Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009
Του Αγίου Βαλεντίνου
Η χθεσινή ημέρα ήταν στ’ αλήθεια η καλύτερή του. Η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Εδώ και χρόνια ήταν η καλύτερή του. Εδώ και εφτά χρόνια για να είμαστε ακριβείς. Όχι, δεν ήταν ερωτευμένος, όχι αυτός, προς θεού, απλά είχε κάνει κατάληψη στην ψυχή του ένα πάθος, που έπαιρνε σάρκα και οστά τη συγκεκριμένη ημέρα. Να, αγαπούσε την αγάπη, ακριβώς όπως κι εκείνος ο διάσημος αλήτης του ντάρμα, ο Τζακ Κέρουακ.
Κάθε φορά, λοιπόν, που ήταν η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου, έπαιρνε άδεια απ’ τη δουλειά για να ικανοποιήσει το πάθος του, που δεν ήταν άλλο από το να χαρίσει ένα δώρο ακριβό και στη φύση του μοναδικό, σ’ ένα ερωτευμένο άγνωστό του ζευγάρι. Έτσι, έβγαινε κάθε φορά απ’ το πρωί, με το πρώτο σχεδόν φως της μέρας, έξω στους δρόμους της απρόσωπης πόλης στην αναζήτησή του. Τριγυρνούσε σε καφετέριες και σε πλατείες, σε μαγαζιά και σε σταθμούς του Μετρό, σε σχολές και σε τράπεζες, ακόμη και σε δημόσιες υπηρεσίες και νοσοκομεία, και παρατηρούσε από κοντά τους ανθρώπους, τους παραμόνευε, τους παρακολουθούσε, προσπαθώντας να βρει το ιδανικό ζευγάρι, εκείνο που θα ευεργετούσε. Όχι, δεν του έκανε ένα οποιοδήποτε ζευγάρι. Το δώρο του ήταν ακριβό. Δε θα το έδινε σ’ όποιον κι όποιον. Δε θα το χάριζε εύκολα και προτού το σκεφτεί καλά κι ακριβοδίκαια.
Τα προηγούμενα χρόνια στάθηκε πολύ τυχερός, αφού βρήκε πολύ εύκολα αυτούς που αναζητούσε. Αλλά ετούτη τη φορά όλα έμοιαζαν διαφορετικά. Λες κι ο κόσμος είχε αλλάξει ριζικά μέσα σε δώδεκα μόλις μήνες. Κατήφεια, οργή, βιασύνη, άγχος, πρόσωπα μοναχικά, ψυχρά κι αδιαπέραστα, αντίκριζε όπου κι αν έστρεφε το βλέμμα. Μα, που πήγε η αγάπη; αναρωτιόταν. Που πήγε; Κοιτούσε παντού, κοιτούσε με πόνο ψυχής και βαθιά αγωνία, αλλά δεν την έβλεπε πουθενά.
Ο χρόνος πήρε να περνά απελπιστικά γρήγορα. Η λιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα άρχισε να μικραίνει και στο διάβα του χρόνου να χάνεται. Οι πιθανότητες να πετύχει το στόχο του έμοιαζαν στιγμή τη στιγμή να μειώνονται, να λιγοστεύουν. Λίγο έλειψε να τον πιάσει κι αυτόν, που ξεκίνησε την ημέρα του μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, η κατάθλιψη. Αλλά, συγκράτησε τον εαυτό του, του επιβλήθηκε, κατάφερε να του δώσει κουράγιο. Περίμενε να βραδιάσει, κι όλα θ’ αλλάξουν προς το καλύτερο, τον έπεισε. Κι είχε δίκιο. Απόλυτο!
Σαν πήρε να νυχτώνει είδε την πολύβουη βρωμονεφόσκεπη πόλη σιγά σιγά ν’ αλλάζει πρόσωπο. να φοράει ένα πιο ζεστό, πιο τρυφερό, πιο όμορφο και φωτεινό. Όταν τα πρώτα ερωτευμένα ζευγαράκια άρχισαν να κάνουν δειλά-δειλά την εμφάνισή τους, ένιωσε μια έντονη αίσθηση ευδαιμονίας να χρωματίζει τον αέρα, να του αλλάζει την πνοή. Κι έτσι, πήρε τα πάνω του. Ευτυχώς! ψιθύρισε στον εαυτό του. Ευτυχώς θα μπορούσε να δώσει και φέτος σε κάποιους εκλεκτούς το ακριβό του δώρο.
Πήρε να περπατά νωχελικά αργά, επιφανειακά άσκοπα, αλλά σχεδόν επιτηδευμένα, στους άτσαλα και δίχως αρμονία υπερφωτισμένους δρόμους της πόλης. Που και που καθόταν σε κάποιο παγκάκι για να χαζέψει δήθεν αδιάφορα τους περαστικούς, στεκόταν μπροστά από καμιά βιτρίνα ή και έμπαινε σ’ ένα οποιοδήποτε μπαράκι για ένα ποτό. Το κυνήγι είχε αρχίσει και τώρα πια δε βιαζόταν. Ήταν σίγουρος πώς όλα θα πήγαιναν καλά, όπως πάντα, ότι ο χρόνος ήταν με το μέρος του. Θα τους βρω! Θα τους βρω σύντομα τους αιώνια ερωτευμένους μου, ψιθύριζε στον εαυτό του και χαμογελούσε με ικανοποίηση.
Ξόδεψε δυο ή τρεις ή τέσσερις ώρες έτσι -ποιος τις μετράει;- αλλά στο τέλος εντόπισε το στόχο του, ή μάλλον τους στόχους του, το ιδανικό ζευγάρι. Ήταν δυο νέοι φτωχοί που κάθονταν σ’ ένα παγκάκι και γιόρταζαν με τα λιτά τους μέσα την επέτειο. Εκείνη ήταν μικροκαμωμένη, με σγουρά μαλλιά και λεπτό πρόσωπο και με μάτια μεγάλα καστανά, που ακτινοβολούσαν. Εκείνος έμοιαζε αρκετά μεγαλύτερος, κοντοκουρεμένους και με κοιλίτσα και με μάτια μαύρα, αδιαπέραστα, ωστόσο στη θέα της τρυφερά. Εξωτερικά έμοιαζαν αταίριαστοι, από μέσα τους όμως ήταν ένα. Με την πρώτη ματιά κατάλαβε ότι αυτοί δεν είχαν τίποτ’ άλλο να μοιραστούν στον κόσμο ετούτο, παρά την αγάπη τους. Ήταν ερωτευμένοι κι αυτό τους έφτανε, τίποτ’ άλλο δε ζητούσαν. Ήταν ερωτευμένοι κι αυτό του έφτανε. Αυτοί ήταν οι τυχεροί. Αυτούς έψαχνε όλη μέρα. Ήταν οι εκλεχτοί. Γι’ αυτούς θα γινόταν ο μέγας ευεργέτης.
Στάθηκε για ώρα πολλή μισοκρυμμένος σε μια σκοτεινή γωνιά και τους περίμενε. Κάποτε, μάλλον αργά παρά νωρίς, τους είδε να σηκώνονται αγκαλιασμένοι, σιωπηλοί, και να φεύγουν. Πήρε να τους ακολουθεί αθέατος, από απόσταση. Η βόλτα ήταν μακρινή και τους οδήγησε σ’ ένα κάπως απομονωμένο και παράταιρα ήσυχο μικρό πάρκο, που έμοιαζε απόλυτα εγκαταλειμμένο, εκείνο το κρύο και σκοτεινό χειμωνιάτικο βράδυ. Κρύφτηκε πίσω από κάποια δέντρα που μύριζαν καυσαέριο, περιμένοντας να δει που ακριβώς θα πήγαιναν. Εκείνοι, ανυποψίαστοι για την παρουσία του, κάθισαν και πάλι σ’ ένα μοναχικό και λίγο νοτισμένο παγκάκι και αφέθηκαν με όλο τους το είναι στου έρωτα τα μοναδικά τα χάδια. Σε λίγο, κι αφού το βλέμμα του λούστηκε φως στη θέα του πάθους τους, άρχισε σιγά-σιγά κι εντελώς αθόρυβα να τους πλησιάζει από πίσω. Πολύ σύντομα ήταν τόσο κοντά που μπορούσε ν’ ακούσει καθαρά τις κοφτές και καυτές τους ανάσες να ξεφεύγουν σαν τραγούδι ψιθυριστό και σα θρίαμβος απ’ τα νεανικά τους στήθια. Τότε ήταν που έβαλε το χέρι απαλά, σχεδόν τελετουργικά, στην τσέπη, έβγαλε το περίστροφο και τους πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής. Έπεσαν νεκροί, με τα πρόσωπα ακόμη ενωμένα ακόμη με πάθος, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Εκείνος παρέμεινε να τους παρατηρεί για μια στιγμή μ’ ένα τρυφερό χαμόγελο στα χείλη και μια αδιόρατη τρέλα στο βλέμμα. Ένιωθε το μέσα του να γεμίζει τώρα με μια ισοπεδωτική ικανοποίηση. Τα κατάφερε και φέτος. Έδωσε κι ετούτη τη φορά το μονάκριβό του δώρο σε δύο ανθρώπους. Τους χάρισε την αιώνια, την δίχως ψέματα και ψεγάδια, την απόλυτη αγάπη. Τους έντυσε με το πέπλο της αθανασίας.
Ναι, η χθεσινή μέρα ήταν η καλύτερή του.
Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009
Σαν Αποχαιρετισμός
Και να που οι τρεις μήνες κύλησαν σαν νερό και χάθηκαν σαν τίποτα, στο πουθενά, όπως όλα. Λες και ήταν μόλις χθες που έφτασα εδώ. Λες και το ξεμπλοκάρισμά μου και η συγγραφή της «Ερωτοδίνης» και η επανασυγγραφή της «Απολογίας της Μήδειας» δεν κράτησαν παρά δυο μόλις στιγμές, που τέλειωσαν πριν μία.Σχεδόν θολές, σαν όνειρο, είναι τώρα οι αναμνήσεις από την Τσιανγκ Μάι. Νιώθω σάμπως για δώδεκα βδομάδες απλά καθόμουνα πάνω σ’ ένα σύννεφο και παρακολουθούσα το χρόνο να περνά. Κι όμως, κάθε άλλο παρά σπαταλημένος ήταν ο χρόνος αυτός. Έγραψα πολύ, διάβασα πολύ, γνώρισα νέους ανθρώπους, έμαθα καινούρια κόλπα, έπεσα λίγο, σηκώθηκα πολύ, εκνευρίστηκα και χαμογέλασα, μίλησα λίγο, άκουσα πολύ.
Στην τελική χαρές μονάχα έζησα εδώ, πολλές μικρές-μικρές χαρές (και μία θλίψη, που μου ήρθε από μακριά), και τώρα ετοιμάζομαι για την επιστροφή σ’ ένα τόπο που απ’ της καρδιάς μου τα βάθη αγαπώ, σε μια ζωή που ποτέ δεν μπόρεσα να συνηθίσω. Το μόνο που εύχομαι, καθώς ετοιμάζω για άλλη μία φορά τις αποσκευές μου, είναι να μπορέσω να κρατήσω την ορμή. Την ορμή που μ’ έσπρωξε σε πέντε βδομάδες να γράψω ένα βιβλίο, σε πέντε μέρες να ξαναγράψω ένα μονόλογο.
Θυμάμαι ακόμη, αν και αμυδρά, εκείνη τη μέρα που τέλειωσα την «Ερωτοδίνη». Ανταλλάζαμε απ’ το πρωί μηνύματα με τη θαλασσιά Μαρίνα και της έλεγα «σε τρεις μέρες τελειώνω το βιβλίο.» Κι εκείνη απορούσε: «Μα πώς μπορείς να ξέρεις;» Ήξερα, επειδή, έως εκείνη την ώρα, δούλευα σχεδόν με πρόγραμμα, έγραφα κατά μέσο όρο δυο χιλιάδες λέξεις καθημερινά. Εκείνο που δεν ήξερα ήταν ότι εκείνη την ημέρα θα είχα, αυτό που λένε, ρέντα και μέχρι το βράδυ θα έγραφα πεντέμισι χιλιάδες λέξεις, οδηγώντας έτσι, αβίαστα και με χαρά μεγάλη την ιστορία στο τέλος της. Κι ύστερα θα ένιωθα πολύ-πολύ ανακουφισμένος. Και μετά θ’ ακολουθούσε η αναπόφευκτη πτώση, αφού θα έχανα πια οριστικά κάποια απ’ τα φιλαράκια μου -της ζωής και της φαντασίας- με τα οποία ταξίδευα εδώ και εννιά χρόνια.
Αλλά κι εκείνη η πτώση δεν θα κρατούσε για πολύ καθώς, λίγες μέρες μετά θα ξανάπιανα στα χέρια μου την αγαπημένη Μήδεια, την ιστορία της οποίας θα αφηγούμουν και πάλι αιρετικά, κάνοντάς την ωστόσο λίγο πιο πλούσια, λίγο πιο ζωντανή.
Σαν τέλεψα και μ’ αυτή ήμουνα σίγουρος ότι τώρα πια θα ένιωθα απόλυτα άδειος, πώς δεν θα μπορούσα να καταπιαστώ με τίποτ’ άλλο, αλλά η μοίρα τα θέλησε αλλιώς, έτσι σύντομα θα πιάσω ξανά στα χέρια μου μια ιστορία παλιά κι αγαπημένη – μια ιστορία που ήταν αιχμάλωτη για καιρό πολύ κι ασφυκτιούσε, και θα της χαρίσω την ελευθερία της, θα τη βοηθήσω ν’ αναπνεύσει και πάλι, θα προσπαθήσω μέσα απ’ αυτή να δείξω την ομορφιά που κρύβεται πίσω απ’ τον πόνο, τη δύναμη πίσω απ’ τη θλίψη, τη ζωή πίσω απ’ το θάνατο. Χθες το βράδυ έμαθα τα νέα, κι ένιωσα μεγαλύτερη χαρά απ’ αυτή που με πλημμύρισε όταν τέλειωσα την «Ερωτοδίνη». Επιτέλους, σκέφτηκα. Επιτέλους, θα κλείσω όλους τους παλιούς λογαριασμούς.
Τελικά, παρόλες τις δυσκολίες που υπήρχαν και εξακολουθούν να υφίστανται, όλα πήγαν καλά. Η προηγούμενη χρονιά τέλειωσε όμορφα, η νέα άρχισε υπέροχα. Κι είμαι σίγουρος ότι τα καλύτερα έπονται.
Μ’ αυτές τις σκέψεις, αγαπημένη μου... Τσιανγκ Μάι, σ’ αποχαιρετώ! Κάποια μέρα, σίγουρα, τα μονοπάτια μας θα συναντηθούνε και πάλι.
Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009
Σ' αγαπώ απελπισμένα ΙΙ
Μόνο όταν κάναμε έρωτα ένιωθα ότι ζω πραγματικά, έπαιρνα ζωή απ’ τη ζωή του, φλόγα απ’ τη φλόγα του και απελευθερωνόμουν, έσβηνα το παρόν και το παρελθόν, απλά ήμουνα εγώ, και ήμουνα ευτυχισμένη. Τι όμορφο, τι θεϊκό πράγμα είναι το να σβήνει κανείς μέσα στον άλλο, να παίρνει φως απ’ το φως του, ανάσα απ’ την ανάσα του! Θύμησες, γλυκιές μου αναμνήσεις. Αλλά, μη νομίζει κανείς ότι ήταν όλα πάντα μέλι γάλα μεταξύ μας. Είχαμε και τους καυγάδες μας, καυγάδες μυθικούς - μα, κάπως ψεύτικούς θαρρώ - για πράγματα σημαντικά κι ασήμαντα, για τον τρόπο που έβλεπε ο καθένας μας απ’ τη δικιά του σκοπιά τη ζωή. Εκείνος πάντα αισιόδοξος, γαλήνιος, επέμενε με πάθος ότι η ζωή είναι ωραία, ένα ποίημα. Εγώ, αντίθετα δεν την έβλεπα με ρόδινα χρώματα. Οργιζόμουνα για χίλια δυο πράγματα, ήμουνα απαισιόδοξη. ‘Για δες που μας πάνε ρε οι άνθρωποι,’ κραύγαζα κάθε φορά που γινόταν λόγος για την παγκοσμιοποίηση, έβγαζα παθιασμένους λόγους για τη φτώχεια που επικρατεί αλλού… Εκείνος; Εκείνος με κοιτούσε μ’ ένα λιγάκι συγκαταβατικό χαμόγελο και μου έλεγε: ‘Εύκολο είναι να διαμαρτύρονται οι βολεμένοι, με τα κινητά τους τηλέφωνα, τους υπολογιστές, τα αυτοκίνητά τους και τις καταθέσεις στην τράπεζα, ειδικά όταν έχουν μπροστά τους ένα πιάτο γεμάτο φαϊ, ποτό, και οργίζονται μ’ αυτά που βλέπουν στη μικρή οθόνη…’ Ω, πόσο σε μισούσα - πόσο τον μισούσα - εκείνες τις στιγμές. Με κτυπούσε εκεί που πονούσα, αλλά πονούσα στ’ αλήθεια; δεν ξέρω. Του άρεσε να μιλά συνέχεια για τους επαγγελματίες επαναστάτες του σήμερα, τους βολεμένους του αύριο. Μου άνοιγε τα μάτια, αλλά με εξόργιζε. Τον αγαπούσα με πάθος, αλλά έτρεμα στην ιδέα ότι μπορούσε κάθε στιγμή, με τα πιο απλά του λόγια να με πληγώσει, και μάλιστα χωρίς να το θέλει. Τρελό, δεν είναι; Δεν μπορώ να πω με σιγούρια αν μαζί του πέρασα πιότερο καλές ή άσκημες στιγμές, εκείνο που ξέρω είναι ότι οι καλύτερες μου αναμνήσεις είναι απ’ την εποχή που ήμασταν ένα. Την εποχή εκείνη που μου χάριζε απλόχερα την αγάπη του, χωρίς να ζητά τίποτα από μένα, την εποχή που είχα δίπλα μου κάποιο στον οποίο δεν υπήρχε ανάγκη να μιλήσω για να με καταλάβει, που μπορούσε να με παρηγορήσει δίχως λόγια, να ζεστάνει την ψυχή μόνο και μόνο με την παρουσία του. Δεν ξέρω πόσοι και πόσες έχουν ζήσει κάτι τέτοιο, αλλά λέω με το χέρι στην καρδιά ότι, αν μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω, δε θα έκανα τα ίδια λάθη, δε θα τον έδιωχνα, δε θα τον έχανα. Τις στιγμές που ζήσαμε μαζί δεν τις αλλάζω με τίποτα, αλλά μετανοιώνω για τις στιγμές που έχασα τόσο καιρό μακριά του.
Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009
Για τον καλύτερό μας -όπως λένε- φίλο

Η συνέχεια αυτής της συγκλονιστικής -με τον τρόπο της- ιστορίας στην Κόκκινη Κίσσα
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009
Η Ζωή
Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009
Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009
Με χιούμορ κι επί τόπου
Ο μόνος τρόπος για να ξεφορτωθείτε ένα πειρασμό είναι να υποκύψετε σ’ αυτόν.
Όσκαρ Ουάιλντ
Δυο πράγματα δεν έχουν τέλος: Το σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία, αν και δεν είμαι σίγουρος για το πρώτο.
Άλμπερτ Άινσταϊν
Η φιλία είναι σαν το χρήμα, εύκολα βρίσκεται, δύσκολα κρατά.
Σάμουελ Μπάτλερ
Αγάπη: Η προσωρινή παράνοια που γιατρεύεται με το γάμο!
Άμπρος Μπίερς
Αν κάποιος κλέψει τη γυναίκα σου δεν υπάρχει καλύτερη εκδίκηση από το… να τον αφήσεις να την κρατήσει.
Σάσια Γκίλτρι
Ευτυχία: Να ’σαι με την τέλεια γυναίκα.
Δυστυχία: Τέτοια γυναίκα δεν υπάρχει!
Άσημος
Η πραγματικότητα είναι μια παραίσθηση που οφείλεται στην έλλειψη αλκοόλ.
Όσκαρ Ουάιλντ
Τα καλύτερα πράγματα στον κόσμο είναι ανήθικα, παράνομα ή βαριά φορολογημένα.
Όσκαρ Ουάιλντ
Μάθαινε από τα λάθη των άλλων… δε θα ζήσεις αρκετά για να τα κάνεις όλα.
Ανώνυμος
Ποτέ μην αναβάλλεις για αύριο, ό,τι μπορείς να κάνεις μεθαύριο!
Μαρκ Τουέιν
Διγαμία σημαίνει να έχεις μια γυναίκα περισσότερη. Μονογαμία το ίδιο.
Όσκαρ Ουάιλντ
Η συμβουλή μου είναι παντρέψου: Αν βρεις μια καλή σύζυγο θα ’σαι ευτυχισμένος. Αν όχι, θα γίνεις φιλόσοφος.
Σωκράτης
Ένας άντρας δεν είναι ολοκληρωμένος μέχρι να παντρευτεί. Τότε είναι τελειωμένος!
Τσα Τσα Γκαμπόρ
- Θέλω να σου χαρίσω τον εαυτό μου.
- Συγνώμη, δε δέχομαι φτηνά δώρα.
Ανώνυμος
- Αν σ’ έβλεπα γυμνή θα πέθαινα ευτυχισμένος.
- Αν σ’ έβλεπα γυμνό θα πέθαινα απ’ τα γέλια.
Ανώνυμος
Πρώτα ο θεός έφτιαξε τους ηλίθιους. Εκείνο το έκανε για εξάσκηση. Μετά έφτιαξε τα σχολικά συμβούλια!
Μαρκ Τουέιν
Οι κύκνοι τραγουδούν πριν πεθάνουν, και δε θάταν άσχημο πράγμα αν ορισμένα άτομα πέθαιναν πριν να τραγουδήσουν.
Κόλριτζ
Δεν είσαι ποτέ πολύ μεγάλος για να μάθεις κάτι βλακώδες.
Ανώνυμος
Η πλειοψηφία των συζύγων μου θυμίζει ουραγκοτάγκο που προσπαθεί να παίξει βιολί.
Μπαλζάκ
Για να έχετε καλή φήμη, να δίνετε δημόσια και να κλέβετε κρυφά.
Χένρι Σο
Μπορείς να πάρεις περισσότερα με μια καλή κουβέντα κι ένα όπλο, παρά με μια καλή κουβέντα μονάχα.
Αλ Καπόνε
Τα μυστικά της ζωής είναι η ειλικρίνεια και η τιμιότητα. Αν μπορέσεις να τα πλαστογραφήσεις αυτά θα πιάσεις την καλή.
Γκρούτσο Μαρξ
Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009
Τα Ναι σου και τα Όχι μου
Είδα μια φωτογραφία παλιά που βγάλαμε μαζί
Και θυμήθηκα.
Θυμήθηκα μια νύχτα αθόρυβη σε κήπο ανοιξιάτικο
Και μας
Να καθόμαστε αγκαλιά σ’ ένα παγκάκι ξύλινο
Στο πέρασμα του χρόνου φθαρμένο.
Θυμήθηκα του κορμιού σου το ρίγος
Των ματιών σου τη φλόγα που φώναζε Ναι,
Το Όχι το δικό μου.
«Σε ποθώ μα δε σε θέλω!» σου είπα,
Και με κοίταξες απορημένη.
«Είσαι παράξενος άνθρωπος,» δήλωσες
Προτού κρυφτείς και πάλι στης αγκαλιάς μου την ασφάλεια.
Παράξενος άνθρωπος!
Ναι, ήμουν,
Στα μάτια τα δικά σου
Αφού ποτέ σου δεν κατάλαβες...
Δεν κατάλαβες ότι τότε ήσουν τα πάντα για μένα...
Ήσουν τα πάντα για μένα,
Γι’ αυτό απομακρυνόμουν.
Έφευγα μα ήμουν πάντα εκεί,
Βλέποντας κι αποφεύγοντας το βούρκο στο οποίο κολυμπούσες,
Δίνοντάς σου ένα χέρι βοήθειας κάθε φορά που το ’χες ανάγκη,
Και λέγοντας ξανά και ξανά Όχι,
Σ’ αυτά που επιθυμούσες.
Ήμασταν τόσο ίδιοι, καλή μου, τόσο διαφορετικοί.
Εγώ αγαπούσα τη ζωή,
Εσύ αγαπούσες να τη βλέπεις να φεύγει...
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009
Για την Αγάπη
Αυγουστίνος
Δεν είσαι συ ποτιστικό
νερό, που τ’ αγοράζουν
για να ποτίσουν τις σπορές
πλούσιο καρπό να δώσουν.
Σα μια αγιάτρευτη πληγή
σε νιώθω εντός μου, αγάπη
που μελωδικά αιμορραγείς…
Κορνάτο Νάλε Ρόξλο
Η αγάπη είναι τα πάντα. Είναι το κλειδί της ζωής, και οι επιρροές της είναι αυτές που κάνουν τον κόσμο να γυρίζει.
Ραλφ Ουάλντο Έμερσον
Όταν κανείς αγαπά μια γυναίκα, είναι γι’ αυτόν η καλύτερη πάνω στη γη.
Λέων Τολστόι
Μια και τον αγαπώ πρέπει να θυσιάσω τα πάντα για να του το αποδείξω.
Ντοστογιέφσκι
Θρησκεία της ανθρωπότητας είναι η αγάπη.
Αθηναγόρας
Είναι αδύνατον ν’ αγαπάς και νάσαι σοφός.
Φράνσις Μπέικον
Θες ν’ αγαπήθείς; - Τότε μην αφήσεις την καρδιά σου να παρεκκλίνει από το μονοπάτι της! Παρέμεινε αυτός που είσαι τώρα. Μην είσαι τίποτα που δεν είσαι.
Έντγκαρ Άλαν Πόε
Όταν κανείς δε σ’ αγαπά είναι περιττό να ζεις σ’ αυτόν τον κόσμο.
Μαξίμ Γκόρκι
Με την αγάπη μου βρίσκομαι ήδη δίπλα σου. Η αγάπη μου φτερουγίζει κι έρχεται σε σένα πριν να φτάσει το σώμα μου. Όταν είμαι μακριά σου μοιάζω με πουλί ταριχευμένο. Εσύ κρατάς στα χέρια σου τα σπλάχνα την καρδιά και τις σκέψεις μου.
Λεονόρα Κάρινγκτον
Κάθε μέρα σε αγαπώ περισσότερο. Σήμερα περισσότερο από χθες, λιγότερο από αύριο.
Ρόζεμουντ Γκέραρντ
Ο χειρότερος πόνος είναι ν’ αγαπάς μάταια.
Αβραάμ Κρόλεϊ
Πως σε λαχτάρησε η χαρά μου
κι η θλίψη μου, κι η μοναξιά μου…
Σιγή του ονείρου βασιλεύει
καθώς η Αγάπη με χαϊδεύει…
Μαρία Φάλαγγα
Δεν είναι να υπάρχεις. Δεν είναι ν’ αγαπάς. Είναι να υπάρχεις και να αγαπάς!
Ανώνυμος
Είμαι μέσα στην αγάπη και η αγάπη μέσα σε μένα.
Μάικλ Ντρέιτον
Το μίσος παραλύει τη ζωή. - Η αγάπη την απελευθερώνει. Το μίσος προκαλεί σύγχυση στη ζωή. - Η αγάπη φέρνει αρμονία. Το μίσος ρίχνει σκοτάδι στη ζωή. - Η αγάπη φως!
Μάρτιν Λούθερ Κινγκ
Μια καρδιά που αγαπά είναι η πιο αληθινή σοφία.
Τσαρλς Ντίκενς
Το ν’ αγαπάς κάποιον είναι σα να βλέπεις το πρόσωπο του θεού.
Β. Ουγκό
Η αγάπη είναι ανώτερη από τη ζωή. Η αγάπη είναι το στεφάνι της ζωής.
Ντοστογιέφκσι
Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009
Στην Κύπρο τα Αιωνόβια Δέντρα γοργοπεθαίνουν...
...Και όχι μόνο αυτά. Η είδηση απ' το χθεσινό φύλλο της κυπριακής εφημερίδας Πολίτης:Σβήνουν ελέω των φθορών που επιφέρει ο χρόνος και της ανθρώπινης αδιαφορίας τέσσερα αιωνόβια δέντρα στις κοινότητες Αυδήμου και Κισσούσα, της επαρχίας Λεμεσού
Πολίτες με περιβαλλοντική συνείδηση καταβάλλουν προσπάθειες για την προστασία αιωνόβιων δέντρων και την κήρυξή τους σε μνημεία της φύσης. Απηύθυναν ήδη εκκλήσεις προς το Τμήμα Δασών, χωρίς όμως μέχρι στιγμής χειροπιαστά αποτελέσματα.
Πρόσφατα, ο βουλευτής του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών Γιώργος Περδίκης, κοινοποίησε επιστολή στο Τμήμα Δασών για να γίνει γνωστή η τύχη των αιωνόβιων δεντρών.
Στο επίκεντρο των προσπαθειών βρίσκεται ένας τρέμιθος - γίγαντας στην Κισσούσα των Κρασοχωριών, με ηλικία που ξεπερνά τα 600 έτη και ο οποίος βρίσκεται στην είσοδο του χωριού, πλάι από την εκκλησία των Αγίων Σέργιου και Βάκχου. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του, αρκεί να αναφέρουμε ότι η περίμετρος του φτάνει τα 4.32 μέτρα, το ύψος του ξεπερνά τα δέκα μέτρα και αποτελεί σημείο αναφοράς, αντιληπτό ακόμη και από το google earth.
Όπως υποδεικνύει ο Μιχάλης Ονησιφόρου, το αιωνόβιο δέντρο χρίζει άμεσης φροντίδας για να μην καταρρεύσει. Όσες προσπάθειες όμως έχει καταβάλλει μέχρι στιγμής η κοινοτάρχης του χωριού Μαρούλα Σολομωνίδου, δεν απέδωσαν αποτέλεσμα.
Άλλα τρία στην Αυδήμου
Στην Αυδήμου ακόμη τρία αιωνόβια δέντρα περιμένουν προστασία από το κράτος. Πρόκειται για μια τεράστια ελιά, με περίμετρο 8.70 μέτρα και ακόμη δύο δέντρα γίγαντες που ανήκουν στο είδος prosopis chilensis και τα οποία εισήχθησαν στην Κύπρο από τους Άγγλους, πριν 80 περίπου χρόνια. Πρόκειται για ένα θηλυκό και για ένα αρσενικό δέντρο, τα οποία βρίσκονται το ένα δίπλα στο άλλο και έχουν περίμετρο που ξεπερνά τα τρία μέτρα. Είναι ένα είδος που σπάνια συναντάται στην Κύπρο και φύεται κυρίως στη Χιλή. Τα δέντρα κινδυνεύουν να καταρρεύσουν, ενώ ήδη σε σημεία που έχουν γίνει επεμβάσεις εκκρίνουν υγρά και έχουν πάρει επικίνδυνη κλίση.
Η απάντηση
Στην απαντητική του επιστολή, το Τμήμα Δασών αναφέρει προς τον Γιώργο Περδίκη ότι είναι εις γνώσιν του η ύπαρξη των τεσσάρων δέντρων και πως για τα δύο από αυτά ήδη έχουν σταλεί επιστολές στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως για την προώθηση της έκδοσης διατάγματος προστασίας. Πρόκειται για τον "τρέμιθο" στην Κισσούσα και την ελιά στην Αυδήμου. Στη διαδικασία όμως αυτή παρατηρείται μεγάλη κωλυσιεργία, αφού η μεν πρόταση για τον τρέμιθο εκκρεμεί εδώ και τρία χρόνια, ενώ για την ελιά της Αυδήμου μόλις πρόσφατα έχει κατατεθεί.
Όσον αφορά τα άλλά δύο δέντρα, το μέλλον δεν προδιαγράφεται ευοίωνο, αφού στο παρελθόν το Τμήμα Δασών έχει απορρίψει εισήγηση πολίτη για την κήρυξή τους σε διατηρητέα, με τη δικαιολογία ότι πρόκειται για ξενικά είδη και θεωρείται ότι πληρούν τα κριτήρια για να κηρυχθούν διατηρητέα. Όμως, όπως διευκρινίζει, επειδή δεν παύουν να είναι αξιόλογα, θα εξεταστεί η δυνατότητα συντήρησής τους, την οποία, όπως παραδέχεται το Τμήμα Δασών, χρειάζονται επειγόντως.
Ο Μιχάλης Ονησιφόρου είναι φίλος από τα παλιά και έχει αναλάβει μια μοναχική εκστρατεία για διάσωση όχι μόνο των αιωνόβιων δέντρων, αλλά των δέντρων και της φύσης γενικά. Για να μάθετε τι πράγματα και θαύματα συμβαίνουν στο όνομα της ανάπτυξης στη Νήσο των Αγ(ρ)ίων, επισκεφτείτε την ιστοσελίδα του...
Το σκίτσο είναι του Στάθη από την Ελευθεροτυπία
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009
Της ψυχής μονόλογος
Δεν θυμάμαι αν τον έχω ανέβασει εδώ ξανά αυτόν τον γραμμένο πριν από εφτά χρόνια μικρό μονόλογο, αλλά όταν τον βρήκα τυχαία στ' αρχείο μου πριν λίγο, δεν αντιστάθηκα καθόλου στον πειρασμό να τον αναρτήσω. με φίλο και παρηγοριά μου το ποτό
και κοιτώ ένα νυχτερινό ουρανό
χωρίς αστέρια.
Μαζί με σένα απ’ τη ζωή μου
χάθηκαν κι αυτά
όπως και κάθε τι το όμορφο
αφού ο ομορφιά συνδέθηκε στην ψυχή μου
με την παρουσία σου
μια ψυχή που έχει μείνει λειψή.
Νόμιζα ότι αυτή τη φορά δε
θα με άγγιζε ο πόνος
αλλά έπεσα τόσο έξω.
Τώρα παραδέρνω σα βαρκούλα
σε φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Εσύ ήσουν και είσαι το λιμάνι μου
το μόνο που δεν είσαι πια εδώ
και νιώθω να γίνομαι θλιβερός ναυαγός
στ’ αχνάρια της θύμησής σου.
Προσπαθώ να αδειάσω το κεφάλι μου
από κάθε σκέψη αλλά
εσύ τριγυρίζεις κει μέσα σαν ένας στρόβιλος
στρόβιλος που παρασύρει τα πάντα
στο πέρασμά του και μ’ αφήνει κουρέλι.
Κι εγώ, ο πάντα χαμογελαστός
και αισιόδοξος, έχω τώρα αφεθεί
σε μια ανείπωτη θλίψη.
Νιώθω σαν ένας ζωντανός νεκρός
που ψάχνει ένα ψίχουλο ζωής
για να τολμήσει να δει ξανά
τον κόσμο αυτό κατάμματα.
Για μια ακόμη φορά δεν ζω
απλά επιβιώνω περιμένοντας εκείνη την ώρα
αν είναι να ’ρθει
που θα ’μαστε και πάλι μαζί
δυο ψυχές σε ένα ονειρόκοσμο.
Δεν ξέρω τι έφταιξε
δεν ξέρω αν έφταιξα σε κάτι
αλλά, εκείνο που ξέρω είναι ότι
είσαι η ψυχούλα μου και χωρίς
εσένα τα χρώματα χάνονται οι μουσικές
σταματούν και τα λόγια χάνουν
το νόημά τους.
Ετούτος ο πόνος που μου κεντά τώρα
τις αισθήσεις το δάκρυ που δε λέει
να τρέξει αλλά που κάποτε θα γίνει χείμμαρος
και θα με πνίξει, να, ετούτα δω μου λένε
ότι είμαι άνθρωπος και αγαπώ
και σαν άνθρωπος πονώ
μου λένε να μην το βάλω κάτω
να χαμογελάσω και πάλι…
Τα χαμόγελά μου όμως ήταν όλα για σένα
ήσουνα ο λόγος που υπήρχα
που ανέπνεα που δημιουργούσα.
Τώρα ο κόσμος σα να ’χει πια σταματήσει
για με να γυρίζει κι η έμπνευση χάθηκε.
Δε θέλω να γράφω αν δεν είσαι η μούσα μου
δε θέλω να ακούω μουσικές αν δεν τις ακούς μαζί μου
δε θέλω να χαμογελώ αν δεν είναι για σένα
δε θέλω να ονειρεύομαι αν δεν είμαι δίπλα σου
δε θέλω να αντικρύζω την ομορφιά μονάχος μου
δε θέλω…
Εκείνο που θέλω είναι να γίνουμε και πάλι ένα
όπως πάντοτε ήμασταν χωρίς
καν να γνωριζόμαστε
θέλω να πραγματοποιήσουμε μαζί τα όνειρά μας
να γίνουμε ο ένας το δεύτερο φτερό του αλλουνού
και να πετάξουμε στους ουρανούς της
ομορφιάς που μόνο εμείς ξέρουμε
να δούμε τον ήλιο κατάμματα και αψηφόντας
κάθε εμπόδιο να ανυψωθούμε πέρα
από το νοητό τούτο κόσμο που μόνο
σαν Ανόητος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί
να χαραξούμε το σημάδι μας στην άμμο
του χρόνου να ζήσουμε την κάθε μέρα
σαν να ’ναι η τελευταία.
Δεν έχω ιδέα τι πρόκειται να συμβεί
στο μέλλον, εκείνο που ξέρω όμως είναι
ότι στο μέλλον που αρχίζει τούτη δα τη στιγμή
θέλω να ’μαι μαζί σου για να
μοιραστούμε κάθε λύπη και χαρά
για να ανακαλύψουμε την απόλυτη ουσία
της κοινής μας ψυχής…
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009
Το Τέλος
Κάθεται δίπλα του -ήσυχα, σιωπηλά- στο κρεβάτι και τον κοιτά, λίγο τρυφερά λίγο σκεφτικά, πολύ λυπημένα, καθώς κοιμάται, τον άντρα της. Αυτόν, δηλαδή, που ήταν ο άντρας της για τα τελευταία τρία όμορφα και άσχημα χρόνια. Όταν τον πρωτογνώρισε η Αλεξία ένιωσε για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο σίγουρη ότι ο Πέτρος ήταν, ή τουλάχιστον θα γινόταν, ο άντρας της ζωής της, ότι μ’ αυτόν θα έφτιαχνε κάποτε, πολύ σύντομα, μια μεγάλη οικογένεια, πώς μαζί του θα ξόδευε πολλά χρόνια υπέροχα και θα γερνούσε. Ο χρόνος, ωστόσο, ο μέγας κατεργάρης, ήρθε για να της διαλύσει τ’ όνειρο, για να την ξυπνήσει στη σκληρή πραγματικότητα, να τη λυτρώσει απ’ τις μάταιες ψευδαισθήσεις. Πώς γελάστηκε έτσι; Πώς πιάστηκε τόσο κορόιδο; Πώς και δεν μπόρεσε να τον διαβάσει από την αρχή, να καταλάβει ποιος πραγματικά είναι;
Ήσουν ηλίθια, μικρή! κακίζει τον σπαραγμένο της εαυτό και χαμογελά πλατιά ειρωνικά για να ρίξει λίγο φως στο δόλια θλίψη της. Και τώρα τι; Τι θα κάνει; Ξέρει... Ξέρει πολύ καλά τι πρέπει να κάνει. Τώρα όλα θα τελειώσουν. Κάλλιο αργά παρά αργότερα, όλα πρέπει να τελειώσουν. Πριν λίγο έκαναν έρωτα -αν μπορούσε ν’ αποκαλέσει κανείς έρωτα αυτό που συνέβηκε- πριν λίγο τα κορμιά τους ενώθηκαν βίαια για στερνή φορά. Το τέλος, το οριστικό, απέχει πια μια μονάχα ανάσα.
Κι όμως, κάπου βαθιά μέσα της τον αγαπά ακόμη τον Πέτρο, αυτό τον άντρα που της πλήγωσε τόσο πολύ το νιο σώμα, που της χαράκωσε τόσο βαθιά την ευαίσθητη ψυχή. Τον αγαπά για όλα εκείνα που της χάρισε τις πρώτες μέρες του έρωτά τους, του χρωστά το ξύπνημα του κορμιού της, την εισαγωγή του σ’ ένα νέο υπέροχο κόσμο, γιομάτο αισθήσεις και παραβατικότητα. Τον αγαπά, αλλά πρέπει να τον αποχωριστεί. Τον αγαπά αλλά δεν πρέπει να τον ξαναδεί. Δεν αντέχει πια άλλο πόνο, δεν αντέχει άλλο δάκρυ κι αγωνία, δεν αντέχει μέσα στην τραχιά του αγκαλιά άλλη μοναξιά.
Θα μου λείψεις, αγάπη μου! του ψιθυρίζει απαλά και απλώνει με μια ανήσυχη κίνηση το αριστερό της χέρι για να του χαϊδέψει τα μαλλιά. Θα μου λείψεις, αλλά πρέπει να φύγω...
Θυμάται για λίγο τα παλιά, τότε που τον γνώρισε. Θυμάται πόσο καλός ήταν με τα λόγια ο Πέτρος, πώς την έριξε μόνο μιλώντας, πώς την ανέβασε ξανά και ξανά στους εφτά ουρανούς μέσα από λέξεις κάλπικες, μα τόσο ωραίες, που της χάιδευαν τ’ αυτιά, που της έκλειναν τα μάτια. Θυμάται ακόμη την πρώτη εκείνη φορά που τα κορμιά τους πήραν να γνωρίζουν το ένα το άλλο στο κρεβάτι, την αψεγάδιαστη γλύκα του έρωτά τους. Θυμάται όλες εκείνες τις μικρές και μεγάλες στιγμές που χρωμάτιζαν άλλοτε την κοινή τους ζωή.
Γιατί τ’ άφησες όλ’ αυτά να χαθούν; τον ρωτά δειλά, σιωπηλά. Τι σ’ έκανε ν’ αλλάξεις τόσο και να μου κάνεις τη ζωή μαρτύριο; Μα, άλλαξε στ’ αλήθεια; Για τούτο δα δεν είναι καθόλου σίγουρη. Μάλλον πάντοτε έτσι ήταν, ένα άθλιο κάθαρμα, ένα τομάρι, ο αγαπημένος της, απλά αυτή δεν το έβλεπε. Ήταν ένα κάθαρμα που κάθε τόσο την χτυπούσε άγρια, που συχνά πυκνά την έπαιρνε με τη βία, που την απειλούσε κάθε ώρα και στιγμή, κάθε που την έβλεπε, πώς αν τολμούσε να τον παρατήσει θα τη σκότωνε – έτσι απλά, θα τη σκότωνε. Ναι, ήταν ικανός να το κάνει, δεν είχε καμία αμφιβολία γι’ αυτό η Αλεξία, έτσι δεν τον εγκατέλειψε, έμεινε μαζί του πονώντας, έμεινε μαζί του όσο μπορούσε, σαν ένα άψυχο αντικείμενο, σαν κάποιο ανθρώπινο κουρέλι. Αλλά... Αλλά, τώρα πια έφτασε στα όριά της και τα ξεπέρασε. Ράγισε. Έπρεπε να βάλει ένα τέλος, σε όλα, εδώ και τώρα – προτού δειλιάσει, προτού αλλάξει για μια ακόμη φορά γνώμη και μείνει κλεισμένη, φυλακισμένη, στα κάτεργα που της έκτισε κάποια μέρα απόμακρη και θολή, σαν ανάμνηση σκουριασμένη, ο έρωτας.
Αχ, ρε Πέτρο. Αχ... Αναστενάζει βαθιά, με παραίτηση. Την πήρε πια την απόφασή της, αυτή τη φορά δε θα κάνει πίσω. Δεν μπορεί να κάνει πίσω. Πρέπει να ζήσω, σκέφτεται. Τον παρατηρεί φευγαλέα. Τα μαύρα του μαλλιά, τα καλοξυρισμένα μάγουλα, τα κλειστά του μάτια που τον ταξιδεύουν σε κάποιους μακρινούς κόσμους ονειρικούς ή και στο πουθενά. Αφουγκράζεται την ανάσα του. Σκύβει και τον φιλά ανάλαφρα στο μέτωπο. Σηκώνεται απ’ το κρεβάτι και ντύνεται με μια νωχελική αποφασιστικότητα. Μαζεύει όπως όπως τα πράγματά της και τα χώνει σε μια μεγάλη τσάντα. Κοιτάζεται στον καθρέφτη. Μια ανομολόγητη πίκρα σκιάζει τα μάτια και τα χείλη της, το πρόσωπό της μοιάζει σχεδόν άχρωμο, παγωμένο. Ωστόσο είναι όμορφη. Ναι, είναι όμορφη και νέα πολύ. Μπορεί να σβήσει με μια μονοκοντυλιά το παρελθόν, μπορεί να αγκαλιάσει και πάλι τη ζωή, να γνωρίσει ίσως την ευτυχία. Προσπαθεί να χαμογελάσει μια σταλιά, να δώσει στον εαυτό της κουράγιο, αλλά αυτό δε συμβαίνει. Σφίγγει τα δόντια. Σφίγγει τις γροθιές. Επιβάλλεται στον εαυτό της. Πλησιάζει ξανά στο κρεβάτι κι αρχίζει να ψάχνει τα ρούχα του που είναι πεταμένα στο πάτωμα. Βγάζει από τη θήκη το υπηρεσιακό του ρεβόλβερ και το οπλίζει απαλά, όσο πιο αθόρυβα μπορεί. Κοντοστέκεται αναποφάσιστη, σκεφτική, αλλά όχι για πολύ. Ακουμπά απαλά το όπλο στον κρόταφό του και τον πυροβολεί. Ο ήχος, τα αίματα, την τρομάζουν, την πανικοβάλλουν για μια στιγμή, αλλά σύντομα συνέρχεται. Το τέλος! μονολογεί ανακουφισμένα και παίρνει να γελά, σχεδόν υστερικά. Και μετά, τον κοιτά για τελευταία φορά. Αν δεν ήταν το αίμα και το σπλάτερ σκηνικό θα νόμιζε κανείς πώς κοιμάται. Μα, όντως κοιμάται, για πάντα. Κρύβει το όπλο στην τσάντα και βγαίνει με βήματα αποφασιστικά έξω στο φως, στη ζωή, στον ήλιο που για τόσο καιρό λαχταρούσε, αλλά δεν μπορούσε ν’ αγκαλιάσει. Υπέροχη μέρα. Υπέροχη. Όλη η φύση μοιάζει να γιορτάζει. Στ’ αυτιά της φτάνει η ηχώ των λουσμένων στο ασήμι κυμάτων και το τραγούδι των γλάρων.
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ










