Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

Ερωτοδίνη (Απόσπασμα IV)

Ένα εκτενές απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο έχω για σας σήμερα. Και πάλι δεν αποκαλύπτει κάποιο απ' τα μεγάλα μυστικά της ιστορίας, αλλά όσοι έχουν διαβάσει τις "Γυναίκες της Συγνώμης" θ' αναγνωρίσουν σ' αυτό κάποια πρόσωπα:

...Μαρμάρωσε ο Δημήτρης, μαρμάρωσε κι η Χριστίνα. Στην αρχή έμειναν για μια στιγμή σιωπηλοί να κοιτούν τη Ράνια και μετά αντάλλαξαν μια ματιά που έσταζε απορίες και αναγνώριση. Εντάξει, τους είπε η Όλγα ότι η ίδια η μάνα της ήταν, αλλά αυτό πια! Λίγο έλειψε να δακρύσει ο Δημήτρης, αφού το κορίτσι που στεκόταν μπροστά του ήταν μια φωτοκόπια, μια πιο νεανική εκδοχή της Μίρας. Το ίδιο πρόσωπο, τα ίδια μάτια, τα ίδια μαλλιά, σχεδόν το ίδιο ύψος, κι ας ήτανε σχεδόν δέκα χρόνια μεγαλύτερη η μάνα της όταν τη γνώρισε. Η Χριστίνα, που λίγες μόνο φορές είδε τη γυναίκα, που την έμαθε καλά μέσα από τις αφηγήσεις του άντρα της και τις φωτογραφίες, κι αυτή το ίδιο σκεφτόταν. Και κάτι ακόμη: θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα με δαύτηνε. Αλλά, δεν το σκέφτηκε με φθόνο, με κακία, αλλά με τρυφερότητα, καθώς το κορίτσι ήταν πανέμορφο, αλλά είχε κι εκείνο το κάτι στο βλέμμα. εκείνο το κάτι το τρομακτικό, που θα προσέλκυε κάθε αρσενικό, και που θα τον λύγιζε. Ήταν δώδεκα και έμοιαζε είκοσι. Πολύ πιο ώριμη για την ηλικία της, πολύ πιο έμπειρη στη ζωή απ’ τα παιδιά πίσω στην Ελλάδα. Όταν θα την άκουγαν σιγά-σιγά ν’ αρχίζει να τους μιλά, να τους ανοίγεται, θα καταλάβαιναν με μια κάποια ανακούφιση, κι ένα μικρό φόβο, ότι δεν λάθεψαν στις εκτιμήσεις τους. Η Ράνια ήταν μια νέα αποφασισμένη γυναίκα, κι ας ήταν ακόμη παιδί.
Σήκωσε το χέρι η Όλγα κι ένεψε σιωπηλά στη Ράνια να πλησιάσει. Την ακολούθησε σιωπηλά η μεγαλύτερη ξαδέλφη της, η Ντάζια. Πήγε να κάνει τις συστάσεις η πρώτη, μα δεν πρόλαβε, καθώς εκείνη τον Δημήτρη τον αναγνώρισε αμέσως, κι ας μην τον είδε ποτέ. Στάθηκε μπροστά του σοβαρή-σοβαρή, ακίνητη, παρατηρώντας τον με μάτια διεισδυτικά, από εκείνα που θα έκαναν τον καθένα να λυγίσει. Χα, σκέφτηκε εκείνος, χα. πάντα του άρεσαν οι κονταρομαχίες με τα βλέμματα – έτσι, ήταν εξάλλου που γνώρισε τη μάνα της. Κράτησε, λοιπόν, τα μάτια του σταθερά, ακίνητα, καρφωμένα στα δικά της. Άργησε. άργησε πολύ η μικρή, αλλά στο τέλος υποχώρησε, παραδέχτηκε την ήττα της δίχως να την ομολογήσει. Λες κι ήταν ένα παιχνίδι. Λες και τον μετρούσε για δει ποιος είναι.
Αναστέναξε με ανακούφιση η Όλγα, που ίσως να περίμενε μια μπόρα, που ποτέ δεν έφτασε κι έκανε, τελικά, τις συστάσεις. Παρά την παράσταση που έδωσε έμοιαζε να τα έχει λίγο χαμένα η Ράνια, καθώς αυτοί οι άγνωστοι σύντομα θα γίνονταν η οικογένειά της. Έδειχναν πολύ συμπαθητικοί άνθρωποι, γεμάτοι καλοσύνη, αλλά την ίδια ώρα τρομακτικοί, αφού της ήταν απόλυτα, ή σχεδόν απόλυτα ξένοι. Τον ένα τον ήξερε πολύ καλά, κι ας μην είχε ο ίδιος ιδέα. Πήγε να της πει κάτι η Νάζια στη γλώσσα τους, αλλά τη διέκοψε, σχεδόν απότομα, επιτακτικά.
«Αφού αυτή θα είναι η γλώσσα μου από δω κι εμπρός, ας μιλάμε ελληνικά.» Δεν κόμπιασε καθόλου προφέροντας αυτές τις λέξεις, λες και τα ελληνικά ήταν η πρώτη της γλώσσα. Μετέφρασε στη θεία της τι είπε κι εκείνη σήκωσε αδιάφορα, μα και με κάποια δόση περηφάνιας τους ώμους. Ας μιλούσαν σε ό,τι γλώσσα θέλανε, φτάνει να πήγαιναν όλα καλά.
Με πολλές επισκέψεις στο σπίτι της Όλγας, αμήχανες συζητήσεις, λίγες εξόδους και πολλές σιωπές κύλησαν οι επόμενες μέρες. Η Ράνια έμοιαζε μέρα με τη μέρα να τους συμπαθεί πιο πολύ, αλλά και πάλι ήταν διστακτική απέναντί τους. Σαν να ήθελε να πει κάτι, σε κάτι ν’ αντιδράσει, αλλά απλά δεν μπορούσε να το κάνει. Δεν της έβγαιναν τα λόγια. Ίσως και να μην έφτασε η κατάλληλη ώρα για να ειπωθούνε. Όταν τον γνωρίσω πιο καλά, τότε θα του μιλήσω, σκεφτότανε για τον Δημήτρη και ολιγωρούσε.
Τελικά, το γρηγορόσημο δεν θα αποδεικνυόταν τόσο... γρήγορο όσο το ελληνικό αντίστοιχό του, κι έτσι οι τέσσερις επισκέπτες, κι η αυριανή αδελφούλα της, η Μίρα, θα παρέμεναν στο Βελιγράδι για δυο σχεδόν μήνες, που φάνηκαν σαν ευλογία σ’ εκείνη. Καλύτερα έτσι, σκεφτότανε. Καλύτερα, επειδή θα είχε το χρόνο να συνηθίσει στην ιδέα, κι έτσι η μετάβαση από μια χώρα κι ένα πολιτισμό, σε μιαν άλλη κι ένα διαφορετικό, θα γίνονταν πιο ομαλά.
Ήταν στις δεκατέσσερις του Αυγούστου, παραμονή της Παναγίας, όταν πήρε την απόφασή της, εκείνη που κατ’ επανάληψη ανέβαλλε. Καθώς περπατούσαν όλοι μαζί, μια συντροφιά, οι ξένοι -μα, τώρα γνωστοί- επισκέπτες κι η οικογένειά της, απολαμβάνοντας μια ασυνήθιστα δροσερή νύχτα, ξάφνου η Ράνια κοντοστάθηκε και τους είπε:
«Θέλω να μιλήσω με τον Δημήτρη. Μόνη.» Απ’ την πρώτη στιγμή με το μικρό του όνομα τον αποκαλούσε. Και τον έλεγε Δημήτρη, όχι Ντμίτρι, όπως η θεία κι οι εξαδέλφες της. Δεν έφεραν αντίρρηση. Εξάλλου ποτέ δεν μίλησαν μόνοι οι δυο τους και ήξεραν ότι κάποτε έπρεπε να γίνει κι αυτό. Μονάχα ο Νικόλας κατάλαβε τι επρόκειτο να συμβεί. Έσκυψε στ’ αυτί της Νάζιας και της ψιθύρισε.
«Τα ξέρει όλα. Κάπως τα έμαθε. Είμαι σίγουρος. Τώρα θα θέλει ν’ αναμετρηθεί μαζί του, αλλά δεν θα τον κατηγορήσει. Ξέρει τα τι και τα γιατί, αλλά θέλει ν’ ακούσει κι απ’ τον ίδιο πώς έγινε.»
«Μα, πώς στην ευχή...» έκανε να ρωτήσει εκείνη, αλλά μόλις την άγγιξε απαλά στον ώμο σιώπησε κι εκείνος συνέχισε.
«Μόλις τον αντίκρισε εκείνη την πρώτη μέρα είδα τα μάτια της για μια στιγμή να φωτίζει η οργή, αλλά την έκρυψε γρήγορα, τη μεταμόρφωσε σε περιέργεια. Δεν ήταν σίγουρη πώς ένιωθε εκείνη την ώρα. Κι αποφάσισε να τον γνωρίσει καλά πριν να τον κατηγορήσει για κάτι. Μοιάζει να είναι πιο ώριμη απ’ τις περισσότερες γυναίκες που γνώρισα – και γνώρισα πολλές,» κατέληξε.
Κούνησε το κεφάλι σαν να συμφωνούσε εκείνη και πήραν και πάλι να περπατάνε, ακολουθώντας την υπόλοιπη συντροφιά.
Ο Δημήτρης κι η Ράνια έμειναν πίσω. Κάθισαν σ’ ένα παγκάκι κι έμειναν για καμπόση ώρα σιωπηλοί παρατηρώντας τους περαστικούς. Όταν τελικά άνοιξε το στόμα της για να μιλήσει, ο Δημήτρης ένιωσε σαν Γαλάτης, που του έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι.
«Ξέρω τι έκανες!» του είπε με φωνή σταθερή, που δεν σήκωνε αντίρρηση. Κι εκείνος δεν έφερε καμία. Απλά έσκυψε, έκρυψε το κεφάλι μέσα στα χέρια του και άρχισε να κλαίει. Δεν τον ένοιαζε καθόλου το ότι υπήρχε κόσμος τριγύρω, δεν έδινε μία για τα περίεργα βλέμματα, για τις ματιές των άλλων. Το μόνο που ήξερε ότι έπρεπε να κλάψει, για μια στερνή φορά ν’ αδειάσει και να ζητήσει τη συγχώρεση από το μόνο πλάσμα, που θα μπορούσε να του τη δώσει. Όταν καταλάγιασαν οι λυγμοί, όταν τα μάτια στράγγιξαν κι οι ανάσες πήραν και πάλι τους κανονικούς της ρυθμούς, σήκωσε το βλέμμα για να διαβάσει το κατηγορώ που περίμενε στο βλέμμα της Ράνιας. Αλλά, το μόνο που αντίκρισε εκεί ήταν η θλίψη κι η συμπόνια. Δεν τον κατηγορεί, λοιπόν; Δεν τον κατηγορεί για... Ή μήπως;
«Δεν σε μισώ, Δημήτρη. Σε συγχώρεσα από τη στιγμή που έμαθα την αλήθεια. Απλά θέλω να ξέρω το γιατί;»
«Επειδή μού το ζήτησε!» Τόσο πολύ την αγαπούσε, λοιπόν; απόρησε εκείνη. Αλλά ναι, αφού το έλεγε καθαρά στα ημερολόγιά της. σ’ εκείνα που φρόντισε να καταχωνιάσει στα βάθη μιας παλιάς ντουλάπας η θεία της και που δεν δυσκολεύτηκε ν’ ανακαλύψει εκείνη.
«Σε πιστεύω. Τα ξέρω όλα. Ξέρω όλα όσα ζήσατε. Το ότι ήρθατε εδώ για να με βρείτε τότε που όλοι με πίστευαν νεκρή. Το πώς πέθανε η μάνα μου. Το μόνο που ήθελα να μάθω ήταν γιατί τη σκότωσες.»
«Δεν ήταν ακριβώς έτσι...» άφησε ένα δάκρυ καυτό να χαράξει και πάλι το μάγουλό του εκείνος, αλλά εκείνη βιάστηκε να το σβήσει με το χέρι της.
«Ώρες-ώρες σκέφτομαι ότι ήταν τρελή η μάνα μου, ότι ο πόλεμος κι ο θάνατος της πήραν τα μυαλά. Αλλά, ύστερα, όταν θυμάμαι όσα γράφει στα τετράδιά της...»
«Μα, ποια τετράδια;» βιάστηκε να την διακόψει εκείνος. «Αφού όλα τα γραπτά της τα έχω εγώ – ή μάλλον τώρα, αυτός. τα έδωσα στον Νικόλα, που θα γράψει, λέει την ιστορία μας...»
«Έχεις εκείνα που μετέφρασε για σένα, όχι τα πρωτότυπα. Εκείνα έχω εγώ. Η θεία μου δεν το ξέρει. Δεν είναι αρκετά δυνατή για ν’ αντέξει να τα διαβάσει, γι’ αυτό τα έκρυψε.»
«Ενώ εσύ...»
«Εγώ γεννήθηκα ορφανή. Κι όσο κι αν μεγάλωσα με τη θεία, πάντα σαν τέτοια, σαν θεία την έβλεπα. δεν γνώρισα ποτέ πατέρα και μητέρα. Κι ευτυχώς που μ’ έστειλαν σε σχολείο που δεν πήγαιναν άλλα παιδιά από τη γειτονιά μου, γιατί τότε θα ήμουν για όλους το ορφανό. θα στιγματιζόμουνα, κι ας είναι γεμάτη μ’ ορφανά αυτή η χώρα.»
«Αν...»
«Ναι, το ξέρω, αν δεν σου το ζητούσε δεν θα το έκανες ποτέ. Αλλά, το είχε ήδη πάρει απόφαση. Θα του ζητήσω να με σκοτώσει, έγραφε, κι αν δεν το κάνει θα σκοτωθώ από μόνη μου. Με κοιτάς με έκπληξη. Μάλλον δεν το ήξερες αυτό. Ξεροκέφαλη, μάλλον, θα ήταν η μάνα μου, σαν και μένα. Το λέει συχνά η θεία αυτό.»
«Τι άλλο γράφει;»
«Ότι είσαι ο μοναδικός άντρας που αγάπησε, ότι μόνο εσένα εμπιστευόταν τυφλά, ότι την έκανες να νιώθει ζωντανή. Σε παρακαλώ μόνο, πες μου πώς, και τίποτ’ άλλο δεν θα σε ρωτήσω. Πρέπει να μάθω.»
«Θυμάσαι το κάστρο...»
«...στην ακροθαλασσιά; Ναι. Το αγαπημένο της μέρος, έγραφε.»
«Εκεί. Πήγαμε ένα χάραμα, μόλις επιστρέψαμε στην Κρήτη,» προσπάθησε πάλι χωρίς επιτυχία να πνίξει ένα λυγμό, κι εκείνη έπιασε τ’ αριστερό του χέρι με ζέση στο δικό της, του έδωσε κουράγιο. Συνέχισε. «Πήγαμε εκεί. Με αγκάλιασε. Μου γύρισε την πλάτη, όπως στεκόμασταν πάνω στα τείχη, άνοιξε τα χέρια σαν φτερούγες και μου είπε: Σπρώξε με. Κι εγώ το έκανα. Δεν μπορούσα να της αρνηθώ τη στερνή εκείνη χάρη που μου ζητούσε. Έτσι κι αλλιώς...»
«...αργά ή γρήγορα θ’ αυτοκτονούσε. Σ’ ευχαριστώ πολύ,» ψιθύρισε εκείνη πικρά και τον αγκάλιασε. Επιφυλακτικά, μα τον αγκάλιασε. Την έσφιξε κι εκείνος στη δική του αγκαλιά και για λίγο έσβησαν οι ήχοι της πόλης, χάθηκαν στη χοάνη του χρόνου οι φωνές των άλλων ανθρώπων. Σιγά-σιγά ένιωσε να σχηματίζεται στο πρόσωπό του ένα χαμόγελο. Έτσι ήταν γραφτό να γίνουν όλα, λοιπόν; Το κορίτσι λες κι ένιωσε την αλλαγή μέσα του, σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε έντονα, όπως πάντα.
«Θα προσπαθήσω να είμαι καλή, Δημήτρη. Δεν πιστεύω ότι θα μπορέσω ποτέ να σε δω σαν πατέρα, αλλά...»
«Μα, δεν σου το ζητώ αυτό. Τίποτα δεν σου ζητώ. Μπορώ να είμαι ειλικρινής μαζί σου;»
«Ναι,» απάντησε μονολεκτικά εκείνη.
«Το μόνο που θέλω για σένα είναι να είσαι ευτυχισμένη. Τα πράγματα εκεί που θα πάμε είναι αλλιώς, αλλά και ίδια. Η ζωή σου θα είναι λίγο πιο εύκολη, αλλά μέχρι να προσαρμοστείς...»
«Μην ανησυχείς. Θα τα καταφέρω.»
«Δεν έχω καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Όπως λέει κι η Όλγα, ίδια η μάνα σου είσαι, θα μπορούσες να τα καταφέρεις παντού, αλλά... άσε. Άσε, δεν θα σου πω τίποτ’ άλλο. Όταν φτάσουμε εκεί βλέπουμε και κάνουμε.»
«Είναι που είμαι λυπημένη;» Ένευσε καταφατικά.
«Είναι και αυτό. Καλά. Θα σου πω τι σκέφτομαι. Δεν ξέρω αν θα με καταλάβεις...»
«Τα ελληνικά μου είναι πολύ καλά, ευχαριστώ,» απάντησε εκείνη πεισμωμένη.
«Είναι που κρύβεις πολλή οργή μέσα σου. Πρέπει να ηρεμήσεις λίγο, να χαρείς τη ζωή τώρα που είσαι μικρή.»
«Ποτέ δεν ήμουνα μικρή. Μεγάλη γεννήθηκα. Κάνω δουλειές από τότε που... από τότε που... περπατώ!»
«Ε, έλα τώρα, δεν μπορεί, κάπως θα υπερβάλλεις,» γέλασ’ ο Δημήτρης.
«Καθόλου. Ποιος νομίζεις ότι έκανε τις δουλειές στο σπίτι τόσα χρόνια; Εγώ κι η Ντάζια. Πρώτα μάθαμε να τις κάνουμε αυτές και μετά αρχίσαμε να μαθαίνουμε γράμματα. Ο μισθός της θείας και του Ντούσαν μόλις που έφταναν για να ζήσουμε. Όταν πέθανε κι αυτός...»
«Μα, είπα στη θεία σου να τη βοηθήσω, αλλά εκείνη...»
«Όχι. Ποτέ. Θα τα καταφέρει. Κι αν με αφήσετε να κάνω κι εγώ καμιά δουλειά εκεί που θα πάμε...»
«Είσαι δώδεκα χρονών, Ράνια;»
Και τι μ’ αυτό; Ήθελε να ρωτήσει, μα συγκρατήθηκε, δεν το έκανε. Μάλλον στη χώρα του τα πράγματα θα είναι αλλιώς. Αλλά, σκέφτεται, αλλά κι εδώ είναι αλλιώς. Δεν ζούνε όλοι μες στη φτώχεια. Δεν δουλεύουνε όλοι απ’ το πρωί ως το βράδυ για να τα φέρουν βόλτα. Πάντως... Πάντως, πρέπει να κάνει κάτι για να βοηθήσει τη θεία της.

Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ


Δημοσίευση σχολίου