Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2008

Μια ιστορία

Κάθονται στη βεράντα του σπιτιού του, που βρίσκεται απομονωμένο, λίγα χιλιόμετρα έξω απ’ την πόλη, και βλέπουν τον ήλιο να κάνει μακροβούτι στη θάλασσα χαρίζοντας ένα μαγευτικό κροκοκόκκινο χρώμα στον ορίζοντα.
Είναι η μέρα που δε δουλεύει σήμερα και την ξόδεψε όλη μαζί του. Θα μείνει και το βράδυ. Δεν έκαναν και πολλά, αλλά ήταν μια πλήρης μέρα. Με το που έφτασε το πρωί, την πήρε απ’ το χέρι και πήγαν μια βόλτα στην ακροθαλασσιά. Ήταν πολύ νωρίς ακόμη και οι μόνοι που υπήρχαν εκεί ήταν κάποιοι ηλικιωμένοι πρωινοί κολυμβητές.
Ο ήλιος δεν είχε ζεστάνει πολύ κι έτσι κάθισαν στα βράχια σιωπηλοί, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, ατενίζοντας το απέραντο γαλάζιο που σύντομα θ’ αποκτούσε ένα χρώμα από ασήμι.

«Πως μπορώ και επικοινωνώ μαζί του τόσο πολύ, τόσο βαθιά, δίχως καθόλου λόγια;» αναρωτιόταν η Ελένη.
Την ίδια απορία είχε κι εκείνος. Ήταν εννιά χρόνια μεγαλύτερός της, έζησε πολλά, άλλαξε πολλές δουλειές, έκανε πολλά ταξίδια, έφτασε στις δικές του κορυφές και έπεσε, όπως του αρέσει, με πάταγο, είχε κι ένα διαζύγιο στο ενεργητικό του, γνώρισε πολλές γυναίκες από διάφορες χώρες, αλλά καμιά σαν εκείνη, καμιά σαν την Ελένη. «Αυτή είναι!» σκέφτηκε απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή που μίλησε μαζί της, «Αυτή είναι!»
Καθισμένοι, λοιπόν, στα βράχια δεν αντάλλαζαν λέξη. Απλά χαίρονταν την ομορφιά της φύσης και ζέσταινε ο ένας τον άλλο με την παρουσία του. Τα κύματα πού και πού τους έβρεχαν τα πόδια, αλλά και οι δυο δεν έμοιαζαν να το αντιλαμβάνονται. Ήταν σα να βρίσκονταν σε κάποιο άλλο, φανταστικό κόσμο, ένα κόσμο ολόδικό τους.
Σαν πήρε να πυρώνει ο ήλιος, σηκώθηκαν και περπάτησαν για λίγο στην παραλία. Οι πρώτοι καλοκαιρινοί εραστές της θάλασσας είχαν ήδη αρχίσει να καταφθάνουν. Συνέχισαν να περπατούν σιωπηλοί για αρκετή ώρα και να απομακρύνονται όλο και πιο πολύ από το πλήθος, που θα κάποτε θα ερχόταν, με κατεύθυνση κάποιο ορισμένο και απόμερο σημείο. Σαν έφτασαν μπροστά σε ένα τεράστιο βράχο, που έμοιαζε σχεδόν βουνό, εκείνος σταμάτησε.
«Έχω κάτι να σου δείξω!»
«Τι;»
«Είναι έκπληξη!»
Κρατώντας την απαλά απ’ το χέρι την οδήγησε μέσα απ’ τα ρηχά νερά στην άλλη πλευρά του βράχου, όπου υπήρχε μια σπηλιά. Μπήκαν μέσα. Το φως που έφτανε από την είσοδο ήταν αρκετό για να βλέπουν σχετικά καλά το εσωτερικό της.
«Υπάρχει ένας μύθος γι’ αυτό το μέρος,» της είπε. «Μέσα σ’ αυτή εδώ, λέει, τη σπηλιά, συναντιόνταν κάποτε, πριν χρόνια πολλά, κάθε μέρα, δυο νέοι άνθρωποι που ήταν πολύ ερωτευμένοι. Αλλά ανάμεσα στις οικογένειές τους υπήρχε μια παλιά βεντέτα, που δε θα τους άφηνε ποτέ να πορευτούν μαζί στη ζωή. Όμως, ο ένας δεν μπορούσε να ζήσει δίχως τον άλλο, κι έτσι συναντιόντουσαν εδώ κρυφά και κάναν έρωτα. Μια μέρα, όμως κάποιος καλοθελητής, που τους είδε μια νυχτιά μαζί, πήγε και τα είπα όλα χαρτί και καλαμάρι στις οικογένειές τους, κάνοντας τη ζωή γι’ αυτούς ένα μαρτύριο. Έκαναν πολλή καιρό χώρια ο ένας απ’ τον άλλο, αλλά ο έρωτας ήταν σαν μαχαίρι, που τους έκλεβε τη ζωή μέρα με τη μέρα. Τελικά, κάποια φορά ο νέος κατάφερε και της έστειλε ένα μήνυμα, λέγοντάς της να το σκάσει το βράδυ απ’ το σπίτι και να πάει να τον συναντήσει στην σπηλιά τους, σε τούτη τη σπηλιά. Έτσι κι έγινε. Πήγε, τον βρήκε, κι έκαναν έρωτα για τελευταία φορά. Την επομένη το πρωί μόλις κατάλαβαν οι δικοί της ότι έλειπε το κορίτσι απ’ το σπίτι, έσπευσαν εδώ για να τη βρούνε. Και τη βρήκανε. νεκρή, γυμνή κι αγκαλιασμένη, με τον επίσης νεκρό αγαπημένο της. Τ’ αριστερό του χέρι άγγιζε απαλά ένα καταματωμένο μαχαίρι. Από τότε η βεντέτα ανάμεσα στις δυο οικογένειες έσβησε, αλλά αφού είχε κι αυτή πρώτα βαφτεί με αίμα. Η σπηλιά αυτή, Ελένη, είναι το μνημείο του έρωτά τους!»
Παρέμεινε να τον κοιτά για αρκετή ώρα σιωπηλή. Προσπαθούσε να διαβάσει στα μάτια του αν η ιστορία που της διηγήθηκε ήταν αληθινή ή κάποιο από τα πολλά δημιουργήματα της φαντασίας του.
«Είσαι καλός παραμυθάς,» του είπε.
«Τα παραμύθια μου, όμως, είναι αληθινά.»
«Το ξέρω! Το ψυχανεμίστηκα...»
Από εκείνη την ημέρα και μετά θα του ζητούσε συχνά να της πει κάποια ιστορία, συνήθως για τα ταξίδια του, για τους τόπους και τους ανθρώπους που γνώρισε. Για τον πόνο που ντύνεται χαρά και για τη χαρά που στολίζεται με τα μαύρα της κατάθλιψης χρώματα.

Απόσπασμα από ένα μυθιστόρημα που άρχισα να γράφω πριν τρία χρόνια, μα δεν κατάφερα να τελειώσω ποτέ. Η φωτογραφία κλεμμένη από δω...
Δημοσίευση σχολίου