Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

Σ' αγαπώ απελπισμένα ΙΙ

Ένα ακόμη απόσπασμα από την πρώτη εκδοχή της νουβέλας "Σ' Αγαπώ Απελπισμένα"

Μόνο όταν κάναμε έρωτα ένιωθα ότι ζω πραγματικά, έπαιρνα ζωή απ’ τη ζωή του, φλόγα απ’ τη φλόγα του και απελευθερωνόμουν, έσβηνα το παρόν και το παρελθόν, απλά ήμουνα εγώ, και ήμουνα ευτυχισμένη. Τι όμορφο, τι θεϊκό πράγμα είναι το να σβήνει κανείς μέσα στον άλλο, να παίρνει φως απ’ το φως του, ανάσα απ’ την ανάσα του! Θύμησες, γλυκιές μου αναμνήσεις. Αλλά, μη νομίζει κανείς ότι ήταν όλα πάντα μέλι γάλα μεταξύ μας. Είχαμε και τους καυγάδες μας, καυγάδες μυθικούς - μα, κάπως ψεύτικούς θαρρώ - για πράγματα σημαντικά κι ασήμαντα, για τον τρόπο που έβλεπε ο καθένας μας απ’ τη δικιά του σκοπιά τη ζωή. Εκείνος πάντα αισιόδοξος, γαλήνιος, επέμενε με πάθος ότι η ζωή είναι ωραία, ένα ποίημα. Εγώ, αντίθετα δεν την έβλεπα με ρόδινα χρώματα. Οργιζόμουνα για χίλια δυο πράγματα, ήμουνα απαισιόδοξη. ‘Για δες που μας πάνε ρε οι άνθρωποι,’ κραύγαζα κάθε φορά που γινόταν λόγος για την παγκοσμιοποίηση, έβγαζα παθιασμένους λόγους για τη φτώχεια που επικρατεί αλλού… Εκείνος; Εκείνος με κοιτούσε μ’ ένα λιγάκι συγκαταβατικό χαμόγελο και μου έλεγε: ‘Εύκολο είναι να διαμαρτύρονται οι βολεμένοι, με τα κινητά τους τηλέφωνα, τους υπολογιστές, τα αυτοκίνητά τους και τις καταθέσεις στην τράπεζα, ειδικά όταν έχουν μπροστά τους ένα πιάτο γεμάτο φαϊ, ποτό, και οργίζονται μ’ αυτά που βλέπουν στη μικρή οθόνη…’ Ω, πόσο σε μισούσα - πόσο τον μισούσα - εκείνες τις στιγμές. Με κτυπούσε εκεί που πονούσα, αλλά πονούσα στ’ αλήθεια; δεν ξέρω. Του άρεσε να μιλά συνέχεια για τους επαγγελματίες επαναστάτες του σήμερα, τους βολεμένους του αύριο. Μου άνοιγε τα μάτια, αλλά με εξόργιζε. Τον αγαπούσα με πάθος, αλλά έτρεμα στην ιδέα ότι μπορούσε κάθε στιγμή, με τα πιο απλά του λόγια να με πληγώσει, και μάλιστα χωρίς να το θέλει. Τρελό, δεν είναι; Δεν μπορώ να πω με σιγούρια αν μαζί του πέρασα πιότερο καλές ή άσκημες στιγμές, εκείνο που ξέρω είναι ότι οι καλύτερες μου αναμνήσεις είναι απ’ την εποχή που ήμασταν ένα. Την εποχή εκείνη που μου χάριζε απλόχερα την αγάπη του, χωρίς να ζητά τίποτα από μένα, την εποχή που είχα δίπλα μου κάποιο στον οποίο δεν υπήρχε ανάγκη να μιλήσω για να με καταλάβει, που μπορούσε να με παρηγορήσει δίχως λόγια, να ζεστάνει την ψυχή μόνο και μόνο με την παρουσία του. Δεν ξέρω πόσοι και πόσες έχουν ζήσει κάτι τέτοιο, αλλά λέω με το χέρι στην καρδιά ότι, αν μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω, δε θα έκανα τα ίδια λάθη, δε θα τον έδιωχνα, δε θα τον έχανα. Τις στιγμές που ζήσαμε μαζί δεν τις αλλάζω με τίποτα, αλλά μετανοιώνω για τις στιγμές που έχασα τόσο καιρό μακριά του.


Δημοσίευση σχολίου