβολία. Μάλλον κάποια απ’ αυτές τις μεγαλοδικηγορίνες, με τις οποίες κάνει πως δουλεύει, θα την τύλιξε σαν έτοιμο από ώρα φαγητό τον δικό της. Έτσι, ε; Και τώρα, αυτή τι θα κάνει; Πώς θα αντιδράσει; Θα καθίσει μόνη και απαρηγόρητη να κλαίει για το δεδομένο χαμό του, ή θα πάρει τη μοίρα στα χέρια της; Να πάρει τη μοίρα στα χέρια της; Μα, πώς; Νιώθει τόσο, ασυγχώρητα, κουρασμένη. Δεν έχει άλλο πια τη δύναμη να κάνει συνταρακτικές αλλαγές στη ζωή της. Δεν μπορεί ν’ αντέξει άλλα χτυπήματα. Είναι καταβεβλημένη. Ηττημένη. Ηττημένη απ’ της μονόχνοτης ζήσης της τα παιχνίδια. Λυπάται; Χαίρεται; Οργίζεται; Πονάει; Δεν ξέρει. Εκείνο που μονάχα ξέρει, με μια σιγουριά αμείλικτα ακλόνητη, είναι ότι ετούτη τη φορά δε θα περάσει το δικό τού Άλκη – του μεγάλου της έρωτα, του δήμιού της. Σκέφτεται. Σκέφτεται πολύ, βαθιά και έντονα. Σκέφτεται τι να κάνει. Πώς να τον εκδικηθεί. Αρκετά πέρασε τόσα χρόνια μαζί του, πολλές πίκρες γεύτηκε απ’ τα χείλη του και δεν άκουσε ούτ’ ένα ευχαριστώ, είναι καιρός να τον κάνει να πληρώσει. Ακριβά! Αλλά πώς; Θα τον σκοτώσω. Όχι! Όχι, αυτό δεν μπορεί να το κάνει. Να τον πληγώσει ναι, αυτό γίνεται, αλλά να τον σκοτώσει, αυτό αποκλείεται. Ξαφνικά... Ξαφνικά στο μυαλό της ξημερώνει το τέλειο σχέδιο. Χαμογελά. Σατανικά. Με μάτια που στάζουν προσμονή, κακία, θλίψη κι απογοήτευση. Αυτό είναι, σκέφτεται. Αυτό είναι, θέλει να φωνάξει με βροντερή ανακούφιση, αλλά συγκρατεί τον εαυτό της. Δύο μέρες μετά τη βρίσκει νεκρή στο σπίτι τους ο Άλκης. Προφανώς αυτοκτόνησε. Ένα ματωμένο μαχαίρι είναι καρφωμένο στο στήθος της βαθιά, δίπλα απ’ το μέρος της βαριά πληγωμένης καρδιάς. Καλεί την αστυνομία. Καταφθάνουν ένα τσούρμο μπάτσοι. Βγάζουν φωτογραφίες, εξετάζουν τον περίγυρο, απομακρύνουν καλυμμένο μέσα σ’ ένα φορείο το πτώμα, παίρνουν τα δακτυλικά του αποτυπώματα και τον ανακρίνουν. Μάλλον τον πιστεύουν. Βλέπουν τα δακρυσμένα του μάτια, το καταρρακωμένο του εγώ και σκέφτονται ότι είναι αθώος. Αργά πολύ το ίδιο εκείνο βράδυ επισκέπτεται το τμήμα μια φίλη της Μαριέτας και ζητάει να μιλήσει με τον αστυνομικό που είναι επιφορτισμένος με τη διερεύνηση της υπόθεσης. Με χέρια που τρέμουν απ’ την οργή και τη θλίψη, του παραδίδει ένα γράμμα από τον κάτω κόσμο. Το θύμα γράφει μέσα εκεί πόσο πολύ φοβάται για την ασφάλεια, για τη ζωή του. Το νιώθει, λέει, είναι σίγουρη πώς ο άντρας της θα προσπαθήσει να τη σκοτώσει. Λίγα λεπτά μετά ειδοποιούν τον αστυνομικό από το εργαστήριο ότι τα μοναδικά δαχτυλικά αποτυπώματα που βρέθηκαν στο μαχαίρι ήταν του Άλκη. Τον συλλαμβάνουν αμέσως και τον οδηγούν στο δικαστήριο που τον κρίνει προφυλακιστέο. Σύντομα θα δικαστεί και θα καταδικαστεί και θα περάσει το υπόλοιπο της μίζερης ζωής του στη φυλακή. Όσο για τη Μαριέτα, εκείνη παρακολουθεί, με μάτια που μοιάζουν ήλιοι φωτεινοί, απ’ το υπερπέραν ετούτο το θέατρο του παραλόγου και δεν μπορεί να κρύψει τη χαρά της. Όλοι όσοι παρευρέθηκαν στην κηδεία, και δεν ήταν καθόλου λίγοι, ορκίζονταν μετά ότι κάποια στιγμή την είδαν να τους χαρίζει χαμόγελα πλατιά απ’ το παλάτι του θανάτου, και πώς την άκουσαν να τους λέει νοερά ότι τώρα ναι, ήταν πια ευτυχισμένη. Στην έφερα Άλκη! Πέθανα και στην έφερα. Είχα ένα θάνατο αργό, οδυνηρό, ακόμη ούτε και για σένα δε θα τον ευχόμουνα αυτόν, αλλά πέτυχα τον σκοπό μου. αυτοκτόνησα και σκότωσα εσένα. Εκείνο το μαχαίρι. Εκείνο το μαχαίρι με το οποίο μ’ απειλούσες τις προάλλες μ’ έσωσε. Από μένα κι από σένα. Το μόνο που χρειάστηκα ήταν ένα ζευγάρι γάντια και τη δύναμη να το μπήξω στο στήθος μου. Τα γάντια τα ξεφορτώθηκα νωρίς, κι εγώ ξεψύχησα αργά, νιώθοντας μιαν αμείλικτη χαρά για την επικείμενη εκδίκησή μου. Τι λες; Καλά δεν τα κατάφερα; Θα σε περιμένω!


Δημοσίευση σχολίου