Τρίτη, 12 Αυγούστου 2008

Το Τίμημα

Ήταν παιδί ατίθασο, μοναδικό, ανήσυχο – γεννήθηκ’ έτσι. Απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή που βρέθηκε σ’ ετούτη τη γη, απ’ όταν πρωταντίκρισε με μάτια υγρά και θολωμένα αυτό τον κόσμο, έμοιαζε να διψά αφόρητα, οδυνηρά και με παράπονο πικρό, για ελευθερία. Έβλεπε, καθώς ήταν μικρούλι, τους γονείς και τ’ αδέλφια του να πηγαίνουν ελεύθερα παντού κι ωραία, τίποτα να μην τους στέκεται εμπόδιο, κανείς να μην τους περιορίζει, κι αυτό ζήλευε αμίλητα, με πάθος που έβγαινε σαν άναρθρη κραυγή και του χαράκωνε τα νεανικά του στήθια.
Κάθε μέρα, όλη μέρα, του ’λεγαν οι γονείς να κάνει υπομονή και όλα μια μέρα θα συμβαίναν, ότι ήταν ακόμη μικρό πολύ για ν’ απολαύσει τη δική τους την ελευθερία, μα εκείνο που ν’ ακούσει. Ακατανόητα, τρελά, δίχως καμιά ουσία, θεωρούσε τα λόγια τους και ναι, μες στης νιότης του την άγνοια βαθιά τους περιφρονούσε. Δεν καταλάβαινε τι εννοούσαν οι μεγάλοι, ή, ίσως και ν’ αρνιότανε να καταλάβει. Και έτσι, δώστου κλάμα κι άλλο κλάμα, και προσπάθειες μεγάλες, αλλά μάταιες, για ν’ απελευθερωθεί απ’ της αδυναμίας τα δεσμά, για να ξεφύγει απ’ της σκλαβιάς -όπως μες στη μεγάλη αθωότητά του σκέφτονταν- το σπίτι.
Ωστόσο, όλοι οι κόποι, τα δάκρυα και τα παράπονά του, σε τίποτα δεν τον ωφελήσαν. Οι προσπάθειές του όλες πήγαν του βρόντου. Πολλές φορές σ’ ετούτη τη ζωή είναι πράγματα που φαντάζουν πέρα απ’ τις δυνάμεις σου, μα κάποτε τα πετυχαίνεις. Αλλά είναι και κάποια άλλα που δε γίνοντ’ εύκολα, κι ας σου περισσεύει ο θάρρος και ο τσαμπουκάς, αφού εκείνα ακολουθούν δικούς τους νόμους, ξέχωρους, και στην πολιτεία τους -αν δεν έρθει ο καιρός- δύσκολα πολύ θα σε υποδεχθούνε.
Μαράζωνε, λοιπόν, κάθε μέρα το παιδί, μαράζωναν άλλο τόσο κι οι κακόμοιροι γονιοί του – τόσο πεισματάρικο που ήταν. Του έλεγαν να είναι φρόνιμο και να τους υπακούει, να μη βιάζεται καθόλου, το φαΐ του να τρώει με χαρά, για να μεγαλώσει και να γίνει δυνατό, και να κάνει ό,τι ονειρεύεται αληθινό. Αλλά, εκείνο πάντα εκεί, να ψάλλει το ίδιο τροπάρι, να πεισμώνει, να δακρύζει και ν’ ανυπομονεί. Και να ’λεγε κανείς πως δεν το αγαπούσαν; Κάθε άλλο. Στα όπα όπα το ’χαν οι δικοί, ποτέ τους δεν του χάλαγαν χατίρι μα, μαθές, πώς να κάνουν να συμβεί τ’ αδύνατο που τους ζητούσε;
Κάποια μέρα απ’ τις πολλές που έζησε, μα στο βουνό του χρόνου τις λειψές και λίγες, αποφάσισε πως ήταν πια έτοιμο το δρόμο των γονιών του και των άλλων των μεγάλων, εκείνον που νόμιζε της λευτεριάς, ν’ ακολουθήσει. Έτσι όταν φύγανε αυτοί, ξεκίνησε κι εκείνο το μικρό με δύναμη και σιγουριά πολλή να ξεπορτίσει. Αλλά...
Μπρος στην πόρτα μου το βρήκα να κείτεται νεκρό εκείνο το ελαφρύ σαν τίποτα, το όμορφο σαν παραμυθιού εικόνα πλασματάκι. Σα βγήκε απ’ τη φωλιά, στάθηκ’ αδύνατο -καταπώς φαίνεται- να το κρατήσουν τα φτερά και τη μεγάλη βουτιά από ψηλά έκανε του θανάτου. Δεν ήξερε το χελιδόνι το μικρό, ότι το τίμημα της λευτεριάς είν’ ακριβό και δύσκολο πολύ να τ’ αποχτήσεις.
υ.γ. Το δεύτερο ξαναγραμμένο "παραμύθι"
Δημοσίευση σχολίου