Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

Η περιπέτεια ενός ταξιδιού ή το ταξίδι μιας περιπέτειας - Μέρος Α'

Πάει ήδη μια βδομάδα από τότε που κίνησα απ’ την αγαπημένη μου Τσιανγκ Μάι για να επιστρέψω στην Κύπρο και νιώθω λες κι από τότε έχουν περάσει χρόνια.
Ήτανε, λοιπόν, ημέρα ή μάλλον βράδυ Τετάρτης, 11 του μήνα, όταν το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής άρχιζε. Άφησα το δωμάτιό μου στις εφτά το βράδυ και πήρα ένα τουκ τουκ με προορισμό το αεροδρόμιο. Κάτι μου έλεγε ότι η πτήση μου για την Μπανγκόκ θα είχε καθυστέρηση και δεν έπεσα έξω. Μιάμιση ολόκληρη ώρα θα αργούσε η πτήση, κι αν ήμουνα στη δύση θ’ άρχιζα αμέσως να βράζω μες στα ζουμιά μου, αφού μ’ αυτά τα δεδομένα θα έχανα σίγουρα τις επόμενες πτήσεις, για Κάιρο και Λάρνακα αντίστοιχα. Αλλά, ευτυχώς, δεν ήμουνα στη δύση, δεν ήμουνα καν σε μια από τις πόλεις-κατάρες -για μένα- της ανατολής, ήμουνα στην Τσιανγκ Μάι. Και στην Τσιανγκ Μάι με τίποτα δεν θα μπορούσα να νευριάσω. Να εκνευριστώ, ναι, να νευριάσω, όχι. Πήγα, λοιπόν, στο γραφείο κρατήσεων της Air Asia, τους είπα το και το, κι αμέσως προσφέρθηκαν να μου αλλάξουν πτήση, να με βάλουν στην επόμενη (που θα έφευγε πριν από την προηγούμενη –και- δική μου) και να φροντίσουν να βγουν και οι αποσκευές μου πρώτες ώστε να προλάβω. Κι όλ’ αυτά από την πιο φτηνή εταιρεία της χώρας, από την οποία αγόρασα το εισιτήριο για 25 μόλις ευρώ. Δέχτηκα με κάποιες επιφυλάξεις, αφού δεν ένιωθα και τόσο σίγουρος ότι τα πράγματα θα πήγαιναν καλά, και προτιμούσα απλά να εξαργυρώσω το εισιτήριό μου (που δεν μπορούσα) και να πετάξω με την Thai που πετούσε πιο νωρίς.
Ευτυχώς, οι φόβοι μου διαψεύσθηκαν πανηγυρικά, καθώς η πτήση που με έβαλαν, αν και ήταν προγραμματισμένη για τις 10.20 το βράδυ, αναχώρησε τελικά είκοσι λεπτά νωρίτερα, αφού το αεροπλάνο είχε ήδη γεμίσει. Έτσι, μια ώρα αργότερα προσγειώθηκα στο αεροδρόμιο της Μπανγκόκ, όπου με περίμενε μία ακόμη έκπληξη. Οι άνθρωποι της εταιρίας αντιλαμβανόμενοι το μέγεθος του προβλήματος, έστειλαν το σακίδιό μου με πτήση άλλης αεροπορικής εταιρίας, που προηγήθηκε, κι έτσι όταν έφτασα εκεί το βρήκα να με περιμένει. Και πήρα να τρέχω, να τρέχω, να τρέχω. Για ν’ ανέβω δύο ορόφους φορτωμένος με το σακίδιο, μια τσάντα με βιβλία και δύο υπολογιστές. Για να κάνω τσεκ ιν. Για να κανονίσω την επιστροφή του φόρου για το νέο μωρό (Acer Netbook). Για να περάσω από τον έλεγχο διαβατηρίων και να ρίξω μια πρώτη και τελευταία ματιά στο βιβλιοπωλείο του αεροδρομίου προτού φύγω. Η τύχη μου χαμογέλασε πλατιά, αφού όχι μόνο τα κατάφερα στο τσακ, αλλά αν και πήγα τελευταίος εκεί βρήκα θέση παράθυρο δίπλα στην έξοδο κινδύνου – ακριβώς όπως την προτιμώ αφού προσφέρει... άπλα.
Ωστόσο, λίγο πριν μπούμε στο αεροπλάνο πήρα την πρώτη γεύση από... Κύπρο. Ευτυχώς δεν πρόλαβα να πάρω και ανάποδες. Ένας μεσήλικας ξερόλας συμπατριώτης μου, προσπαθούσε να περάσει στο αεροπλάνο με το έτσι θέλω μια βαλίτσα γιομάτη... ουίσκι, αν και σαφώς απαγορεύεται απ’ τον κανονισμό. Κι επειδή δεν του το επέτρεψαν πήρε να βρίζει θεούς και δαίμονες, να... να... να... «Ωχ, αρχίσαμε!» σκέφτηκα, αλλά σιγά-σιγά τον ηρέμησαν και τον έπεισαν να δώσει την πολύτιμη βαλίτσα του για να την ανεβάσουν στις αποσκευές. Απ’ ό,τι έμαθα μετά το πουλάκι μου ήτανε μεθυσμένο. Ευτυχώς (ή μάλλον δυστυχώς, αλλά καλύτερα να μην το συζητάμε) στην πτήση για το Κάιρο δεν υπήρχε η πιθανότητα να του σερβίρουν αλκοόλ, έτσι –ίσως- αν κατάφερνε να κοιμηθεί όλα θα πήγαιναν καλά.Μ’ αυτά κι αυτά ανεβήκαμε στο αεροπλάνο. Προτού καλά-καλά προλάβω να καθίσω είδα να μπαίνει ένας γνωστός απ’ την παλιά μου γειτονιά στο κέντρο της Λευκωσίας, με τον οποίο τα είπαμε για λίγο πριν αρχίσει το μακρινό, των δέκα ωρών, ταξίδι...

Η συνέχεια αύριο
Δημοσίευση σχολίου