Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

Του Αγίου Βαλεντίνου

Μια πολύ επίκαιρη ιστορία...

Η χθεσινή ημέρα ήταν στ’ αλήθεια η καλύτερή του. Η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Εδώ και χρόνια ήταν η καλύτερή του. Εδώ και εφτά χρόνια για να είμαστε ακριβείς. Όχι, δεν ήταν ερωτευμένος, όχι αυτός, προς θεού, απλά είχε κάνει κατάληψη στην ψυχή του ένα πάθος, που έπαιρνε σάρκα και οστά τη συγκεκριμένη ημέρα. Να, αγαπούσε την αγάπη, ακριβώς όπως κι εκείνος ο διάσημος αλήτης του ντάρμα, ο Τζακ Κέρουακ.
Κάθε φορά, λοιπόν, που ήταν η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου, έπαιρνε άδεια απ’ τη δουλειά για να ικανοποιήσει το πάθος του, που δεν ήταν άλλο από το να χαρίσει ένα δώρο ακριβό και στη φύση του μοναδικό, σ’ ένα ερωτευμένο άγνωστό του ζευγάρι. Έτσι, έβγαινε κάθε φορά απ’ το πρωί, με το πρώτο σχεδόν φως της μέρας, έξω στους δρόμους της απρόσωπης πόλης στην αναζήτησή του. Τριγυρνούσε σε καφετέριες και σε πλατείες, σε μαγαζιά και σε σταθμούς του Μετρό, σε σχολές και σε τράπεζες, ακόμη και σε δημόσιες υπηρεσίες και νοσοκομεία, και παρατηρούσε από κοντά τους ανθρώπους, τους παραμόνευε, τους παρακολουθούσε, προσπαθώντας να βρει το ιδανικό ζευγάρι, εκείνο που θα ευεργετούσε. Όχι, δεν του έκανε ένα οποιοδήποτε ζευγάρι. Το δώρο του ήταν ακριβό. Δε θα το έδινε σ’ όποιον κι όποιον. Δε θα το χάριζε εύκολα και προτού το σκεφτεί καλά κι ακριβοδίκαια.
Τα προηγούμενα χρόνια στάθηκε πολύ τυχερός, αφού βρήκε πολύ εύκολα αυτούς που αναζητούσε. Αλλά ετούτη τη φορά όλα έμοιαζαν διαφορετικά. Λες κι ο κόσμος είχε αλλάξει ριζικά μέσα σε δώδεκα μόλις μήνες. Κατήφεια, οργή, βιασύνη, άγχος, πρόσωπα μοναχικά, ψυχρά κι αδιαπέραστα, αντίκριζε όπου κι αν έστρεφε το βλέμμα. Μα, που πήγε η αγάπη; αναρωτιόταν. Που πήγε; Κοιτούσε παντού, κοιτούσε με πόνο ψυχής και βαθιά αγωνία, αλλά δεν την έβλεπε πουθενά.
Ο χρόνος πήρε να περνά απελπιστικά γρήγορα. Η λιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα άρχισε να μικραίνει και στο διάβα του χρόνου να χάνεται. Οι πιθανότητες να πετύχει το στόχο του έμοιαζαν στιγμή τη στιγμή να μειώνονται, να λιγοστεύουν. Λίγο έλειψε να τον πιάσει κι αυτόν, που ξεκίνησε την ημέρα του μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, η κατάθλιψη. Αλλά, συγκράτησε τον εαυτό του, του επιβλήθηκε, κατάφερε να του δώσει κουράγιο. Περίμενε να βραδιάσει, κι όλα θ’ αλλάξουν προς το καλύτερο, τον έπεισε. Κι είχε δίκιο. Απόλυτο!
Σαν πήρε να νυχτώνει είδε την πολύβουη βρωμονεφόσκεπη πόλη σιγά σιγά ν’ αλλάζει πρόσωπο. να φοράει ένα πιο ζεστό, πιο τρυφερό, πιο όμορφο και φωτεινό. Όταν τα πρώτα ερωτευμένα ζευγαράκια άρχισαν να κάνουν δειλά-δειλά την εμφάνισή τους, ένιωσε μια έντονη αίσθηση ευδαιμονίας να χρωματίζει τον αέρα, να του αλλάζει την πνοή. Κι έτσι, πήρε τα πάνω του. Ευτυχώς! ψιθύρισε στον εαυτό του. Ευτυχώς θα μπορούσε να δώσει και φέτος σε κάποιους εκλεκτούς το ακριβό του δώρο.
Πήρε να περπατά νωχελικά αργά, επιφανειακά άσκοπα, αλλά σχεδόν επιτηδευμένα, στους άτσαλα και δίχως αρμονία υπερφωτισμένους δρόμους της πόλης. Που και που καθόταν σε κάποιο παγκάκι για να χαζέψει δήθεν αδιάφορα τους περαστικούς, στεκόταν μπροστά από καμιά βιτρίνα ή και έμπαινε σ’ ένα οποιοδήποτε μπαράκι για ένα ποτό. Το κυνήγι είχε αρχίσει και τώρα πια δε βιαζόταν. Ήταν σίγουρος πώς όλα θα πήγαιναν καλά, όπως πάντα, ότι ο χρόνος ήταν με το μέρος του. Θα τους βρω! Θα τους βρω σύντομα τους αιώνια ερωτευμένους μου, ψιθύριζε στον εαυτό του και χαμογελούσε με ικανοποίηση.
Ξόδεψε δυο ή τρεις ή τέσσερις ώρες έτσι -ποιος τις μετράει;- αλλά στο τέλος εντόπισε το στόχο του, ή μάλλον τους στόχους του, το ιδανικό ζευγάρι. Ήταν δυο νέοι φτωχοί που κάθονταν σ’ ένα παγκάκι και γιόρταζαν με τα λιτά τους μέσα την επέτειο. Εκείνη ήταν μικροκαμωμένη, με σγουρά μαλλιά και λεπτό πρόσωπο και με μάτια μεγάλα καστανά, που ακτινοβολούσαν. Εκείνος έμοιαζε αρκετά μεγαλύτερος, κοντοκουρεμένους και με κοιλίτσα και με μάτια μαύρα, αδιαπέραστα, ωστόσο στη θέα της τρυφερά. Εξωτερικά έμοιαζαν αταίριαστοι, από μέσα τους όμως ήταν ένα. Με την πρώτη ματιά κατάλαβε ότι αυτοί δεν είχαν τίποτ’ άλλο να μοιραστούν στον κόσμο ετούτο, παρά την αγάπη τους. Ήταν ερωτευμένοι κι αυτό τους έφτανε, τίποτ’ άλλο δε ζητούσαν. Ήταν ερωτευμένοι κι αυτό του έφτανε. Αυτοί ήταν οι τυχεροί. Αυτούς έψαχνε όλη μέρα. Ήταν οι εκλεχτοί. Γι’ αυτούς θα γινόταν ο μέγας ευεργέτης.
Στάθηκε για ώρα πολλή μισοκρυμμένος σε μια σκοτεινή γωνιά και τους περίμενε. Κάποτε, μάλλον αργά παρά νωρίς, τους είδε να σηκώνονται αγκαλιασμένοι, σιωπηλοί, και να φεύγουν. Πήρε να τους ακολουθεί αθέατος, από απόσταση. Η βόλτα ήταν μακρινή και τους οδήγησε σ’ ένα κάπως απομονωμένο και παράταιρα ήσυχο μικρό πάρκο, που έμοιαζε απόλυτα εγκαταλειμμένο, εκείνο το κρύο και σκοτεινό χειμωνιάτικο βράδυ. Κρύφτηκε πίσω από κάποια δέντρα που μύριζαν καυσαέριο, περιμένοντας να δει που ακριβώς θα πήγαιναν. Εκείνοι, ανυποψίαστοι για την παρουσία του, κάθισαν και πάλι σ’ ένα μοναχικό και λίγο νοτισμένο παγκάκι και αφέθηκαν με όλο τους το είναι στου έρωτα τα μοναδικά τα χάδια. Σε λίγο, κι αφού το βλέμμα του λούστηκε φως στη θέα του πάθους τους, άρχισε σιγά-σιγά κι εντελώς αθόρυβα να τους πλησιάζει από πίσω. Πολύ σύντομα ήταν τόσο κοντά που μπορούσε ν’ ακούσει καθαρά τις κοφτές και καυτές τους ανάσες να ξεφεύγουν σαν τραγούδι ψιθυριστό και σα θρίαμβος απ’ τα νεανικά τους στήθια. Τότε ήταν που έβαλε το χέρι απαλά, σχεδόν τελετουργικά, στην τσέπη, έβγαλε το περίστροφο και τους πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής. Έπεσαν νεκροί, με τα πρόσωπα ακόμη ενωμένα ακόμη με πάθος, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Εκείνος παρέμεινε να τους παρατηρεί για μια στιγμή μ’ ένα τρυφερό χαμόγελο στα χείλη και μια αδιόρατη τρέλα στο βλέμμα. Ένιωθε το μέσα του να γεμίζει τώρα με μια ισοπεδωτική ικανοποίηση. Τα κατάφερε και φέτος. Έδωσε κι ετούτη τη φορά το μονάκριβό του δώρο σε δύο ανθρώπους. Τους χάρισε την αιώνια, την δίχως ψέματα και ψεγάδια, την απόλυτη αγάπη. Τους έντυσε με το πέπλο της αθανασίας.
Ναι, η χθεσινή μέρα ήταν η καλύτερή του.
Δημοσίευση σχολίου