Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Η Ζωή

Η καθιερωμένη Εγκληματικά Ασύστολη ιστορία της Κυριακής.
Δεν είναι κακός άνθρωπος. Κάθε άλλο. Είναι καλός. Καλόψυχος. Παιδί-μάλαμα, που λένε. Ούτε και βίαιος είναι. Όχι στ’ αλήθεια. Ή, ίσως και να είναι λίγο, αλλά μόνο στα λόγια – σ’ αυτά μονάχα. Δε θέλει να κάνει ποτέ κακό σε κανένα, κανένα δε μισά, δε θέλει κανένα να πληγώσει, αλλά να, που και που δεν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του. Κάτι μέσα του θολώνει ξαφνικά, το μυαλό του αρχίζει να παίρνει ανάποδες στροφές και τότε κανείς και τίποτα δεν μπορεί να τον κάνει καλά, να τον συγκρατήσει, να τον προφυλάξει από τις μελλοντικές του κακές αναμνήσεις. Ωστόσο δεν καταφεύγει στη βία. Ποτέ! Φωνάζει μόνο, φωνάζει άγρια, και εκτονώνεται. Κανονικά, έτσι θ’ αντιδρούσε και τούτη τη φορά, αλλά αντέδρασε κάπως αλλιώς. Κάπως τραγικά αλλιώς. Κι έχει ήδη πικρά μετανιώσει. Το μόνο που είναι πια πολύ αργά για μετάνοιες. Ενοχές; Όχι, δεν έχει. Ίσως να χρησιμοποίησε το λάθος τρόπο, τα χειρότερα δυνατά μέσα, αλλά βαθιά μέσα του το ξέρει, το νιώθει ότι έκανε αυτό ακριβώς που έπρεπε να κάνει -το σωστό- απέδωσε δικαιοσύνη. Αυτό έκανε. Δεν έχει ενοχές, αλλά να, νιώθει άσχημα, αφού μπορεί να προβλέψει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια τις συνέπειες της πράξης του. Το ξέρει ότι έσπειρε θύελλες και θα οργώσει δυστυχία. Θα κάνει δυστυχισμένη Εκείνη. Τη μοναδική, την υπέροχη εκείνη γυναίκα που τον δέχτηκε όπως ακριβώς ήταν, με όλα τα ελαττώματά του, που τον αγάπησε γι’ αυτό το λίγο που ήταν. Τη γυναίκα με την οποία, όπως είχε ορκιστεί, σκόπευε να ξοδέψει, της ζωής του το περίσσεμα. Κάθεται κατάχαμα, ακουμπώντας τη δυστυχία του κορμιού και της ψυχής του στον τοίχο, και τα βάζει με τον εαυτό του, το άθλιο ετούτο υποκείμενο. Βλάκα, του λέει, βλάκα. Γιατί δε συγκρατήθηκες; Τι σ’ έπιασε; Γιατί το έκανες αυτό; Γιατί τώρα; Μα, το αυτομαστίγωμα δεν του προσφέρει καμιά παρηγοριά. Κρύβει το κεφάλι μέσα στα χέρια, τραβάει με οργή τα μαλλιά του, θα τη χάσω, σκέφτεται και το μέσα του εκκωφαντικά ραγίζει. Θα τη χάσω προτού καν γνωρίσω το κορμί της. Προτού το διαβώ πόντο-πόντο και γευτώ την κάθε πτυχή του. Θα τη χάσω προτού τη χαρώ. Τραγικά παραληρεί. Ωστόσο, αν το θελήσει, μπορεί να σώσει τον εαυτό του. Κανένας απολύτως -ή σχεδόν κανένας, τέλος πάντων- δεν ξέρει τι έκανε. Μπορεί εύκολα να κουκουλώσει με κάποιο τρόπο το κρίμα του, να το χώσει κάτω από ’να αδιάφανο χαλί. Μπορεί να το κάνει αυτό, μα δεν μπορεί. Όχι αυτός. Αυτός είναι τίμιος. Ένας τίμιος εγκληματίας. Ένας εγκληματίας που πονεί. Πολύ! Κλείνει σφικτά τα μάτια που δακρύζουν και φέρνει στο μυαλό του τη μορφή της αγαπημένης γυναίκας. Αυτής που θα γινόταν δική του για πάντα, αυτής που δε θα γινόταν δικιά του ποτέ. Τη ζωγραφίζει μ’ ένα παντελόνι τζιν κι ένα μαύρο μακό μπλουζάκι. Χαϊδεύει νοητά τα κοντοκουρεμένα ξανθά της μαλλιά και κολυμπάει με της μνήμης τις απλωτές μες στις πράσινες θάλασσες των ματιών της. Τη σκέφτεται με ένταση, χαμογελάει πικρά και τη λυπάται. Τη λυπάται για την κακή της τύχη. Για τη θλίψη που θα της κτυπήσει την πόρτα. Για το φαρμάκι που πολύ σύντομα θα την κεράσει. Αλλά, δε φταίει άλλος κανείς, από τον άκαρδο εκείνο άρχοντα, το δόλιο το χρόνο. Αυτός φταίει για όλα. Μια ώρα πάνω, μια ώρα κάτω, ίσως να ήταν αρκετή για να εμποδίσει το μοιραίο από το να συμβεί. Αλλά, δεν. Ξαφνικά, αρχίζει να γελά. Να γελά δυνατά, νευρικά, σχεδόν υστερικά, και να χλευάζει τον εαυτό του. Θυμήθηκε! Θυμήθηκε τα κούφια -όπως νόμιζε τότε- λόγια μιας γριάς μάντισσας, και πήρε να γελά. Εσύ θα σκοτώσεις άνθρωπο, του είχε πει πολύ σοβαρά. Κι εκείνος την κορόιδεψε. Κι εκείνος την έβρισε. Κι εκείνος τη δικαίωσε. Η αλήθεια, η ψεύτικη αλήθεια, είναι πώς ποτέ δεν πίστευε τον εαυτό του ικανό να κάνει τέτοιο, να φτάσει στο σημείο να σκοτώσει. Ένιωθε πολλές φορές την οργή να φουντώνει σαν πύρινη λαίλαπα μέσα του, μα πάντα κατάφερνε και τη συγκρατούσε. Ένιωθε το μίσος να θεριεύει στην ψυχή του, αλλά πάντα το δάμαζε. Πάντα, μέχρι τώρα. Μα δε φταίω εγώ, προσπαθεί με μια μάταιη απελπισία να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Δε φταίω εγώ. Ετούτη η σκύλα, η Ζωή, φταίει. Ετούτη φταίει. Τι σου ζήτησα μωρή; ρωτάει φωναχτά τη νεκρή που κείτεται δίπλα του ζαρωμένη, και λες και περιμένει κάποια, μια οποιαδήποτε απάντηση. Τι σου ζήτησα; την ξαναρωτάει επιτακτικά, αλλά εκείνη επιμένοντας να παραμένει αλλοκοσμικά ασάλευτη, δεν του απαντάει. Τι της ζήτησε; Να κρατήσει τους τύπους. Αυτό μονάχα. Γιατί έχουμε ένα πρόσωπο στην κοινωνία. Για κανένα άλλο λόγο. Να κρατήσει τους τύπους μέχρι να χωρίσουνε. Εκείνη, η άθλια η ψεύτρα, του υποσχέθηκε πώς θα το κάνει. Και την πίστεψε. Την πίστεψε, μα τον πρόδωσε. Τον πρόδωσε ασύστολα, εγκληματικά, αφού δεν πάει και πολλή ώρα από τη στιγμή που επέστρεψε ξαφνικά στο σπίτι για να τη βρει στο κρεβάτι μ’ ένα γείτονα. Εκείνο τον πέταξε έξω -έτσι ακριβώς όπως ήταν, γυμνό- με τις κλωτσιές στο δρόμο, κι εκείνη τη στραγγάλισε. Έτσι απλά. Τη στραγγάλισε. Κι ύστερα κάθισε χάμω, ακούμπησε στον τοίχο και βυθίστηκε στις σκέψεις και τα γιατί του. Κι ύστερα θύμωσε, κι ύστερα γαλήνεψε, κι ύστερα γέλασε και τέλος θρήνησε για το μέλλον που τόσο πολύ λαχταρούσε, μα που θα ’χανε. Έκλαψε πικρά για τις συγκινήσεις που δε θα ζούσε. Και τώρα... Τώρα βαδίζει με αργά, αλλά αποφασιστικά βήματα, προς το αστυνομικό τμήμα, έχοντας ψηλά το κεφάλι, με μια ιερόσυλη, θα έλεγε κανείς, περηφάνια. Θα πάει να παραδοθεί στην αστυνομία και θα πει την αλήθεια. Σκότωσα τη γυναίκα μου, τη σκύλα, τη Ζωή. Αυτό θα τους πει. Και θα πληρώσει αγόγγυστα το ακριβό το τίμημα για την κακιά την ώρα, που κάποτε του είπανε πως ήτανε να ’ρθει, μα που αυτός ποτέ δεν την περίμενε.
Δημοσίευση σχολίου