Δευτέρα 30 Ιουνίου 2008

Ο Αγαπητικός της Γης

Το πιο κάτω σύντομο διήγημα το έγραψα μόλις μισή ώρα πριν και είναι ήδη ένα από τα λίγα αγαπημένα μου. Θέλει δουλειά ακόμη, αλλά κι έτσι "φτωχό" μου αρέσει...


Παράξενος άνθρωπος έγινε ο Χαραλάμπης τώρα που γέρασε. Ή, μάλλον παράξενος πάντα ήτανε, αλλά να, τώρα κάπου το παρατραβά. Από τότε που έχασε τη γυναίκα του, από τότε που έπαψαν τα πόδια του να τον στηρίζουν με αποτέλεσμα να μην μπορεί να καλλιεργεί τη γη, άρχισε να γίνεται όλο και πιο δύσθυμος, όλο και πιο απόμακρος, να τα βάζει με όλους και με όλα.
Δεν είναι πώς έχασε τα χωράφια και τα δέντρα του -όχι, όλα τα έχει- είναι που δεν μπορεί πια να τα φροντίζει ο ίδιος, είναι που δεν έχει τις δυνάμεις να πιάσει την τσάπα και να δουλέψει, είναι που μιλά σ’ αυτιά κουφών, κοιτώντας σε μάτια τυφλών.
Τι λέει; Για τη γη μιλάει. Τη σκοτώνουμε τη γη μας, την εγκαταλείπουμε! μονολογεί στον καφενέ πρωί και νύχτα και πού και πού δακρύζει. Εμείς φταίμε για όλα. Εμείς που δεν την καλλιεργούμε πια. Εμείς που δε χαράζουμε με τ’ αλέτρια το χώμα για ν’ αναπνεύσει. Γι’ αυτό δεν βρέχει.
Αυτά λέει, κι άλλα πολλά, κι οι περισσότεροι τον κοιτούνε λυπημένα, κι οι λίγοι με αμίλητη συγκατάβαση. Πάει, τρελάθηκε ο Χαραλάμπης! σκέφτονται, μα δεν το λένε. Τον σέβονται ακόμα. Όπως τον σέβονταν από πάντα. Αφού από μικρός πολύ ήτανε δουλευταράς και ντόμπρος άνθρωπος ο δόλιος, καλός, κι ανοικτοχέρης, πέρα από τα συνηθισμένα.
Πολλοί έφαγαν φαΐ απ’ το πιάτο του, πολλοί δέχτηκαν τη βοήθεια του χωρίς ποτέ να τη ζητήσουν, πολλοί τον παράτησαν όταν δεν είχαν πια την ανάγκη του. Αλλά, αυτός ποτέ του δεν παραπονέθηκε για τίποτα, δεν είπε λόγο κακό για κανένα. Ακόμη κι όταν έχασε την κυρά του απ’ την αρρώστια δεν βαρυγκώμησε – ήρθε η ώρα της, είπε και την αποχαιρέτησε τρυφερά, με τα γέρικά του μάτια δακρυσμένα, όπως της έπρεπε.
Μόνο για τη γη, λοιπόν, θρηνεί, για τον καθημερινό της θάνατο δακρύζει. Αλλά, κανείς δεν ακούει το μοιρολόι του. Ή, ίσως, μονάχα τα πουλιά. Μονάχα αυτά τα θαυμαστά πλάσματα του θεού τον καταλαβαίνουν, καθώς κάθε απόγιομα που πηγαίνει κούτσα-κούτσα, σ’ ένα απ’ τα χωράφια του και κάθεται -κρύβεται σχεδόν- στην κουφάλα μιας ελιάς γριάς σαν την ιστορία, αυτά μαζεύονται στα κλαδιά από πάνω του για να του χαρίσουν ένα τραγούδι, για να του πούνε ότι συμφωνούν μαζί του, για να του δώσουν κουράγιο να συνεχίσει για λίγο ακόμη να ζει.
Τότε θυμάται τα παλιά –όπως και σήμερα, όπως και τώρα. Θυμάται τα ρυάκια που ολόχρονα διέτρεχαν τη γη του. θυμάται τους αγώνες εκείνου και της κυράς του μες στη βροχή, για να σώσουν τα ζα τους απ’ την ορμή του μεγάλου ποταμού, που κατέβαινε ορμητικός κάθε χειμώνα. θυμάται τη μυρωδιά του χώματος – την αληθινή του μυρωδιά. θυμάται τις πολλές μικρές του καλλιέργειες: τις ντοματιές, τις αγγουριές, τις πιπεριές και τις κολοκυθιές του, τα μποστάνια με τα καρπούζια και τα ολόφρεσκα λάχανά του. Όλα τα θυμάται. Όλα όσα έχασε. Όλα όσα δε θα ξαναρθούνε.
Νιώθει την ανάσα του πού και πού να βγαίνει βαριά, άλλοτε ξεθυμασμένα. Νιώθει οργή και αγαλλίαση. Χαμογελά στο χθες, δακρύζει στο αύριο, το οποίο προβλέπει μαύρο. Ευτυχώς, σκέφτεται, ευτυχώς που δε θα προλάβω να το ζήσω. Τα δάκρυά του πέφτουν καυτά, χαράζοντας τα μονοπάτια τους μέσα από ρυτίδες σοφίας, ποτίζοντας το εδώ και καιρό διψασμένο χώμα με την ουσία του.
Αγγίζει τη γη, τη νιώθει. Ξερή είναι. Και στην επιφάνεια, αλλά και πιο βαθιά. Σκύβει πιο χαμηλά. Γέρνει. Ξαπλώνει κατάχαμα και μοιάζει να προσπαθεί ν’ αφουγκραστεί τις αναπνοές της μάνας. Δεν ακούει τίποτα. Συγχώρεσέ μας! της ψιθυρίζει, μα δεν περιμένει απάντηση. Να τους συγχωρέσει, γιατί;
Είναι βλάκες, μονολογεί, είναι αχάριστοι. Δεν βλέπουν, δεν εκτιμούν, δεν καταλαβαίνουν. Κακίζει τους άλλους. Τους κακίζει από μέσα του. Ως πότε; αναρωτιέται. Ως πότε θα συνεχίσει η γη να μας επιτρέπει να την καταστρέφουμε; Ως πότε θα αντέξει τα άχρηστα ανθρωπάκια, που είμαστε, να τη διαφεντεύουν; Ας ήτανε να σκιζότανε τώρα στα δύο. ας ήτανε να μας καταπόντιζε όλους με δυο κατακλυσμούς κι ένα σεισμό. ας ήτανε... Ω, καταραμένοι να ’μαστε...
Η οργή του τον πνίγει. Θέλει να φωνάξει, να βγάλει μια άναρθρη κραυγή μπας και ξυπνήσει τον κόσμο, θέλει να τους πάρει όλους με τα χαστούκια, να ρίξει μπουνιές με τους άρχοντες αυτού του κόσμου, αλλά του λείπουν οι δυνάμεις. Η φωνή του μετά βίας ακούγεται, με το ζόρι μπορεί και κρατεί στο χέρι του το μπαστούνι. πώς να γίνει απειλητικός; Ξόφλησε!
Πάει, Χαραλάμπη, έφαγες τα ψωμιά σου, είναι πια καιρός να φύγεις και ν’ αφήσεις τους άλλους να ζήσουν μέσα στα σκατά που τους κληρονόμησες, σκέφτεται κάθε τόσο και πικρά χαμογελά.
Εδώ κι εκατό σχεδόν χρόνια περπατάει πάνω σε τούτη τη γη, ο γέρος αγαπητικός της. Για εκατό χρόνια τη λάτρεψε με περίσσιο πάθος, με ιερή μανία, και παλιά ήτανε σίγουρος ότι έτσι θα τη λάτρευαν κι οι επόμενες γενιές, αυτές που θα ’ρχονταν, αυτές που δε θα γνώριζε. Να, όμως, που τα πράγματα άλλαξαν. Να, που η αγαπημένη του με κάθε λειψή ανάσα πλησιάζει όλο και πιο πολύ προς τον αμετάκλητο προορισμό της, το θάνατο – όπως και κείνος.
Τουλάχιστον όταν πεθάνω θα με θάψουν μέσα σου! ψιθυρίζει στη μάνα και με πολύ δυσκολία σηκώνεται από χάμω, ακουμπάει στο μπαστούνι του με κόπο και με βήματα αργά σα μαρτύριο κινάει για τον καφενέ. Για να μιλήσει και πάλι στους κουφούς, για να προσπαθήσει να κάνει τους ασυγχώρητα τυφλούς να δούνε. Αυτό είναι το τάμα του, αυτή η αποστολή του. τού αγαπητικού της γης!

Σάββατο 28 Ιουνίου 2008

Η καλοσύνη του ξένου

Εκείνος ο ξένος έμοιαζε να μη μοιάζει, να είναι διαφορετικός πολύ απ’ τους άλλους, κάπου πιο απόμακρος, γι’ αυτό και πιο αληθινός. Δεν άρχισε τα γλυκόλογα και τα καλοπιάσματα απ’ την πρώτη στιγμή που την είδε. Άργησε ασυγχώρητα να το κάνει, εδώ που τα λέμε, κι αυτό την ξένισε πολύ στην αρχή, την έκανε μ’ έκδηλη αγωνία να απορεί, αφού -όπως και να το κάνουμε- ήταν όμορφη και γλυκιά πολύ, η ομορφότερη απ’ όλες. Πώς μπορούσε αυτός να αντισταθεί στη γοητεία της, ε; Πώς;.
Η αλήθεια είναι ότι όταν τον πρωτοείδε δεν τον συμπάθησε καθόλου. Δεν περίμενε τίποτα απ’ αυτόν και μάλλον ούτε κι εκείνος απ’ την ίδια, αφού έδειχνε να αγνοεί εντελώς την παρουσία της. Ωστόσο, σαν άρχισε σιγά-σιγά να περνά ο καιρός, σαν πήρε να μαθαίνει τα λιγοστά του κουσούρια και ν’ αντιλαμβάνεται, με έκπληξη, πόσο στ’ αλήθεια καλόβολος ήταν, έφτασε να τον αγαπήσει. Όχι πως η αγάπη της ήταν ακριβώς άδολη, αλλά ήταν όντως αγάπη.
Έτσι, άρχισε να τον επισκέπτεται όλο και πιο συχνά, να κάθεται μαζί του σιωπηλή, ν’ ακούει με έκδηλο θαυμασμό, αλλά όχι και πολύ ενθουσιασμό, τις ιστορίες του, ν’ απολαμβάνει μαζί του κάποια παλιά καλά τραγούδια. Τη γαλήνευε η γαλήνη του προσώπου του, η ηρεμία των κινήσεών του, την έκαναν ευτυχισμένη τα μικρά, αλλά πολύ-πολύ σημαντικά δωράκια που συχνά πυκνά και μ’ ένα πλατύ χαμόγελο της χάριζε. Βρήκα τον άνθρωπό μου, σκεφτόταν με μια χαρά, που έμοιαζε να βγαίνει από μέσα της βαθιά, σαν ηχώ απερίγραπτης ικανοποίησης. Βρήκα τον άνθρωπό μου!
Όσο για κείνον, ημέρα με την ημέρα, άρχισε να απολαμβάνει όλο και περισσότερο την απρόσμενη, αλλά τόσο ευπρόσδεκτη πια, συντροφιά της. Εκτιμούσε το γεγονός ότι έδειχνε σεβασμό για το χώρο και το χρόνο του, πώς δεν τον έβγαζε ποτέ απ’ τους ρυθμούς του, το ότι γνώριζε την αξία της σιωπής. Λες και είχε υπογραφεί μεταξύ τους ένα νοητό συμβόλαιο, μια γλυκιά μυστική συμφωνία, όπου τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη βεβαίωναν ότι θα άφηνε το ένα το άλλο να είναι πραγματικά ο εαυτός του.
Ξόδεψαν αμέτρητες ώρες μαζί, γαλήνιες κι όμορφες, σα νυχτερινές μουσικές. Ο καιρός κυλούσε γρήγορα, σα γάργαρο δροσερό νερό, σ’ ένα ήρεμο κρυμμένο στης φύσης το πράσινο, ρυάκι. Ο χρόνος που απέμενε για να μοιραστούν οι δυο τους άρχισε επικίνδυνα να λιγοστεύει, αλλά αυτό μόνο εκείνος το ήξερε. Όχι, δεν της είπε ότι σύντομα θα έφευγε, δεν το έκανε η καρδιά του, έτσι στα καλά καθούμενα, να την πληγώσει. Και όχι, δεν μπορούσε να την πάρει μακριά μαζί του αφού, παρ’ όλα αυτά που τους ένωναν, εκείνος ήταν απ’ τη φύση του ελεύθερο πουλί, ένας αιώνιος κι αμετανόητος ταξιδευτής, και κανένας και τίποτα -ούτε καν η αγάπη- δε θα στέκονταν εμπόδιο στην απόφαση να συνεχίσει το δρόμο του.
Έτσι, κάποτε, με αργά αλλά εκκωφαντικά βήματα το καλοκαίρι έφθασε, τα βράδια μίκρυναν, οι μέρες μεγάλωσαν, οι μουσικές και η σιωπή πνίγηκαν στα στίφη των δόλιων τουριστών – ήρθε η ώρα να φύγει. Μη μπορώντας τους πολλούς συναισθηματισμούς και τις αχρείαστες εξηγήσεις -που συνήθως τον έφερναν σε δύσκολη θέση- δεν της το αποκάλυψε μέχρι την τελευταία στιγμή, δίνοντάς της ταυτόχρονα και με πολλή αγάπη, ένα ακόμη από τα δωράκια-έκπληξη, που τόσο αγαπούσε.
Δεν έδειξε να αντιδρά. Είτε το είχε διαισθανθεί και περίμενε απλά να συμβεί, είτε οι άμυνές της μπήκαν αμέσως σε λειτουργία. Ήταν, εξάλλου, ο μόνος τρόπος για να αντέξει το μέσα της, για να επιβιώσει. Εκείνος, ωστόσο, ένιωσε τον πόνο της. Λυπήθηκε για τη λύπη της, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να την ανακουφίσει, να την απαλύνει λίγο. Η μοίρα του τον καλούσε σ’ ένα νέο ταξίδι, κι αυτός, όπως πάντα άλλωστε, ένιωθε την υποχρέωση, την ανάγκη να την υπακούσει.
Προτού φύγει, ίσως για πάντα, της έβγαλε μερικές φωτογραφίες για να κρατήσει την εικόνα της ζωντανή στη μνήμη του, για να συνεχίσει να θαυμάζει την ομορφιά της έστω από μακριά. Να, αυτές κοιτάει τώρα και πλατιά χαμογελά. Πριν λίγο πήρε ένα e-mail από τη Ντα, την αφεντικίνα της Ναμ, όπου τον πληροφορούσε ότι η αγαπημένη του σκυλίτσα μόλις γέννησε τρία χαριτωμένα κουταβάκια. Στο ένα απ’ αυτό, μάλιστα, θα έδιναν το όνομά του. Επιτέλους, κατέκτησε την αθανασία!

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008

Αγαπητέ Κανένα

Μέρες νωχελικές είναι ετούτες οι λίγο ζεστές του Ιουνίου. Παραδόξως τώρα -σε σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν- δεν έχω όρεξη να κάνω απολύτως τίποτα, αν και όλο και κάτι κάνω. «Πρέπει να αδειάσω,» σκέφτομαι ξανά και ξανά, για να μπορέσω ν’ αρχίσω και πάλι να γράφω, αλλά, από την άλλη, έτσι κι αλλιώς «άδειος» είμαι, ή, τουλάχιστον έτσι νιώθω.
Με ανάγνωση, EURO, ταινίες και βόλτες ξοδεύω το χρόνο μου, μέχρι να δω... φως.
Εκτός απροόπτου στις αρχές της επόμενης βδομάδας υπογράφω για την έκδοση της «Δεύτερης Ζωής» στην Ελλάδα, ενώ σκέφτομαι να «σκοτώσω» και μια συλλογή διηγημάτων εδώ στην Κύπρο. Μ’ έχει τυλίξει στα δίχτυά της μια περίεργη εμμονή ότι πρέπει ν’ αρχίσω να «ξεφορτώνομαι» τα παλιά μου κείμενα για να προχωρήσω. Παραξενιές!
Σε ό,τι αφορά την ανάγνωση, για πρώτη φορά μετά από χρόνια και ζαμάνια, διαβάζω δυο βιβλία ταυτόχρονα: το “Saving Faith” του David Baldacci και το The Golden Compass του Philip Pullman. Απολαυστικά και τα δύο.
Κατά τα άλλα, Βίβα Εσπάνια, κι ένα καλό σαββατοκύριακο να ’χετε.

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008

Η Πόρνη της Τσιανγκ Μάι

Με ρώτησε κάποια φορά, καθώς καθόμασταν στη βεράντα της -μια νύχτα ολοφέγγαρη και φωτεινή- και πίναμε καλό κόκκινο κρασί, αν υπήρξε ποτέ στη ζωή μου άλλη γυναίκα που να με κατάλαβε, που να με διάβασε τόσο καλά όσο η ίδια. Ναι, της αποκρίθηκα και πήρα να της διηγούμαι την ακόλουθη ιστορία:

«...Την Πιν, στις αρχές, απλά την παρακολουθούσα, προσεκτικά αλλά από απόσταση. Μοναχά εκείνη, για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο, ξεχώρισα ανάμεσα στις δεκάδες πόρνες που κυκλοφορούν στα μπαράκια και τα καραόκε, στους δρόμους και τα κλαμπς στην Τσιανγκ Μάι. Μου άρεσε ο τρόπος της, των ματιών της το παιχνίδισμα, το προκλητικά ιδιόρρυθμο στιλ της. Δεν το έπαιζε παρθένα κι ερωτευμένη. Όταν έβαζε κάποιον άντρα στόχο έμπαινε κατ’ ευθείαν στο ψητό, χωρίς ψευτοντροπαλοσύνες και υπεκφυγές, δεν προσπαθούσε να πουλήσει στους ξένους αγάπη και φροντίδα και τα λοιπά τραγικά. Ήταν πόρνη, και έμοιαζε περήφανα να το φωνάζει, να το διαλαλεί. Όπως και νάχει, μια από εκείνες τις πολύ σπάνιες βραδιές που παραδόξως δε βρήκε γκόμενο, ήρθε κουνιστή και λυγιστή εκεί που καθόμουνα στο μπαρ, άραξε δίπλα μου και μου παράγγειλε μια μπύρα Τσιανγκ. Αρνήθηκα! Ήθελα Λίο! Αλλά, δεν αυτό το θέμα. Το θέμα είναι ότι ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που είδα κάποια ντόπια, πόρνη ή μη, να κερνά ποτό σε κάποιον άγνωστο, που δεν ήταν γκόμενος, άντρας ή πιθανός στόχος της. Με κέρασε Λίο.
Ευχαριστώ για τη μπύρα, αλλά δεν είμαι διαθέσιμος, της είπα.
Το ξέρω, απάντησε και μου χαμογέλασε σχεδόν ειρωνικά. Και καλά να μου κάνει, δηλαδή, αφού της είπα κάτι που ήδη γνώριζε.
Μιλήσαμε για αρκετή ώρα, ήπιαμε τα ποτά μας, γελάσαμε με τους ξένους που την πατάνε άγρια με κάποια γυναίκα που τους προκύπτει άντρας, παίξαμε και τα μπιλιάρδα μας. Απίστευτα φιλικά και ήσυχα όλ’ αυτά, σε μια μπυραρία που σύντομα θα κατέβαζε τα ρολά της . Στις τέσσερις το πρωί χώρισαν οι δρόμοι μας.
Το επόμενο βράδυ τη βλέπω να καταφθάνει και πάλι εκεί κατά τα μεσάνυχτα, να θρονιάζεται δίπλα μου και να με φιλά στο μάγουλο.
Δε βρήκες ούτ’ απόψε γκόμενο; τη ρώτησα πειραχτικά.
Θα βρω! απάντησε μ’ αυτοπεποίθηση.
Επέτρεψέ μου να σε βοηθήσω.
Έτσι αρχίσαμε, οι δυο μας παρέα, να εξετάζουμε προσεκτικά με τη σειρά όλους τους υποψηφίους στόχους και να ξεσκαρτάρουμε. Ο ένας σε δύο ώρες είχε πιει μόνο μια μπύρα και κοιτούσε συνεχώς το ρολόι του, άρα δεν έκανε. Ο άλλος ήταν πενηντάρης, που ήθελε να δείχνει πιο νέος, αλλά τελείως ανασφαλής. Ήτανε κι ένας γλυκούλης γάλλος, αλλά μου είπε ότι δεν της άρεσε να παριστάνει τη μαμά. Μ’ αυτά κι αυτά, και ύστερα από αρκετή ώρα, καταλήξαμε σ’ έναν αγγλοθρεμμένο ιταλό, που τηρούσε όλες τις εργοστασιακές προδιαγραφές: είχε άφθονο χρήμα, θα έμενε στην πόλη για πολλή καιρό -όπως μου είπε καθώς παίζαμε μπιλιάρδο- ενώ ένιωθε κι έντονη την ανάγκη για μια γυναικεία συντροφιά.
Αυτός είναι ό,τι πρέπει, της ψιθύρισα, καθώς καθόμουν δίπλα της. Τον παρατήρησε για λίγη ώρα, όπως καθόταν στην απέναντι γωνία, (του άρεσε το Σάνγκσομ -ντόπιο ρούμι- και το μπιλιάρδο, και μισούσε να χάνει – ο παιχταράς), τον μέτρησε με το βλέμμα, αποφάσισε τι στρατηγική θ’ ακολουθούσε, και πολύ σύντομα θα του την έπεφτε προτού ο ίδιος καλά-καλά προλάβει να καταλάβει από που του ήρθε.
Μισή ώρα αργότερα, κι αφού η Πιν, που ήταν και πρώτη στέκα, καθάρισε εν ριπή οφθαλμού το μισό πίνακα με τα ονόματα εκείνων που περίμεναν να παίξουν, βρέθηκε να τον αντιμετωπίζει.
Άφησέ τον να κερδίσει, της ψιθύρισα στ’ αυτί περνώντας από δίπλα της, κατευθυνόμενος προς της αγίας μπύρας το αποθετήριο.
Και το έκανε. Για να ακριβολογώ, έπαιξε με τόσο επαγγελματικό τρόπο, που έκανε τον άλλο, το χάνο, να νιώθει μάγκας. Για κάθε μπάλα που έβαζε η ίδια, του έστηνε μία για να βάλει εκείνος, ενώ κάποιες φορές έριχνε και τη λευκή, με τρόπο που φάνταζε καθαρά ατυχής, σε κάποια τσέπη.
Τον άφησε, λοιπόν, να κερδίσει και να το καταχαρεί, και δίνοντάς του το χέρι για να τον συγχαρεί, του είπε όταν τελειώσει με το μπιλιάρδο να έρθει να καθίσει εκεί, μαζί μας. Ερχόμενη προς το μέρος μου μού έκλεισε το μάτι. Όσο για κείνον, με τα μυαλά του πια να πετάνε στα σύννεφα, έχασε το αμέσως επόμενο παιχνίδι και κόπιασε στη γωνιά μας. Η Πιν, το πονηρό θηλυκό, η κατεργάρα γυναίκα (ποιητική αδεία), τον κέρασε αμέσως ένα Σάνγκσομ και το νερό μπήκε στ’ αυλάκι.
Εγώ, στην αρχή συμμετείχα στη συζήτησή τους, αλλά ύστερα από λίγη ώρα άρχισα να απομακρύνομαι διακριτικά. Πήγα και κάθισα δίπλα σ’ ένα παλιό γνώριμο, τον Τζον τον τρελοϊρλανδό, που ήταν παντρεμένος με ντόπια και ζούσε εκεί εδώ και δέκα χρόνια, κι αρχίσαμε να μιλάμε περί ανέμων και υδάτων. Παρ’ όλ’ αυτά δεν έχανα ούτε σκηνή απ’ την παράσταση που παιζόταν απέναντί μου. Μετά από καμπόσες μπύρες και δυο-τρία σφηνάκια Λάο Κάο, είδα την Πιν να με πλησιάζει μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη και μια φλόγα στο βλέμμα..
You and me, same same, μου είπε.
Τη ρώτησα: Γιατί το λες αυτό;
I fuck with people’s bodies, you fuck with their brains! απάντησε, αφήνοντάς με σύξυλο.
Σε λίγο τη είδα να φεύγει κουνώντας το κορμί της επιδεικτικά, έχοντας τον γκόμενο αγκαλιά. Μέχρι την τελευταία ημέρα που ήμουν εκεί, ήταν ακόμη μαζί.
Είχε δίκιο η κοπέλα, απόλυτο δίκιο. Με διάβασε σαν ανοικτό κακογραμμένο βιβλίο. Αυτό στ’ αλήθεια κάνω: παίζω με τα μυαλά των ανθρώπων. Επαγγελματική διαστροφή; Δεν ξέρω!»

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Jeffery Deaver - The Sleeping Doll

Να που ο Τζέφρι Ντίβερ, σε αντίθεση με τον Μάικλ Κόνελι, δε με απογοήτευσε με το νέο του βιβλίο (το τελευταίο πριν το νέο για να είμαστε ακριβείς, αφού αν δεν κάνω λάθος μόλις κυκλοφόρησε καινούργιο προχθές στην Αμερική).
Πρωταγωνίστρια στο The Sleeping Doll είναι η Κάθριν Ντανς, μια ειδική στην κινησιολογία, την οποία είχαμε πρωτογνωρίσει το μυθιστόρημα Cold Moon, όπου είχε βοηθήσει τον ήρωα-φετίχ του Ντίβερ, τον τετραπληγικό ντετέκτιβ Λίνκολν Ράιμ, στην εξιχνίαση ενός εγκλήματος.
Στο ανά χείρας μυθιστόρημα παρακολουθούμε τις προσπάθειές της να συλλάβει ένα πανέξυπνο εγκληματία, που έχει τη μοναδική ικανότητα να επιβάλλει τη θέλησή του στους ανθρώπους, τον Ντάνιελ Πελ, στον οποίο έχει δοθεί το προσωνύμιο «Ο γιος του Μάνσον», αφού μοιάζει να βαδίζει στ’ αχνάρια του τελευταίου. Για να μπορέσει να μπει στο μυαλό του δολοφόνου και να τον σταματήσει επιστρατεύει τη βοήθεια τριών γυναικών από το παρελθόν του, καθώς κι ενός κοριτσιού που έγινε γνωστό σαν «Η κοιμισμένη κούκλα», το οποίο επιβίωσε μιας σφαγής που διέπραξε ο Πελ.
Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως δείχνουν και η Ντανς θα το αντιληφθεί με φρίκη αυτό καθώς το ανθρωποκυνηγητό βρίσκεται σε εξέλιξη. Ο Πελ είναι σαν ένα άγριο ζώο, με οξυμένες όλες τις αισθήσεις, και η σύλληψή του κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση θ’ αποδειχτεί.
Μυστικά και ψέματα, ανατροπές και λουτρά αίματος, αγωνία και προδοσία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της ιστορίας.
Ο Ντίβερ ράβοντας μαστορικά με ψιλοβελονιές τον ιστό της ιστορίας του και σκιαγραφώντας με εξαιρετικό τρόπο τους χαρακτήρες των ηρώων, καταφέρνει να φτιάξει ένα ακόμη αστυνομικό μυθιστόρημα υψηλών προδιαγραφών. Ο Πελ είναι ένας από τους καλύτερους «κακούς» που βγήκαν από το πάνθεον της φαντασίας του, ένας υψηλής νοημοσύνης δολοφόνος που πιστεύει ότι: «Η γνώση είναι καλύτερο όπλο από το μαχαίρι,» κι αυτό το όπλο χρησιμοποιεί ξανά και ξανά για επιβάλει τους δικούς του νόμους.
Ο αναγνώστης διαβάζοντας αυτό το βιβλίο απολαμβάνει περισσότερο από τη δράση τις «διανοητικές μάχες» που έχουν να δώσουν μεταξύ τους οι δύο αντίπαλοι. Η τελική λύση, η κάθαρση, θ’ αποδειχτεί λυτρωτική, αλλά ταυτόχρονα οδυνηρή για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.
Μια από τις καλές στιγμές της αμερικάνικης αστυνομικής λογοτεχνίας.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

Η Κ.

Τη γνώρισα πριν από πολλά χρόνια, πριν μια ολόκληρη ζωή μου φαίνεται, κι απ’ την πρώτη στιγμή κατάλαβα ότι αυτή θα ήταν η Μία, η μοναδική για μένα, αυτή που θα με γέμιζε, που θα έδινε γεύση και χρώμα στον κόσμο μου, που θα με συμπλήρωνε.
Η Κ. ήταν από τότε κοντά μου, σχεδόν κάθε στιγμή. Με συντρόφευε, πήγαινε παντού μαζί μου, με αναζωογονούσε, μου έδινε κουράγιο, με άκουγε, με παρηγορούσε.
Χωρίς αυτήν οι μέρες μου θα ήταν αλλιώτικες, χλωμές, δίχως αρώματα, με κανένα απολύτως ενδιαφέρον.
Εκείνη τους έδινε ζωή. Σ’ εκείνη χρωστούσα τα πάντα. Κι αν κάποιος μου έλεγε, αν σαν κακός προφήτης προέβλεπε, ότι πιθανόν κάποτε θα ερχότανε η μέρα που θα χωρίζαμε, θα τον έβγαζα τρελό, θα τον έβριζα, ίσως και να τον χτυπούσα, θα τον καταδίκαζα στο πυρ το εξώτερον της επίγειας κόλασης.
Όχι, εγώ δε θα παρατούσα ποτέ την Κ., την αγάπη μου, της ζωής μου τον χρυσό, αλλά ούτε κι εκείνη δε θα μ’ άφηνε ποτέ στα κρύα του λουτρού. Πάντα θα ήταν εκεί για μένα, και πάντα θα ήμουν εκεί για κείνη. τη χαρά μου, την έμπνευσή μου.
Ναι, αυτά υποστήριζα, και τα υποστήριζα με δύναμη και πειθώ και πάθος, κι ας ήξερα καλύτερα. ήξερα καλύτερα, αφού τίποτα δε διατηρείται για πάντα ή έστω για πολύ στη ζωή μου: σπίτια, συνήθειες, φίλοι, πιστεύω, αλλάζουν συνέχεια. Όλα πάνε κι έρχονται, ή, κάποιες φορές, μένουν και στον αγύριστο.
Τίποτα! Τίποτα δεν κρατά.
Και, έτσι, να που τώρα έφτασε η ώρα ν’ αποχαιρετήσω την Κ. μου. ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια στο πολύμορφο παζλ της ζωής μου.
Το μόνο που δε θα τρέξουν δάκρυα απ’ τα μάτια, δε θα ακουστεί κανένας του πόνου σπαραγμός.
Όσα ζήσαμε, όσα περάσαμε μαζί ήταν υπέροχα, ένα όνειρο που κράτησε πολύ και ήτανε πέρα για πέρα αληθινό, αλλά είναι καιρός πια να πάμε γι’ άλλα.
Πάντα θα κρατώ στην ψυχή μου μια ξεχωριστή ζεστή γωνίτσα για την παλιά αγαπημένη. Πάντα θα τη θυμάμαι με γλυκιά νοσταλγία. Και πάντα, μα πάντα, θα την αγαπώ. Της το είπα αυτό: Κ., καρδούλα μου, πάντα θα σε σκέφτομαι και θα σε αγαπώ, όπως και τώρα. Πάντα θα είσαι η Μία, η μοναδική για μένα. Πάντα θα είσαι η... Καφεΐνη μου!

Κυριακή 22 Ιουνίου 2008

Τσίντα - Μια αληθινή Ιστορία.

Τ’ όνομά της είναι Τσίντα και μόλις έχει κλείσει τα δεκάξι της χρόνια. Παράτησε -ή, μάλλον αναγκάστηκε να παρατήσει, όπως συνήθως γίνετ’ εδώ- το σχολείο δυο χρόνια πριν για να έρθει στην άγνωστη μικρή πόλη να δουλέψει, για να στηρίξει οικονομικά την πολυμελή οικογένειά της. Μια οικογένεια που ζούσε, κι ακόμη ζει, στην απόλυτη ένδεια σ’ ένα μικρό χωριό της φυλής των Λισού στη βόρεια Ταϊλάνδη. Ο πατέρας της έμεινε παράλυτος από τη μέση και κάτω, έπειτα από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, κι έτσι έπεσε ο σκληρός ο κλήρος στη μεγαλύτερη κόρη να βγει για κολύμπι στα βαθιά νερά της ζωής, κι ας μην το ήθελε. Άλλα ήθελε αυτή. να τελειώσει το σχολείο, να σπουδάσει, να βγει κάτω από διαφορετικές συνθήκες στον κόσμο εκεί έξω και να τον κατακτήσει. Αλλά, όλα τα όνειρά της γκρεμίστηκαν κάποιο κρύο χειμωνιάτικο και σκοτεινό βράδυ, σ’ ένα δρόμο αγροτικό, όταν κάποιος μεθυσμένος οδηγός παρέσυρε με το φορτηγάκι του και σακάτεψε τον κύρη της. Έτσι, ήρθε στο Πάι για ν’ αναζητήσει την τύχη της, για να κρατήσει την οικογένειά της ζωντανή.
Η πόλη αυτή δεν είναι μεγάλη και ανθρωποφάγος, μικρή – πολύ μικρή είναι, αλλά αργεί να συνηθίσει στη ζωή εδώ που είναι τόσο διαφορετική απ’ το χωριό της. Στην αρχή λίγο τρομάζει. Την τρομάζει το άγνωστο του τόπου, οι άνθρωποι που είναι τόσο διαφορετικοί, η μεγάλη της άγνοια, η αδυναμία της να μιλήσει τη γλώσσα των ξένων, των τουριστών που πλημμυρίζουν το μέρος, χωρίς η ίδια να μπορεί να καταλάβει το γιατί. Ωστόσο, έχει πείσμα και υπομονή, κι ανάγκη μεγάλη, πρέπει να τα καταφέρει. Έτσι, δεν αργεί να βρει δουλειά σ’ ένα ξενώνα και ν’ αρχίσει σιγά-σιγά, ώρα την ώρα, λέξη τη λέξη, να μαθαίνει εκείνη την άγνωστη και παράξενη γλώσσα, τα αγγλικά. Ο μισθός που της δίνουν είναι χαμηλός, όλοι χαμηλοί είναι, οι ώρες εργασίας ατέλειωτες, ωστόσο τα λεφτά είναι αρκετά για να συντηρήσουν την οικογένειά της. Δουλεύει απ’ την αυγή έως αργά το βράδυ, εφτά μέρες τη βδομάδα, τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες το χρόνο, μα καθόλου δεν παραπονιέται, δεν βαρυγκωμεί, αφού δεν έχει κι άλλη επιλογή. Δεν παίρνει άδεια ποτέ, δεν αρρωστά, δεν ξεκουράζεται, κι όμως πάντα χαμογελά. Κι ο καιρός περνά.
Σ’ ένα χρόνο καταφέρνει και γίνεται μόνιμη κι αναντικατάστατη στη δουλειά της, την οποία αρχίζει σιγά-σιγά να αγαπά κιόλας, αφού αν και ο μισθός της -που αυξήθηκε κάπως- εξακολουθεί να είναι χαμηλός, της προσφέρει πολλά, της προσφέρει γνώσεις. Κάνει όλες τις δουλειές -φτιάχνει πρόγευμα, καθαρίζει τα δωμάτια, φροντίζει τα δέντρα, ταΐζει ακόμη και τα σκυλιά- και κάθε μέρα που περνά μαθαίνει και κάτι καινούριο. Η επαφή με ετούτα τα εξωτικά ξανθά φρούτα, τους ξένους, είναι το μεγάλο της σχολείο. Στην αρχή την τρομοκρατούν οι βρώμικοι γέροι, τα περιφερόμενα κουφάρια, με τις ανήθικες προτάσεις τους, αλλά στο πέρασμα του χρόνου μπαίνει για τα καλά στο πετσί του ρόλου της κι αρχίζει να τους αντιμετωπίζει όπως πρέπει, με στοργή και κατανόηση -χωρίς να τους προσβάλλει ποτέ- σα μεγάλα παιδιά. Τα αγγλικά της βελτιώνονται συνεχώς και σε λίγους μήνες τα μιλάει καλύτερα απ’ την αφεντικίνα της, που είναι είκοσι χρόνια στο επάγγελμα.
Πολλές φορές η κούραση κάπου την καταβάλλει -είναι φανερό αυτό και δε θα μπορούσε, άλλωστε, να γίνει κι αλλιώς- ωστόσο το χαμόγελο δεν εγκαταλείπει ποτέ τα χείλη της. Κι αν τη ρωτήσεις γιατί επιμένει να δουλεύει τόσο πολύ θα σου πει: Η οικογένειά μου είναι πολύ φτωχή. Αλλά, αν σε συμπαθήσει κάπως, αν καταλάβει ότι είσαι κάποιος που ξέρει να ακούει δίχως να ζητά ανταλλάγματα, ίσως τότε σου εξομολογηθεί το πιο γλυκό της μυστικό. Ίσως σου πει ότι, να, τους τελευταίους μήνες άρχισε σιγά-σιγά να φυλάει κάποια λεφτά, και όταν θα είναι αρκετά θα μισοπαρατήσει τη δουλειά, ή θα βρει κάποια άλλη που δε θα απαιτεί τόσες πολλές ώρες και θα επιστρέψει στο σχολείο για να το τελειώσει. Κι ύστερα, αν όλα πάνε καλά, κι αν η μοίρα δεν της χτυπήσει την πόρτα με μία ακόμη αναποδιά, ποιος ξέρει, ίσως και να δημιουργήσει κάτι δικό της, μια μικρή επιχείρηση. Αυτό είναι το μικρό, το πολύ μεγάλο της όνειρο.
Τ’ όνομά της είναι Τσίντα και είναι μόλις δεκάξι χρόνων. Δουλεύει δεκαπέντε ώρες την ημέρα, τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες το χρόνο, σέρνεται απ’ την κούραση και χαμογελά, κι ατενίζει το μέλλον με μια γλυκόπικρη αισιοδοξία.

Σάββατο 21 Ιουνίου 2008

Ζωντανός

Πόσο παράξενη είναι η ζωή! Και πόσο παράξενοι είμαστε στ’ αλήθεια όλοι εμείς, οι άνθρωποι, που νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα, ενώ στην ουσία ελάχιστα είναι εκείνα που δε μας διαφεύγουν – τακτικοί μαθητές της άγνοιας.

Πίστευε ότι είχε βάλει πια μια τάξη στη μέχρι τότε ασυνάρτητη και δίχως πυξίδα ζωή του, πώς είχε χαράξει πορεία. Όλα από τώρα και στο εξής θα πήγαιναν σύμφωνα με το πρόγραμμα, θ’ ακολουθούσαν το νοητικό του σχεδιάγραμμα, τίποτα και κανείς δε θα μπορούσε να ανατρέψει το ρου της προσωπικής του ιστορίας. Ή, τουλάχιστον, αυτό πίστευε. Και μετά ξύπνησε.

Τη γνώριζε από καιρό πολλή, αλλά δεν την ήξερε, δεν ενδιαφερόταν να μάθει ποια ήταν. Την έβλεπε μόνο επιφανειακά, δε νοιαζόταν για το χαρακτήρα της, πίστευε πώς ήταν μία ακόμη γυναίκα που δεν είχε απολύτως τίποτα να πει. Ίσως να έφταιγε η διαφορά ηλικίας, ίσως οι νευρικές και ώρες-ώρες ακατανόητές της κινήσεις, ίσως και το ότι δεν κάθισε ποτέ να μιλήσει μαζί της στα σοβαρά. Όχι! Όχι, ψέματα λέω, η αιτία ήταν μία και μοναδική: η ξεροκεφαλιά του. Ή μάλλον δύο, αν προσθέσουμε και την τάση του να κρίνει με την πρώτη ματιά τους ανθρώπους, να τους βάζει σ’ ένα καλούπι, να τους κατηγοριοποιεί, δίχως να μπαίνει στον κόπο να κοιτάξει τι πιθανόν κρύβεται πίσω από το καλά σχεδιασμένο τους περιτύλιγμα.
Όπως και νάχει, ο χρόνος κι η μοίρα έφεραν τα πράγματα έτσι, ώστε να τη δει για πρώτη φορά όπως πραγματικά ήταν, ακριβώς σ’ ένα από τα πιο σημαντικά σταυροδρόμια της ζωής του, με αποτέλεσμα να έρθουν όλα τούμπα. οι βεβαιότητες να καταρρεύσουν, τα πιστεύω του όλα να ανατραπούν.
Τι ήταν εκείνο, το τόσο συνταρακτικό γεγονός, που την έκανε έτσι ξαφνικά να φαντάζει ελκυστική κι ενδιαφέρουσα στο ελιτιστικό του βλέμμα; Απλά, τον εμπιστεύτηκε. Δεν ήξερε πώς, δεν ήξερε γιατί, αλλά τον εμπιστεύτηκε. Μια μεθυσμένη και υγρή βραδιά του Αυγούστου, κάθισε και του είπε όλα της τα μυστικά, ξεγύμνωσε την ψυχή της μπρος στα μάτια του. Όχι, δε μιλούσε το ποτό, δεν είχε τη δύναμη, εκείνη μιλούσε, από καρδιάς, κι ελευθέρωνε ένα χείμαρρο πόνου, ανασφάλειας και αγωνίας, που κρατούσε μέσα της -όπως έδειχνε- από πολλή καιρό, να ξεχυθεί με προορισμό τα δικά του αυτιά, τη δική του ψυχή που μέχρι εκείνη, τη μοναδική στιγμή, την περιφρονούσε. Τον άφησε σιωπηλό, αποσβολωμένο, χαμένο στον ψεύτικο κόσμο των βεβαιοτήτων του, να την κοιτά και να απορεί, ανίκανο να πιστέψει ότι άδειασε τα σώψυχά της σε κείνον, το μικρό, τον υποκριτή, τον ανάξιο.
Από εκείνη τη στιγμή άρχισε να τη νιώθει όλο και πιο κοντά του, δίπλα του, μέσα του, να διαφεντεύει τους ήχους και τις σιωπές του. Έπιανε πολλές φορές τον εαυτό του να τη σκέφτεται και να χαμογελά μ’ ελπίδα, τα μοναχικά πρωινά και τις ανέραστες νύχτες του. Που θα με βγάλει αυτό, άραγε; ρωτούσε απεγνωσμένα τον εαυτό του. Η αλήθεια είναι ότι βαθιά μέσα του δεν ήθελε να τον βγάλει πουθενά. Ήθελε να συνεχίσει να ζει για λίγο ακόμη καιρό την ίδια μίζερη κι ανέραστη ζωή, τη δίχως χαρές, αρώματα και όνειρα, και μετά να προχωρήσει με τα σχέδιά του. Όσο για κείνη, μόνο εμπόδιο θα μπορούσε να του σταθεί, ήταν σίγουρος γι’ αυτό.
Αλλά, τη σκεφτόταν, τη σκεφτόταν όλο και πιο πολύ, κι έτσι, ασυναίσθητα, πήρε να πέφτει σιγά-σιγά στην παγίδα του έρωτα, ν’ αφήνει τις άμυνές του να υποχωρούν, τα τείχη της περιχαρακωμένης του ύπαρξης να γκρεμίζονται, την καθημερινότητά του ν’ αλλάζει, ν’ αποκτάει χρώματα. Το γκρίζο άρχισε να υποχωρεί, η μοναξιά πήρε να μένει ασυγχώρητα μόνη, μέρα με τη μέρα χαμογελούσε όλο και πιο πολύ, κι ένιωθε να τον πλημμυρίζει ένα νέο συναίσθημα ζωής.
Εκείνη, άργησε πολύ ν’ αντιληφθεί ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της. Έβλεπε τις αλλαγές πάνω του, χαιρόταν γι’ αυτόν, αλλά δεν της πέρασε ούτε στιγμή απ’ το μυαλό η ιδέα ότι οφείλονταν στην ίδια. Της άρεσε πάντως πολύ ο καινούριος του εαυτός, αυτός ο ξένος που πήρε να γίνεται γνωστός κι αγαπητός -ο πρόσχαρος, ο τρυφερός, ο ευγενικός- και κάποτε, όχι πολύ νωρίς, ούτε πολύ αργά, άρχισε κι εκείνη να τον ερωτεύεται.
Για αρκετό καιρό, ωστόσο, δε συνέβηκε τίποτα μεταξύ τους. Απλά άρχισαν να βγαίνουν πιο συχνά οι δυο τους, μόνοι ή και με παρέα, να μιλούν όλο και πιο πολύ -για ώρες ατέλειωτες- στο τηλέφωνο, να κτίζουν μια όμορφη ζεστή σχέση -βασισμένη στις κοινές αλήθειες και τις σιωπές τους- που άφηνε υποσχέσεις για το μέλλον. Όσο για τα μεγάλα του σχέδια, αυτά είχαν μπει πια για τα καλά στην κατάψυξη.
Ήταν μια δροσερή βραδιά προς τα τέλη του Σεπτέμβρη, στην αυλή μιας μπυραρίας, όταν κατάφερε επιτέλους να της εκφράσει τον παραζαλισμένο του έρωτα. Εκείνη ένιωσε ευχάριστα έκπληκτη, κρυφά πολύ ευτυχισμένη, το μέσα και το έξω της ολόκληρα χαμογελούσαν, αλλά πάντοτε -λόγω μιας μίζερης συνήθειας- καχύποπτη, ήθελε να τον ρωτήσει για πράματα και θάματα, να τον ανακρίνει κανονικά μέχρι να σιγουρευτεί ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Προτού, όμως, προλάβει καν ν’ ανοίξει το στόμα της για να κάνει την ερώτηση, μία ερώτηση ζωτική –θέλοντας να μάθει το μεγάλο Γιατί- έσπευσε, μαντεύοντας την σκέψη της, να της απαντήσει προκαταβολικά.
Με κάνεις και νιώθω ζωντανός! της είπε.
Χαμογέλασαν. Η νύχτα προμηνυόταν μικρή, τέλεια και ατελείωτη.

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008

Παραμύθι με άσχημο τέλος

Ήταν μια φορά και ένα, όχι και τόσο παλιό, καιρό, τρία μικρά αδέλφια, όλα αγόρια, που ζούσανε σε μια μικρή και πολύ-πολύ φτωχική καλύβα, φτιαγμένη από πλίνθο και κέραμο, κάπου στο μακρινό, και εξωτικό στα μάτια μας, Ινδικό Κασμίρ.
Φτωχούλια καθώς ήταν από την ημέρα που πάτησαν το πόδι τους στη μάνα γη, δεν είχαν πολλά-πολλά για να περνούν καλά στον κόσμο ετούτο. Έπαιζαν, λοιπόν, με τις λάσπες, τις πέτρες και τα ξύλα, και όταν έφτιαχνε για τα καλά ο καιρός και δεν κρύωναν καθόλου πια, κολυμπούσαν στα βρώμικα νερά ενός καφετί ποταμού. Πού και πού μέσα από τα μάτια της πλούσιας φαντασίας τους γίνονταν κιόλας γενναίοι πολεμιστές και μεγάλοι άρχοντες, κι έτρεχαν από λαγούμι σε λαγούμι, κι από λίμνη σε λίμνη, προσπαθώντας να κατατροπώσουν τον κακό αόρατο εχθρό, και να σώσουν τη ζωή της καλής κι επίσης αόρατης πριγκίπισσας.
Αυτές ήταν μονάχα οι χαρές τους, ή, μάλλον, σχεδόν μονάχα αυτές. Βλέπετε, μέσα στη γιομάτη από ελλείψεις ζωή τους, υπήρχε και άλλη μία εναλλακτική λύση διασκέδασης: η τηλεόραση. Έτσι, κάθε μέρα, με το που νύχτωνε, πήγαιναν στον καφενέ της λασπωμένης πολιτείας τους, και κοιτούσαν στο κουτί εικόνες ασπρόμαυρες, παράξενες, από κόσμους μακρινούς κι απίστευτους, που μόνο στα όνειρά τους θα μπορούσαν να πλησιάσουν.
Τι να έκαναν, λοιπόν, κι αυτά τα κακόμοιρα; Ονειρεύονταν! Ονειρεύονταν ότι κάποια μέρα θα ξέφευγαν από τη φτώχεια, που τόσο συνήθισαν μα τόσο τα τυραγνούσε, ότι θα ζούσαν κάποτε κι αυτά στα παλάτια που έβλεπαν στο μαγικό κουτί, ότι θα μάθαιναν γράμματα πολλά και καλά, και θα ταξίδευαν σε άλλα μέρη, όμορφα, καθαρά, υπέροχα. Να, σαν κι εκείνα που έδειχναν οι ταινίες, όπου όλοι χόρευαν και τραγουδούσαν.
Αυτά ονειρεύονταν και ήταν σίγουρα ότι κάποια μέρα -δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς- όλα όσα ποθούσαν θα συνέβαιναν, όλοι όσοι αγαπούσαν θα γίνονταν ευτυχισμένοι. Τα ίδια τους έταζαν, άλλωστε, κι οι θεοί, μέσω των εκπροσώπων τους στη γη. Και ποιος ξέρει καλύτερα απ’ τους θεούς ποιο είναι το πεπρωμένο των ανθρώπων; Ναι, όλα θα γίνονταν ακριβώς όπως περίμεναν, όπως τους υποσχέθηκαν.
Ωστόσο, νωρίς κάποιο βυθισμένο στην ομίχλη των υψιπέδων πρωί, οι κάτοικοι όλου του χωριού ξύπνησαν μεμιάς από μια εκκωφαντική βοή, που έβγαινε με περισσή οργή από τα έγκατα της γης, ταρακουνώντας την. Τα τρία αγόρια τινάχτηκαν τρομαγμένα απ’ τα αχυρένια στρώματά τους που ήταν ριγμένα καταγής, κι έτρεξαν όπως-όπως προς την πόρτα, για να βγουν έξω στο φως, στη σωτηρία.
Αλλά, δεν πρόλαβαν. Σε μία μόλις στιγμή η εύθραυστη στέγη του σπιτιού κατέρρευσε, σαν κακοφτιαγμένος χάρτινος πύργος, καταπλακώνοντάς τα. Μέσα στη μεγάλη ατυχία τους στάθηκαν λίγο τυχερά. Μέσα στη λίγη τύχη τους στάθηκαν πολύ άτυχα. Τα δύο απ’ αυτά τραυματίστηκαν σοβαρά, το τρίτο ελαφρύτερα. Οι γονείς τους πέθαναν, αυτά -με χίλια ζόρια- θα ζούσαν. Όμως, ποιος θα μπορούσε τώρα πια να τους επουλώσει τις μεγάλες, τις μέσα τους πληγές; Ποιος θα είχε την καρδιά να τους μιλήσει ξανά για τους θεούς και τη δικαιοσύνη τους; Ποιος θα μπορούσε να κάνει ν’ ανθίσει και πάλι στα χλωμά και διψασμένα παιδικά τους χείλη, το χαμόγελο;
Εκείνη την αυγή είδαν τα όνειρά τους όλα να γκρεμίζονται, σα μια κάλπικη κατασκευή, τη λειψή τους ζήση να μεταμορφώνεται σε εφιάλτη. Θα αποκτούσαν, άραγε, κάποτε ξανά τη δύναμη να ονειρεύονται ή θα ξόδευαν της δόλιας ζωής τους το περίσσεμα στις κάμαρες της θλίψης;

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2008

Το Τέλος Μιας Ψευδαίσθησης

Είμαι παντρεμένος με μια γυναίκα που αγαπώ...
Έχω την κορούλα μου...
Η δουλειά μου είναι καλή...
Όλα μου πηγαίνουν δεξιά...
Είμαι πολύ ευτυχισμένος...
Τίποτα δε θ’ άλλαζα στη ζωή μου...


Με τα πιο πάνω λόγια παραμύθιαζε, άλλοτε, εμένα και τον εαυτό του κάποιος φίλος. Κάποιος που έλεγε πώς δε χρειαζόταν πολλά-πολλά για να ’ναι ευτυχισμένος, ο οποίος όμως, όπως τόσοι άλλοι, γνωστοί και άγνωστοι, δούλευε νύχτα μέρα για ν’ αποκτήσει περισσότερα.
Δήλωνε, επίσης, αθεράπευτα κι αιώνια ερωτευμένος με τη γυναίκα του, την πιο όμορφη στον κόσμο, την πιο καλή και συμπονετική. Χωρίς αυτήν θα ήμουν ένα τίποτα, μου έλεγε, κι εγώ χαμογελούσα. Πικρά χαμογελούσα, επειδή τον ήξερα, καλύτερα απ’ τον ίδιο του τον εαυτό. Ήξερα ότι ήταν πολύ πιο αδύναμος απ’ ό,τι έδειχνε, ήξερα ότι δεν έζησε όσα ήθελε στη ζωή του, ήξερα ότι αν δεν έμενε έγκυος εκείνη που κάποια μέρα θα γινόταν γυναίκα του, μάλλον δε θα παντρευόταν, θα εξακολουθούσε να κυνηγά τα παιδικά του όνειρα. Επίσης, έβλεπα. Έβλεπα πόσο αμήχανα ένιωθε απέναντί μου όταν μου έλεγε τα μικρά αθώα του ψέματα και πως έπαιζε το μάτι του όταν τύχαινε να περάσει απ’ το οπτικό του πεδίο μια όμορφη γυναίκα. Τα βλέμματα που έριχνε τότε δεν ήταν απλού θαυμασμού, όχι, ήταν πόθου, πόθου για τα κορμιά που η μοίρα δεν τον αξίωσε να λατρέψει. Ήμουνα σίγουρος ότι με την πρώτη ευκαιρία που θα του παρουσιαζόταν θα χάριζε στη λατρευτή του γυναικούλα ένα κέρατο νααα, σαν και την αγάπη που της είχε.
Κι η ευκαιρία αυτή, διαβάζοντας προφανώς τις δόλιες σκέψεις μου, δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή της. Τη βρήκε στο πρόσωπο μιας νέας συναδέλφου, μιας παθητικής αλλά πολύ όμορφης γυναίκας, με μακριά καστανόξανθα μαλλιά, κι ένα ζευγάρι τεράστια μάτια μελισσιά, εκφραστικά σαν αμαρτία. Αυτή ήταν ακριβώς ό,τι ζητούσε: ευγενική, υποτακτική, συνεχώς χαμογελαστή και με θητεία στη λαγνεία, και, το πιο σημαντικό, δεν ήξερε να του λέει Όχι, ποτέ. Το απόλυτο τονωτικό για την αυτοπεποίθησή του.
Δεν του πήρε και πολλή χρόνο μέχρι να την ερωτευτεί τρελά, τυφλά, με πάθος. Ήθελε να καεί από τη φλόγα του έρωτα που πυρπολούσε το μέσα του και να ξανανιώσει απ’ αυτή. Κι έτσι, πολύ σύντομα ξέχασε τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα -το ευαγγέλιό του- τα τόσο εύκολο να ειπωθούν, κι ακόμη ευκολότερο να διαψευσθούν.
Σιγά-σιγά άρχισε να απομακρύνεται από τη γυναίκα και την κόρη του. Χρησιμοποιούσε σα δικαιολογία τη δουλειά, όλα τα έκανε για κείνες έλεγε, αλλά δεν ξεγελούσε κανένα, κι όσο περνούσε ο καιρός όλο και περισσότερο χειροπόδαρα δενότανε πάνω στο λάγνο άρμα της ερωμένης. Μιας ερωμένης, όμως, που άρχισε ασυναίσθητα να καταπιέζει, να πνίγει, με την κτητικότητα και τις διάφορες παράλογες απαιτήσεις του.
Μ’ αυτά κι αυτά, κάποτε έφτασε η μέρα που η γυναίκα του θα του ζητούσε να χωρίσουν. Κι εκείνος θα δεχόταν με έκδηλη ευχαρίστηση αφού τώρα πια ήταν σίγουρος πώς είχε, όπως λέμε, δεμένο το γάιδαρό του, αλλά δεν. Καθόλου δεν τον είχε δεμένο, αφού η ερωμένη του, μη αντέχοντας πια την αλλοπρόσαλλη και πολλές φορές προσβλητική συμπεριφορά του, κάποια μέρα πολύ σύντομα, θα του έδινε τα παπούτσια στο χέρι. Όχι, ούτε κι εκείνης τελικά δεν της πήγαινε ο ρόλος της ζωντανής-νεκρής και άβουλης κούκλας, της υπάκουης και πειθαρχημένης σε κάθε απαίτηση του άντρα-αφέντη.
Όταν του ανακοίνωσε την απόφασή της να τον εγκαταλείψει, να χωρίσουν, ένιωσε τον κόσμο ξάφνου να γκρεμίζεται κάτω από τα πόδια του, όλες τις βεβαιότητές του να γίνονται σκόνη και θρύψαλα. Όχι, αυτό δεν μπορούσε να συμβεί, ποτέ, δε θα το άφηνε να συμβεί. Θα το εμπόδιζε πάση θυσία και με οποιοδήποτε τρόπο. Έτσι, άρχισε να την απειλεί πως θα τη σακατέψει ή θα τη σκοτώσει, αλλά εκείνη που ήξερε πια πολύ καλά τι δειλό ανθρωπάκι στ’ αλήθεια ήταν, δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά. Γι’ αυτό και άλλαξε τροπάρι. Αν δεν έμενε μαζί του θα πήγαινε και θ’ αυτοκτονούσε έξω από την πόρτα της, της είπε. Αυτό ναι, θα μπορούσε να το κάνει. Ήταν σίγουρη. Τον λυπήθηκε. Έμεινε για λίγο καιρό ακόμη μαζί του, κι ας πνιγόταν πολύ.
Ωστόσο, κάποτε έφτασε, θέλοντας και μη, μέχρι το ως εδώ και μη παρέκει, ήρθε στο σημείο που δεν άντεχε άλλο. Κι έτσι, μια κρύα νύχτα του χειμώνα απλά εξερράγη, του τα είπε ένα χεράκι κι ύστερα έφυγε, αφήνοντάς τον στα κρύα του λουτρού.
Την επόμενη μέρα το πρωί τον βρήκαν νεκρό στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου έμενε εκείνη. Δίπλα του, παρατημένα στα σκαλοπάτια υπήρχαν δύο άδεια κουτιά υπνωτικών χαπιών κι ένα μισογεμάτο μπουκάλι ουίσκι. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε με δάχτυλα αδύναμα, κοκαλωμένα, ένα σημείωμα: Σου το ’πα... Και τόκανε!

"Οι κύπριοι είναι ρατσιστές"

Σ' αυτό το συμπέρασμα έφτασε μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε πέρυσι στην Κύπρο. Καλά, η απορία μου εμένα είναι, γιατί ξοδεύτηκαν; Μπορούσαν απλά να βγουν μια βόλτα στην περιοχή γύρω από το Όχι στη Λευκωσία για ν' αντιληφθούν το αυτονόητο. Η σχετική είδηση εδώ...

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008