Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Η Απαραίτητη

Και πάλι περσινά ξινά "εγκληματικά" σταφύλια.
Καλή σας όρεξη
Του έγινε απαραίτητη! Απολύτως απαραίτητη. Χωρίς να το περιμένει. Κι έτσι όλα τα λόγια τα μεγάλα, που στη ζωή του είχε ξανά και ξανά πει, από τη μια στιγμή στην άλλη μεταμορφώθηκαν σε μεγάλες διαψεύσεις. Πόσο έξω έπεσε! Απίστευτο του φαίνεται. Κι όμως, είτε του άρεσε είτε όχι, ο Μεγάλος Μοναχικός -όπως ήθελε με ένα κάποιο στόμφο να αποκαλεί τον εαυτό του- ήτανε κι αυτός γραφτό μια μοίρα να την πατήσει. Πόσο διαφορετικός ήταν από τους άλλους ανθρώπους άλλωστε; Μάλλον λίγο, πολύ λίγο, αφού κι εκείνος πάντοτε ένιωθε την ανάγκη για λίγη συντροφιά, κι ας μην τόλμησε ποτέ του να το παραδεχτεί αυτό. Είμαι αυτόφωτος, έλεγε, δε χρειάζομαι τίποτα και κανένα. Κούνια που τον κούναγε. Τα βιβλία μου, μονάχ’ αυτά μου φτάνουν, δήλωνε κατηγορηματικά. Έλα, όμως, που δεν του έφταναν. Έλα που δεν του έφταναν και αναγκάστηκε κι αυτός, ο εγκρατής, να υποκύψει στον πειρασμό. Έλα που ετούτος, ο ανεπιθύμητος κατά τα άλλα, πειρασμός, έγινε της ζωής του ο έρωτας ο πιο μεγάλος, στερώντας του την ίδια ώρα πράγματα πολλά, που άλλοτε τον γέμιζαν!
Αχχχ, αυτή η ζωή! Αχ, αυτή η ζωή που περνάει και χάνεται αναξιοποίητη. Περνάει. Χάνεται. Αναξιοποίητη. Η ζωή. Η ζωή η δικιά του. Πρέπει να το πάρει επιτέλους απόφαση. Να τη διώξει. Να την ξεφορτωθεί. Για να ξαναβρεί τον εαυτό του. Για να αρχίσει να κολυμπάει και πάλι στη μέσα του θάλασσα. Η αλήθεια είναι πώς πέρασαν πολλά οι δυο τους, στην πλειοψηφία τους όμορφα και καλά, αλλά να, η συνύπαρξή τους ήταν κάπως μονότονη και που και που γινόταν κυκλοθυμική. Την αγαπούσε με πάθος. Τη μισούσε με ενοχές. Την αγαπούσε γι’ αυτά που του έδινε, μα τη μισούσε για τ’ άλλα, τα πολλά, που δεν του χάριζε. Του ήταν απαραίτητη, σαν την αναπνοή του την ίδια, αλλά την ένιωθε και σαν ένα στίγμα στο κορμί και στην ψυχή του. Τον αρρώσταινε βαριά και τον ανάσταινε εκκωφαντικά. Έχω ξεχάσει ποιος είμαι, της ψιθύριζε κάθε τόσο με παράπονο πικρό, ενώ εκείνη παρέμενε πεισματικά σιωπηλή, αδυνατώντας στ’ αλήθεια να τον καταλάβει – να καταλάβει αυτόν και την ιερή του τρέλα.
Τώρα, μοιάζει να τα έχει τελείως χαμένα. Όλο και παίρνει μια απόφαση και όλο και την ανακαλεί. Το μόνο που κάνει πια είναι να περπατάει πάνω κάτω, νύχτα μέρα, μέσα στο διαμέρισμα, να στριφογυρνάει δίχως να κοιμάται στα σεντόνια και να πίνει συνεχώς δίχως ν’ απολαμβάνει τα ποτά του. Νιώθει παγιδευμένος, φυλακισμένος σ’ ένα κλουβί που έκτισε ο ίδιος. Για δες ρε, πώς την πάτησες! παρατηρεί σαρκαστικά τον εαυτό του. Ναι, το ξέρει καλά, το ξέρει πώς αν τη χάσει μετά θ’ αρχίσει να νιώθει ασυγχώρητα μόνος. Αλλά, τι να κάνει; Οι φίλοι τον συμβουλεύουν ν’ αλλάξει μυαλά, ν’ ανοίξει τα μάτια και να δει τον κόσμο όπως είναι, του λένε ότι αποκλείεται να βρει ποτέ ξανά και πουθενά αλλού κάποια σαν κι εκείνη. Ε, αν δε βρω, χέστηκα, τους απαντά πεισματικά και μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο αυτός.
Η αλήθεια ωστόσο παραμένει ότι όσο περνάει ο καιρός τόσο μοιάζει να καταρρέει. Δεν μπορεί να τη διώξει, δεν μπορεί ν’ απαλλαγεί απ’ αυτήν, κι ας μην τη θέλει. Πώς να διαγράψει κανείς τόσους μήνες κοινής ζωής; Πώς; Θυμάται τα παλιά. Όχι τα πολύ παλιά, το πρόσφατο παρελθόν, προτού τη γνωρίσει. Τότε η ζήση του ήταν απλή πολύ, με τα πάνω και τα κάτω της, αλλά με ουσία. Τώρα έχει καταντήσει μια συνεχής επανάληψη, ένας αργός θάνατος. Κάθε μέρα τα ίδια πράγματα κάνει, κάθε μέρα τα ίδια άθλια συναισθήματα τον πλημμυρίζουν. Του λείπει η τρέλα κι η μοναχικότητά του. Του λείπει ο εαυτός του.
Είναι τέσσερις η ώρα το πρωί και στέκεται σκεφτικός στο μπαλκόνι, αγκαλιά με το στροφιλιζόμενο κρύο του Φλεβάρη. Το σώμα του, το άθλιο κέλυφος, το νιώθει να παγώνει, αλλά ο μέσα του κόσμος, εκείνος δα που μετράει, φλέγεται. Ήρθε η ώρα, δηλώνει αινιγματικά στο μανιασμένο αέρα, η ώρα του αποχαιρετισμού, πληροφορεί χαμηλόφωνα το γκρίζο τ’ ουρανού. Επιτέλους, πήρε την απόφασή του! Επιτέλους, θ’ αποκτήσει και πάλι την ελευθερία του, θ’ αποκτήσει και πάλι το δικαίωμά του στη ζωή. Χαμογελά. Χαμογελά πλατιά και αμείλικτα. Αρχίζει να χιονίζει. Οι νιφάδες του χιονιού έρχονται, σαν καλοί οιωνοί, να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο το αίσθημα ευδαιμονίας που τον κατακλύζει. Μπαίνει με αργόσυρτο επιτηδευμένο βήμα στο σαλόνι. Μοιάζει να χορεύει ακίνητος, τόσο αργά κινείται. Τη βλέπει, εκεί στη γωνία, να τον κοιτά μ’ ένα άδειο βλέμμα. Σ’ αγαπώ, αλλά πρέπει να φύγεις, τής λέει τελεσίδικα, μ’ ένα ελαφρύ μειδίαμα. Την πλησιάζει. Την παίρνει στην αγκαλιά του με αγάπη και την οδηγεί απαλά, σα μωρό παιδί, έξω στο μπαλκόνι. Τα στοιχεία της φύσης τους χαϊδεύουν και τους μαστιγώνουν, αλλά κανείς απ’ τους δυο τους δε φαίνεται να τα νιώθει. Σηκώνει το κεφάλι και το βλέμμα ψηλά, ανοίγει το στόμα και αφήνει να ταξιδέψει στη γλώσσα του μια νιφάδα χιονιού, προτού αφήσει να του ξεφύγει απ’ τα στήθια μια σιγαλή και παγωμένη ανάσα ανακούφισης. Λυτρώθηκες, συγχαίρει με θαυμασμό τον εαυτό του, καθώς την αφήνει να γλιστρήσει απ’ τα χέρια του, να πέσει σα βόμβα στο πεζοδρόμιο πέντε ορόφους πιο κάτω, και να γίνει χίλια κομμάτια. Η αγαπημένη του. Η απαραίτητη. Η τηλεόρασή του!
Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου