Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2008

Σαν Μπλουζ IV

Μονόχνοτος είσαι, καλέ μου, μονόχνοτος. Μονόχνοτη κι εγώ. Τουλάχιστον όμως εγώ έχω ένα άλλοθι. Είμαι μικρή. Έχω τα μισά σου χρόνια. Εσένα, όμως, η δικαιολογία σου ποια είναι; Στ’ αλήθεια θέλω να την ακούσω. Όχι για να δικαιώσω εσένα, αλλά εμένα. Εμένα και την τότε επιμονή μου να σε υπερασπίζομαι πάντα. Μια επιμονή που με οδήγησε μακριά απ’ όλους μου τους φίλους, που μου στοίχισε χρόνια άγνοιας, που μου έκλεισε τα μάτια στον κόσμο όπως είναι.
Μου έλεγες συχνά -θυμάσαι;- ότι πάνω απ’ όλα ήθελες να με βοηθήσεις, με κάθε τρόπο, να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου. Αλλά, όπως αντιλήφθηκα πικρά αργά, μονάχα τα δικά σου σκεφτόσουνα. Το μόνο που τοποθετούσες και μένα μέσα σ’ αυτά και έτσι τα έκανες ακόμη ομορφότερα, τα έκανες γιγάντια, σαν κάθε αυταπάτη. Και ξέρεις κάτι; Τώρα, καθώς τα σκέφτομαι όλ’ αυτά, όλο και πιο συχνά συλλαμβάνω τον εαυτό μου ν’ αναλογίζεται ότι δεν είχες ποτέ στ’ αλήθεια όνειρα, μονάχα σχέδια είχες, που κι αυτά δε θα φρόντιζες να πραγματοποιήσεις. Ολόκληρος ένα ψέμα ήσουνα και για μια ολόκληρη μικρή ζωή μ’ έκανες κλώνο σου.
Λόγια. Λόγια. Λόγια... Με φόρτωνες με λόγια. Μιλούσες περισσότερο απ’ ό,τι σιωπούσες. Άκουγες λιγότερο απ’ ό,τι μιλούσα. Πού και πού αναρωτιόμουνα, γιατί. Γιατί μιλούσες τόσο; Επειδή είχες να πεις πολλά; Ή, ίσως επειδή σου άρεσε ν’ ακούς τον ήχο της φωνής σου; Αλλά, ύστερα, σα μεγάλωσα λίγο, σαν τα μάτια άρχισαν σιγά-σιγά ν’ ανοίγουν στην αλήθεια, κατάλαβα ότι μιλούσες πολύ απλά επειδή δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς, αφού οι λέξεις -και μονάχα αυτές- επιβεβαίωναν την ύπαρξή σου. Μέσα στη σιωπή δε θα μπορούσες ποτέ να ζήσεις, μια κι εκεί ίσως ν’ αναγκαζόσουν ν’ αφουγκραστείς και κάποιες άλλες φωνές.

Απόσπασμα
Δημοσίευση σχολίου