Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Τα Κουράδια της Οργής

Θα συνέχιζα να ανεβάζω τις ξαναδουλεμένες εκδοχές των εγκληματικών ιστοριών μου, αλλά η Τζάκι μου ζήτησε ν' ανεβάσω κάτι εύθυμο, αφού πιότερο έχουμε ανάγκη το χαμόγελο αυτές τις μέρες. Ίσως και να έχω ανεβάσει ξανά εδώ αυτό το διήγημα, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Ιδού, λοιπόν, Τα Κουράδια της Οργής:

Κάποια μέρα θα τον εκδικηθώ. Δεν πάει άλλο η κατάσταση. Δεν αντέχω πια να μου συμπεριφέρεται τόσο άσχημα, λες και δεν είμαι κι εγώ άνθρωπος. Θα τον χτυπήσω σκληρά. Θα του βγάλω το μάτι. Θα του σκίσω το κεφάλι. Θα... Θα τον εκδικηθώ με όποιο τρόπο μπορώ. Θα τον... Θα του...
Αυτά σκεφτόταν κάθε φορά που τον έβλεπε, τον εχθρό του, ο Μανόλης. Δεν τον άντεχε τον τύπο. Καθόλου! Όχι μόνο δεν τον άντεχε, αλλά τον μισούσε κιόλας. Αυτόν μονάχα. Κανέναν άλλο στον κόσμο. Μισούσε μ’ όλο το πάθος της νεαρής του καρδιάς το καθετί απάνω του: την εξεζητημένη εμφάνισή του (έτσι δεν την είπε η μαμά;), τη μελιστάλαχτη φωνή και το ειρωνικό του χαμόγελο, μα πάνω απ’ όλα μισούσε την καλά μεταμφιεσμένη κακία του, που κανείς εκτός απ’ τον ίδιο δε φαίνονταν να διακρίνει.
Κάθε φορά που ερχόταν για επίσκεψη στο σπίτι τους, συνήθως απρόσκλητος, άναβαν τα λαμπάκια του Μανόλη – ναι, έτσι ακριβώς σαν του φίλου του τού Κύρου Γρανάζη, αλλά όχι ακριβώς. από τα νεύρα άναβαν. Μπροστά απ’ τη μαμά και τον μπαμπά του τού συμπεριφερόταν καλά, όλο έλεγε, τι χαριτωμένος που είναι!, αλλά αν τύχαινε και έμεναν για μια στιγμή μόνοι τον αποκαλούσε ηλίθιο και μυξιάρικο και κατουρλή, και τον τσιμπούσε δυνατά, με κακία. Φυσικά, δεν μπορούσε να μιλήσει σε κανέναν γι’ αυτά που συνέβαιναν, ο καημένος ο μικρός. Δυο χρονών μωρό-παιδί, τι να πει; Τι να πει για να καταλάβει ο μπαμπάς κι η μαμά, κι ο κόσμος όλος, πόσο κακός ήταν αυτός ο κύριος;
Υπέμενε, λοιπόν, καρτερικά το μαρτύριο που του ’λαχε τόσο νωρίς στη ζωή. Υπέμενε και μέσα του σιωπηλά ορκιζόταν -αν και δεν ήξερε τι ακριβώς σημαίνει αυτό- ότι κάποτε θα έπαιρνε την εκδίκησή του – κι ας μην ήξερε ούτε κι αυτή τι σημαίνει.
Ήταν μια ζεστή καθάρια καλοκαιρινή μέρα, -μάλλον Κυριακή, αφού ο μπαμπάς κι η μαμά δεν πήγαν δουλειά- και όλη η οικογένεια, οι τρεις τους δηλαδή, βρισκόταν στον μικρό όμορφό κήπο, όταν άκουσε τον ήχο από το κουδούνι. Η μαμά έσπευσε ν’ ανοίξει την πόρτα, αφού ο μπαμπάς ήταν απασχολημένος πίνοντας μπίρα και ψήνοντας κάτι στη σχάρα, ενώ ο ίδιος δεν είχε καμία απολύτως όρεξη να καλωσορίσει τους ξένους – αν ήταν τέτοιοι, δηλαδή.
Ω, δεν μπορείτε να φανταστείτε -προσπαθήστε, αν θέλετε, αλλά δε θα τα καταφέρετε- πόσο οργισμένος ένιωσε όταν είδε να ξεπροβάλλει από την πόρτα που οδηγούσε στον κήπο, στον παράδεισό του, ο καταραμένος ο εχθρός. Μην μπορώντας να αντέξει τη θέα του, έριξε μια θυμωμένη ματιά στη μαμά και τον μπαμπά, κι έτρεξε αμέσως για να κρυφτεί στο δωμάτιό του. Ξάφνου, όμως, άλλαξε γνώμη και πάτησε απότομα φρένο, στο μικροβήματο χοροπηδητό τρεχαλητό του, αφού είδε ένα πανέμορφο κορίτσι να κάνει την εμφάνισή του πίσω από τον ακατονόμαστο. Ήταν όμορφο πολύ, σαν τις νεράιδες που του λέγανε στα παραμύθια. Μια ο-πτα-σί-α! Την αγάπησε με την πρώτη ματιά κι εκείνη του ανταπόδωσε μεμιάς την αγάπη, αφού μετά από το πρώτο ξάφνιασμα, έτρεξε βιαστικά και τον αγκάλιασε και τον σήκωσε, να, ψηλά, μ’ ένα πλατύ και φωτεινό χαμόγελο στα χείλη. Για όσο θα κρατούσε εκείνη η ευτυχισμένη μέρα θα ήταν συνέχεια κοντά του, παίζοντας μαζί του, ταΐζοντάς τον, γελώντας με τα παράξενα καμώματά του – προς φρίκη του δόλιου του εχθρού, που κάθε λίγο και λιγάκι την πλησίαζε απειλητικά και της έλεγε να πάψει να σαλιαρίζει με το ηλίθιο μυξιάρικο. Σιγά να μην τον άκουγε!
Όσο για τον Μανόλη, ήταν πολύ-πολύ ευτυχισμένος. Περισσότερο απ’ ό,τι υπήρξε ποτέ στην τόσο σύντομη ζωή του. Έτρεχε ξυπόλυτος -όλοι ξυπόλυτοι ήταν- στο γρασίδι, πλατσούριζε με τα νερά μες στη μικρή πολύχρωμη παιδική πισίνα, γελούσε με την ψυχή του. Αλλά δεν ξέχασε ούτε για μια στιγμή τον εχθρό και την εκδίκηση που ορκίστηκε
Ήταν αργά πολύ το απόγευμα, όταν ένιωσε μια ακατανίκητη ανάγκη να πάει στην τουαλέτα. Κίνησε, λοιπόν, με μικρά αργόσυρτα βήματα, για τον προορισμό του, αφού πρώτα αρνήθηκε την προσφορά του κοριτσιού να τον συνοδέψει -Μόνο του... Μόνο του... της είπε- αλλά δεν έφθασε ποτέ εκεί. Κοντοστάθηκε, βλέπετε, στην είσοδο, όπου είδε αφημένα τα παπούτσια του εχθρού και της αγάπης του. Στο πρόσωπό του πήρε να ζωγραφίζεται ένα ηλιόλουστο πονηρό χαμόγελο.
Σαν πήρε να βραδιάζει, και το φεγγάρι αμόλυντο μισό άρχισε να κόβει τις βόλτες του στον μακρινό ουρανό, η συντροφιά εγκατέλειψε μαζικά τον κήπο και κίνησε για το σπίτι. Όταν έφτασαν, όμως, στην είσοδο, σταμάτησαν όλοι μαζί, σαν έκπληκτοι, σαν στ’ αλήθεια τρομαγμένοι. Την αθέλητη σιγή και τη στιγμιαία αμηχανία, ήρθε να σπάσει το αυθόρμητο κι εκκωφαντικό γέλιο του κοριτσιού, που προφανώς βρήκε το θέαμα πολύ αστείο: τα παπούτσια του εχθρού ήταν ξέχειλα από φρεσκοκαμωμένα κουράδια, ενώ απ’ τα δικά της είδε να ξεπροβάλλουν κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Ο Μανόλης, που καθότανε σε μια γωνιά, κτυπούσε με χαρά μεγάλη τα χεράκια του και γελούσε μοναχός, είχε, επιτέλους, πάρει την εκδίκησή του.


Δημοσίευση σχολίου