Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2008

Σαν Μπλουζ

Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι το ήξερα. Το ήξερα ότι τον πρώτο έρωτα της ζωής μου θα τον γνώριζα μπροστά ή πίσω από μια οθόνη υπολογιστή, μέσα από λόγια γραμμένα από πρόσωπα απροσδιόριστα. Τη φωνή του, ήμουνα σίγουρη, θ’ άκουγα για πρώτη φορά σε μια συσκευή τηλεφώνου. Την εικόνα του... Η εικόνα του μου διέφευγε. Δεν μπορούσα να σε ζωγραφίσω με τα μάτια της εφηβικής μου φαντασίας. Προσπαθούσα μα δε μπορούσα. Κι όταν σε γνώρισα, όταν σε είδα από κοντά και σε άγγιξα με δειλία και δέος, κάποιος άλλος είναι, σκεφτόμουνα. Ναι, ήσουνα κάποιος άλλος. Δεν ήσουνα τα λόγια σου, αλλά οι σιωπές σου. Αυτό το κατάλαβα αμέσως, αλλά το άφησα να ξεχαστεί, αφού βιαζόμουνα να ζήσω.
Σκέφτομαι ακόμη συχνά τον εαυτό μου του τότε κι απορώ. Απορώ για την απύθμενή μου άγνοια, απορώ για τις εμμονές μου, απορώ για την αθωότητα με την οποία αντίκριζα τον κόσμο. Κι απορώ για την ηλίθια πεποίθησή μου ότι όλα τα ήξερα, ότι τα καταλάβαινα όλα. Ένα παιδί ήμουνα. Ένα παιδί που μεγάλωνε κι αναζητούσε απ’ τους άλλους μάταια σημασία, τη δικαίωση της ύπαρξής του. Ένα παιδί μονάχο που έκανε τραμπάλα ανάμεσα σε όνειρα τρελά και σκέψεις σκοτεινές.
Με έσωσες τότε. Με έσωσες απ’ τον εαυτό μου, τον οποίο έκλεψες, βάζοντας απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή μπρος με το πείραμα, με το μεγάλο σου κόλπο: τη μεταμόρφωσή μου σ’ ένα θηλυκό σου κλώνο.

υ.γ. Απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο μιας νουβέλας που μόλις άρχισα να γράφω. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν μπορώ πια να ανεβάζω ολόκληρα τα κεφάλαια εδώ...
Δημοσίευση σχολίου