Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Σαν Αποχαιρετισμός

Και να που οι τρεις μήνες κύλησαν σαν νερό και χάθηκαν σαν τίποτα, στο πουθενά, όπως όλα. Λες και ήταν μόλις χθες που έφτασα εδώ. Λες και το ξεμπλοκάρισμά μου και η συγγραφή της «Ερωτοδίνης» και η επανασυγγραφή της «Απολογίας της Μήδειας» δεν κράτησαν παρά δυο μόλις στιγμές, που τέλειωσαν πριν μία.
Σχεδόν θολές, σαν όνειρο, είναι τώρα οι αναμνήσεις από την Τσιανγκ Μάι. Νιώθω σάμπως για δώδεκα βδομάδες απλά καθόμουνα πάνω σ’ ένα σύννεφο και παρακολουθούσα το χρόνο να περνά. Κι όμως, κάθε άλλο παρά σπαταλημένος ήταν ο χρόνος αυτός. Έγραψα πολύ, διάβασα πολύ, γνώρισα νέους ανθρώπους, έμαθα καινούρια κόλπα, έπεσα λίγο, σηκώθηκα πολύ, εκνευρίστηκα και χαμογέλασα, μίλησα λίγο, άκουσα πολύ.
Στην τελική χαρές μονάχα έζησα εδώ, πολλές μικρές-μικρές χαρές (και μία θλίψη, που μου ήρθε από μακριά), και τώρα ετοιμάζομαι για την επιστροφή σ’ ένα τόπο που απ’ της καρδιάς μου τα βάθη αγαπώ, σε μια ζωή που ποτέ δεν μπόρεσα να συνηθίσω. Το μόνο που εύχομαι, καθώς ετοιμάζω για άλλη μία φορά τις αποσκευές μου, είναι να μπορέσω να κρατήσω την ορμή. Την ορμή που μ’ έσπρωξε σε πέντε βδομάδες να γράψω ένα βιβλίο, σε πέντε μέρες να ξαναγράψω ένα μονόλογο.
Θυμάμαι ακόμη, αν και αμυδρά, εκείνη τη μέρα που τέλειωσα την «Ερωτοδίνη». Ανταλλάζαμε απ’ το πρωί μηνύματα με τη θαλασσιά Μαρίνα και της έλεγα «σε τρεις μέρες τελειώνω το βιβλίο.» Κι εκείνη απορούσε: «Μα πώς μπορείς να ξέρεις;» Ήξερα, επειδή, έως εκείνη την ώρα, δούλευα σχεδόν με πρόγραμμα, έγραφα κατά μέσο όρο δυο χιλιάδες λέξεις καθημερινά. Εκείνο που δεν ήξερα ήταν ότι εκείνη την ημέρα θα είχα, αυτό που λένε, ρέντα και μέχρι το βράδυ θα έγραφα πεντέμισι χιλιάδες λέξεις, οδηγώντας έτσι, αβίαστα και με χαρά μεγάλη την ιστορία στο τέλος της. Κι ύστερα θα ένιωθα πολύ-πολύ ανακουφισμένος. Και μετά θ’ ακολουθούσε η αναπόφευκτη πτώση, αφού θα έχανα πια οριστικά κάποια απ’ τα φιλαράκια μου -της ζωής και της φαντασίας- με τα οποία ταξίδευα εδώ και εννιά χρόνια.
Αλλά κι εκείνη η πτώση δεν θα κρατούσε για πολύ καθώς, λίγες μέρες μετά θα ξανάπιανα στα χέρια μου την αγαπημένη Μήδεια, την ιστορία της οποίας θα αφηγούμουν και πάλι αιρετικά, κάνοντάς την ωστόσο λίγο πιο πλούσια, λίγο πιο ζωντανή.
Σαν τέλεψα και μ’ αυτή ήμουνα σίγουρος ότι τώρα πια θα ένιωθα απόλυτα άδειος, πώς δεν θα μπορούσα να καταπιαστώ με τίποτ’ άλλο, αλλά η μοίρα τα θέλησε αλλιώς, έτσι σύντομα θα πιάσω ξανά στα χέρια μου μια ιστορία παλιά κι αγαπημένη – μια ιστορία που ήταν αιχμάλωτη για καιρό πολύ κι ασφυκτιούσε, και θα της χαρίσω την ελευθερία της, θα τη βοηθήσω ν’ αναπνεύσει και πάλι, θα προσπαθήσω μέσα απ’ αυτή να δείξω την ομορφιά που κρύβεται πίσω απ’ τον πόνο, τη δύναμη πίσω απ’ τη θλίψη, τη ζωή πίσω απ’ το θάνατο. Χθες το βράδυ έμαθα τα νέα, κι ένιωσα μεγαλύτερη χαρά απ’ αυτή που με πλημμύρισε όταν τέλειωσα την «Ερωτοδίνη». Επιτέλους, σκέφτηκα. Επιτέλους, θα κλείσω όλους τους παλιούς λογαριασμούς.
Τελικά, παρόλες τις δυσκολίες που υπήρχαν και εξακολουθούν να υφίστανται, όλα πήγαν καλά. Η προηγούμενη χρονιά τέλειωσε όμορφα, η νέα άρχισε υπέροχα. Κι είμαι σίγουρος ότι τα καλύτερα έπονται.
Μ’ αυτές τις σκέψεις, αγαπημένη μου... Τσιανγκ Μάι, σ’ αποχαιρετώ! Κάποια μέρα, σίγουρα, τα μονοπάτια μας θα συναντηθούνε και πάλι.
Δημοσίευση σχολίου