Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

Ο Κύριος Μόνος ΙΙ

Από Χριστούγεννα σε Πάσχα, κι από κει στο φθινόπωρο – ανάμεσα σε δυο γιορτές και μια εποχή περιφέρει τη μοναξιά του. Πεθαίνει συστηματικά και πεισματικά ανάμεσα στα περιθώρια του κόσμου και του χρόνου.
Όχι, δεν ήταν από πάντα μόνος. Έμεινε μόνος από τη στιγμή που έχασε εκείνη – τη μοναδική γυναίκα που τον δέχτηκε ακριβώς όπως ήταν, που τον έκανε λίγο πιο ανοικτό και κατανοητικό προς τους άλλους ανθρώπους, που τον δίδαξε αβίαστα και δίχως καν να προσπαθήσει, πως να βαδίζει στις γειτονιές του φωτός. Δεν ήταν απλά σύντροφος, γυναίκα κι ερωμένη του, η Ναταλία, ήταν η ζωή του όλη. Η θέα και μόνο του προσώπου της ήταν αρκετή για να ζωγραφίσει μέσα του εικόνες χαράς και στο συνήθως σκυθρωπό του πρόσωπο χαμόγελα.
Τη γνώρισε εντελώς τυχαία. Σ’ ένα πάρτι όπου τον έσυραν με το έτσι θέλω οι λιγοστοί φίλοι που του είχαν απομείνει. Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του εκεί ήθελε να φύγει. «Δεν ανήκω εδώ,» σκεφτότανε, «δεν ανήκω πουθενά!» Για ώρα πολλή περιφερόταν ανάμεσα σε ανθρώπους αδιάφορους ακούγοντας αδιάφορες κουβέντες, πίνοντας το κόκκινο ακριβό κρασί κάποιου οικοδεσπότη που ποτέ δε γνώρισε. Μάταια φάνταζαν όλα στα μάτια του, απατηλά. Ψεύτικοι άνθρωποι, βεβιασμένα χαμόγελα, ζορισμένα γέλια, βλέμματα λαμπερά που τίποτα δεν έβλεπαν. Περπατούσε, σταματούσε, κρυφάκουγε, συνέχιζε. Μέχρι που βγήκε στον κήπο. Εκεί, σ’ ένα παγκάκι φωτεινό και μόνο την πρωτοαντίκρισε, κι αμέσως κάτι μέσα του σκίρτησε, αναστατώθηκε χωρίς καλά –καλά να μπορεί να καταλάβει το γιατί. Έτσι, όπως την παρατηρούσε από μακριά, ένιωθε πως την ήξερε. Ναι, την ήξερε πολύ καλά. Την έβλεπε στα όνειρα του ξύπνιου του και τη ζωγράφιζε στους καμβάδες της μοναξιάς του λίγο προτού να κοιμηθεί – κάθε μέρα, κάθε νύχτα.
Κάποια στιγμή έστρεψε το βλέμμα της, που μέχρι τότε έμοιαζε να κοιτά στο πουθενά, προς το μέρος του, τον κοίταξε για μια στιγμή, του χαμογέλασε, σηκώθηκε από το παγκάκι και με αργόσυρτα βήματα, νωχελικά σαν και τη ζωή του, πήρε να περιπλανιέται στον κήπο. Ασυναίσθητα άρχισε να την ακολουθεί. Λες και του έστελνε μια διαταγή σιωπηλή, ένα πρόσταγμα που δε σήκωνε αντίρρηση, να βαδίσει στ’ αχνάρια της. Σαν παιχνίδι έμοιαζαν εκείνα τα λεπτά, σαν ένα όραμα γλυκό και μια παράσταση. Σιγά-σιγά οι ήχοι πίσω τους πήραν να σβήνουν κι οι ασυνάρτητες φωνές να χάνουν τη δύναμή τους.
Κάποτε εκείνη σταμάτησε μπρος από ένα απέραντο πράσινο κενό και το φως του φεγγαριού ήρθε να λούσει τα μαλλιά της, να κάνει το πολύχρωμο των ρούχων της να μοιάζει με μωσαϊκό από ιριδισμούς μαγικά σχεδιασμένο. Ήθελε να την πλησιάσει αμέσως, να της μιλήσει, αλλά δεν το έκανε. Πίστευε ότι μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε ιεροσυλία, βλασφημία στους θεούς της ομορφιάς που ύφαναν κλωστή-κλωστή την ύπαρξή της.
«Ή έλα, ή φύγε!» άκουσε τη φωνή της σιγαλά, αλλά αποφασιστικά να τον προστάζει. Την πλησίασε. Στάθηκε δίπλα της. Γύρισε προς το μέρος του, κοίταξε άφοβα το σκοτάδι των ματιών του, του έπιασε το χέρι και στηριζόμενη σ’ αυτό κάθισε δίχως δεύτερη σκέψη στο νοτισμένο γρασίδι. Κάλεσε κι εκείνον δίχως λόγια να γεμίσει το δίπλα της κενό.
Παρέμειναν για ώρα πολλή σιωπηλοί, παρατηρώντας τα όμορφα παιχνιδίσματα της φεγγαροφεγγιάς στο χόρτο και τα δέντρα και τα νωχελικά περάσματα των νεφών μπρος από το πρόσωπο της Εκάτης. Ένα χλιαρό αεράκι μετέφερε στ’ αυτιά τους πού και πού ψίθυρους από μακριά και θροΐσματα αξεδιάλυτα.
Σαν ένα όνειρο ήτανε. Σαν ένα όνειρο, το οποίο φοβότανε ότι απ’ τη μια στιγμή στην άλλη θα γίνονταν καπνός και θα διαλυόταν στα χνάρια της μνήμης του. Αλλά όχι, δεν ήταν όνειρο. Η παράξενη και παράταιρη εκείνη γυναίκα ήταν εκεί, δίπλα του, άκουγε τις απαλές ανάσες της, ένιωθε το χέρι της στο δικό του. «Μα, ποια είναι;», έπιανε τον εαυτό του ν’ αναρωτιέται ξανά και ξανά. «Σα να μην ανήκει σ’ αυτό τον κόσμο!» Δίκιο είχε. Απόλυτο δίκιο, όπως θα μάθαινε πολύ σύντομα καθώς τα πρώτα λόγια που του είπε, έπειτα από ώρες, μέρες, χρόνια και μια στιγμή σιωπηλής ευδαιμονίας ήταν:
«Πεθαίνω, ξέρεις!»
Πεθαίνει! Του το είπε έτσι απλά. Δίχως δισταγμό κανένα, χωρίς αναστεναγμούς και παράπονα. Πεθαίνει. Και μοιάζει να είναι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα σε τούτη τη γη. Ήθελε να τη ρωτήσει πώς και τι και γιατί, αλλά δεν το έκανε. Για κάποιο λόγο αποφάσισε ότι οι ερωτήσεις του σε τίποτα δε θα ωφελούσαν, ότι θα την απομάκρυναν από κοντά του. Της έσφιξε μια στάλα πιο πολύ μοναχά το χέρι και την τράβηξε απαλά προς το μέρος του, με κάποιο δισταγμό, για να δει αν ήθελε για λίγο να αναπαυτεί στην αγκαλιά του. Εκείνη γλίστρησε εκεί μέσα αθόρυβα, με μια ανακούφιση ανείπωτη και γέμισε το είναι του όλο με τη ζεστασιά της.
Από τότε ήταν μαζί. Από τότε, αλλά όχι για πολλή καιρό ήταν μαζί. Η Ναταλία ήταν αυτό ακριβώς που έδειχνε. Ένα πλάσμα μαγικό, ένα ξωτικό, όπως αυτά που συνήθως βιαστικά πολύ περνούν απ’ αυτή τη γη και χάνονται. Έκανε τη ζωή του όμορφη, τη ζήση του γιορτή. Μαζί της έμαθε να χαίρεται το καθετί, να νοσταλγεί αυτά που δεν έζησε, να ευλογεί την τύχη του για το υπέροχο σήμερα.
Αρμονικά, αλλά ακολουθώντας πορείες αντίθετες, κυλούσαν οι μέρες τους. Έδιναν και έπαιρναν αγάπη, μοιράζονταν σιωπές και μυστικά, έβρισκαν όλου του κόσμου την ομορφιά μες στην ασκήμια. Κι όσο τρεμόσβηνε η φλόγα της ζωής της Ναταλίας, τόσο έμοιαζαν πιότερο να την ευλογούν οι χάρες. Σαν αναγεννησιακή ζωγραφιά έμοιαζε τις τελευταίες μέρες της ζωής της, σα μια θεά που περίμενε από στιγμή σε στιγμή να πάρει τη θέση της σε μια μελλοντική τοιχογραφία, φτιαγμένη από τα χέρια και τη φαντασία αρχιμάστορα δημιουργού.
Στα χέρια του ξεψύχησε, μια δροσερή νύχτα του καλοκαιριού, μια νύχτα σαν κι εκείνη που τη γνώρισε. Δεν έκλαψε για κείνη – όχι, μια ύπαρξη που φώναζε ζωή, ακόμη κι όταν αφέθηκε στη συντροφιά του άρχοντα θανάτου, δε θα μπορούσε -θα ήταν άδικο- να προκαλέσει το δάκρυ. Δεν έκλαψε, αλλά από τη μια στιγμή στην άλλη ένιωσε το μέσα του να αδειάζει. Τα μάτια του λες κι άνοιξαν στην πραγματικότητα ξανά κι είδαν το γκρίζο του κόσμου όπως είναι. Όλα στα βάθη της ψυχής του με πάταγο γκρεμίστηκαν, κι έκανε και πάλι μακροβούτι στης μοναξιάς την άβυσσο. Από τότε, από Χριστούγεννα σε Πάσχα, κι από κει στο φθινόπωρο – ανάμεσα σε δυο γιορτές και μια εποχή περιφέρει την ψευδαίσθηση της ζήσης του. Πεθαίνει συστηματικά και πεισματικά ανάμεσα στα περιθώρια του κόσμου και του χρόνου. Έγινε ανεπίτρεπτα αυτός που πάντοτε ήταν, αυτός που για λίγο χάρηκε κι ύστερα χάθηκε, ο κύριος Μόνος.

υ.γ. Με χίλια ζόρια άνοιξε ο μπλόγκερ, αλλά και πάλι αρνείται να ανεβάσει ή και να μου "δείξει" φωτογραφίες. Όπως και να 'χει ετούτη τη φορά δεν σας έχω "περσινά σταφύλια", αλλά μια ιστορία που έγραψα μόλις σήμερα (θα την ξαναγράψω όταν έρθει ο καιρός). Η μούσα μου μοιάζει σιγά-σιγά να επιστρέφει...
Δημοσίευση σχολίου