Κυριακή, 17 Αυγούστου 2008

Ο Αληθινός

Τρελός; Όχι! Όχι δεν ήτανε τρελός, κάθε άλλο, αληθινός ήταν. Τόσο αληθινός που φάνταζε ψεύτικος. Ψεύτικος σαν τη συνείδησή μας. Τη συνείδησή μας που μοναχά εκείνος ξυπνούσε. Την κακία μας που κοίμιζε. Την καλοσύνη μας που έβαζε πάντα δίχως να προσπαθεί σ’ επιφυλακή. Ο δαίμονας κι ο άγγελός μας. Αυτό ήταν. Κι άλλα πολλά. Πολλά και παράξενα, που δύσκολο πολύ είναι για τα λόγια να περιγράψουν. Ένας άντρας που είχε μείνει παιδί, κάποιος που δεν έχασε ποτέ την αθωότητά του, κάποιος που πίστευε τ’ απίστευτα και τα έκανε πιστευτά, ένας δυσλεκτικός, λίγο αργόστροφος, αλλά πάντοτε δουλευταράς και χαμογελαστός άνθρωπος. Αυτός ήταν ο Πετρής.
Η αλήθεια είναι ότι δεν τον βλέπαμε πάντα έτσι, δε βλέπαμε την αλήθεια του, λειψοί καθώς ήμασταν τότε στα μυαλά του χωριού μου οι άνθρωποι. Όσο ήταν μικρός όλοι σχεδόν τον αποφεύγαμε, ενώ κάποιοι τον κορόιδευαν κιόλας, φευγάτος καθώς ήταν. Αλλά, σαν πέρασε ο καιρός και πια τον συνηθίσαμε, συμβιβαστήκαμε με τα κουσούρια του, άρχισε με τον τρόπο του να μας δίνει περισσή χαρά και τον αγαπήσαμε. Ήτανε τόσο άκακος και τόσο ονειροπαρμένος, που πολλές φορές μας έπιανε εξ’ απροόπτου μ’ αυτά που είχε να μας πει. Κάθε απόγιομα, ανέκκλητα, όταν μαζεύονταν όλοι οι σερνικοί στον καφενέ για το σκόλασμα της μέρας, ερχότανε καμαρωτός-καμαρωτός κι αυτός εκεί για να μας πει τις ιστορίες του, για να μας περιγράψει τα τρελά ονείρατά του.
Τον ακούγαμε με προσοχή όλοι οι χωριανοί αφού όλο για πράματα θαμαστά και περίεργα μάς μιλούσε. Τη μια μάς έλεε πώς κάποια μέρα θα πετάξει -το είδε, λέει, στ’ όνειρό του- την άλλη τον καιρό προέβλεπε και δεν έπεφτε λιαχτίδα ή βροχής σταγόνα έξω, ενώ πού και πού μάς μίλαε και για γυναίκες παράξενες και διάφανες, βγαλμένες από ’να άλλο κόσμο λες ή από το παρελθόν, που τον επισκέφτονταν καθώς περιπλανιόνταν στα χωράφια, ή και πολλές φορές καθώς κοιμόταν.
Φυσικά, κανείς μας δεν πίστευε όλα όσα εκείνος έλεε εκτός από τα αποδεδειγμένα. Αλλά, εκείνον, φύση αγαθή, καθόλου δεν τον ένοιαζε αν τον πιστεύαμε ή όχι, φτάνει που όλοι τον άκουγαν και τον αγαπούσαν. Ναι, αυτό μετρούσε, καθώς ο ίδιος αγαπούσε πολύ την αγάπη. Κάθε τόσο όταν κάποιος από μας τον ρώταε τι κάνει, αγαπώ, απαντούσε και φωτίζονταν το πρόσωπό του και η φύση όλη απ’ της άσπιλης αθωότητας το πιο πλατύ κι αληθινό χαμόγελο.
Πού και πού, ωστόσο, δημιουργούσε, έστω άθελά του, και κάνα πρόβλημα, αφού δεν μπορούσε να καταλάβει-στο κεφάλι του μέσα καθώς ζούσε- ότι πέρα απ’ την αλήθεια υπάρχει και το δόλιο το ψέμα, κι έτσι ό,τι άκουε το μετέφερε κι αλλού, το διαλαλούσε σαν κάτι το μοναδικό και όμορφο, κι ας μην ήταν τέτοιο. Γι’ αυτόν δεν υπήρχαν μεγάλα μυστικά, κρυφές οδύνες, αλλά ούτε κι η κατάρα της υποκρισίας, αφού ήταν Ο Αληθινός, όπως έλεε κι η συγχωρημένη η Ελένη. Ο μοναδικός αληθινός άνθρωπος που είχαμε την τύχη και την τιμή να γνωρίσουμε.
Μα, δεν τον αγαπούσαν μοναχά οι άνθρωποι, αλλά κι όλα τ’ άλλα ζωντανά: τα πουλιά, τα ζώα, ακόμη θα έλεγε κανείς και τα μυρμήγκια. Με όλους και όλα μιλούσε. Λες και ήξερε ολονών τη μυστική τη γλώσσα. Έτσι, όπου κι αν βρισκότανε, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή της νύχτας, πάντοτε κάποια ζώα ή μερικά πουλιά ή κι έντομα, μαζεύονταν κοντά του – ξεκουράζονταν δίπλα του, από πάνω του ή στη σκιά του. Τα χάιδευε όλα κι ημέρευαν, τους μιλούσε κι έμοιαζαν να τον ακούν προσεκτικά, να τον υπακούνε. Πιότερο, όμως, απ’ όλα αγαπούσε τα πουλιά, ένιωθε πως ελεύθερα καθώς ήταν εκείνα του έμοιαζαν πολύ, μαζί τους ξόδευε πιότερο το χρόνο του κι όλο τους υποσχόταν πώς μαζί τους κάποια μέρα σύντομα θα πετούσε.
Ήταν ένα αστείο θέαμα, παράταιρο πολύ, να βλέπεις ένα γίγαντα, σαν τον Πετρή, να παίζει όλο χαρά μέσα στις λάσπες με τα ζα και να κάνει όνειρα τρελά πώς θα πετάξει, αλλά να, -πώς να το πω;- η αλήθεια είναι ότι πού και πού νιώθαμε να φουντώνει μέσα μας και να μάς πυρπολά ο δαίμονας της ζήλιας. Ναι, τον ζηλεύαμε εμείς οι μικρόψυχοι πολύ, για τη γαλήνη του και για την καλοσύνη, για την αγάπη που ξεχύνονταν σαν ποταμός, με άφθονο δροσιστικό νερό, από την ύπαρξή του, για τον τρόπο που κοιτούσε τη ζωή ενώ εμείς βαρυγκωμούσαμε, για τη χαρά του. Ω, ατέλειωτη ήταν η χαρά του – λες σαν τον χρόνο τον ίδιο. Χαιρόταν επειδή ζούσε, επειδή περπατούσε, επειδή υπήρχε ο ήλιος, το φεγγάρι κι όλα τα ζωντανά, επειδή η φύση ήταν τόσο όμορφη και -ήμαρτον κύριε, έλεε, πώς του- τραγουδούσε, επειδή...
Εμείς, οι φτωχοί οι άνθρωποι, οι τυφλοί στις χαρές της ζωής κι όλες τις χάρες, χωμένοι καθώς ήμασταν μες στις σκοτούρες και όλα τα πρέπει μας, πώς θα μπορούσαμε ποτέ να τον μιμηθούμε; Αδύνατον! Έτσι παραμέναμε αμίλητοι, βουβοί, της ζωής του το μέγα θαύμα να παρατηρούμε.
Κι είδαμε το πρόσωπό του ν’ αρχίζει με τον καιρό να λούζει μια λάμψη απόκοσμη, μοναδική, λες κι ώρα την ώρα ντύνονταν όλο και πιο πολύ με της σοφίας τα δώρα. Έμοιαζε μπρος στα μάτια μας να μεταμορφώνεται σ’ ένα νιο γέροντα σοφό, κι ας μην πάτησε ποτέ του στο σκολειό, κι ας μην περπάτησε στα μονοπάτια της αλφαβήτας. Έγινε πια τόσο ήρεμος που σου ’σπαζε τα νεύρα. Τον βρίσκαμε πολλές νυχτιές να κάθεται στου ρυακιού την όχθη και ν’ αφουγκράζεται το νερό να κυλάει απαλά και να χάνεται στου σκοταδιού τα βάθη, καθώς τα βατράχια κόβαν βόλτες πάνω στα πόδια και μέσα στις παλάμες του, κι άλλες στην κορυφή του διπλανού βουνού, έξω απ’ το ξωκλήσι της Αγιάς Κυριακής, να πιάνει κουβέντα με τις κουκουβάγιες και τ’ άλλα νυχτοπούλια, κι όλο να ψιθυρίζει: Θα πετάξω... Θα πετάξω...
Μα, όσο ονειροπόλος κι αν ήταν ο Πετρής, άλλο τόσο ήτανε δουλευταράς και με γερή την κράση. Έτσι, τον παίρνανε μαζί τους για δουλειά, με τη σειρά, όλοι οι χωριανοί, ανάλογα με την ανάγκη. Τη μια εμάζευε ελιές, την άλλη έσκαφτε λάκκους, την παράλλη έβοσκε τα ζα ή έκοβε σταφύλια, και περνούσαν οι μέρες του νερό. Τόσο καλός που ήτανε έδινε χαρά μεγάλη στη δόλια του τη μάνα.. Φοβότανε, βλέπετε, παλιά η καψερή, πως δε θα έβρισκε ποτέ απ’ το λειψό παιδί χαΐρι. Αλλά, μετά μεγάλωσε για να τη διαψεύσει, και να γίνει αυτός το μοναδικό το φως μες στην πικρή ζωή της.
Μα, αλί, κρυφή αρρώστια έτρωγε της γυναίκας αυτής τα σωθικά και στα πενήντα χρόνια της, κάπου εκεί, ξεψύχησε, τον άφησε μονάχο. Ράγισε ο καημένος ο Πετρής, κι ένας πόνος ασήκωτος, που δεν ένιωσε πριν ποτέ, του ξέσκισε σα μαχαιριά αόρατη κι οδυνηρή πολύ τα σπλάχνα. Για πρώτη φορά τον είδαμε να κλαίει αφόρητα και με λυγμούς, και τον σπαραγμό του έμοιαζε να μοιράζεται όλ’ η φύση. Ο θρήνος του έγινε θρήνος του θεού κι ολόκληρης της πλάσης.
Μετά την κηδεία μαζωχτήκαμε όλοι οι χωριανοί στον καφενέ για να βρούμε τρόπο κατάλληλο να του συμπαρασταθούμε. Σύντομα συμφωνήσαμε ότι θα ήταν άδικο και κρίμα απ’ το θεό μεγάλο να τον αφήσουμε μόνο. Έτσι αποφασίστηκε μια γυναίκα να μαγειρεύει κάθε μέρα και γι’ αυτόν φαΐ, κάθε τόσο τα λιγοστά τα ρούχα του να πλένει και το έρμο το φτωχό σπιτάκι του να καθαρίζει.
Σιγά-σιγά με την αγάπη μας και την πολλή στοργή, άρχισε να ξεπερνά τον οδυνηρό πολύ τον πόνο και τ’ αγαθό του πρόσωπο πήρε να γαληνεύει. Αλλά, το βλέμμα του έμοιαζαν τώρα να καλύπτουν αόρατες σκιές, όλο και πιο απλανές γινόταν, κι όλοι φοβόμασταν πως σύντομα θα έχανε τελείως τα λογικά του.
Περνούσε όμως αβίαστα κι ατάραχα ο καιρός, κι οι φόβοι μας μέναν φόβοι. Έτσι, το χαμογέλιο έγινε και πάλι μόνιμός του συνοδός και για τη νέα του ζωή φαίνονταν νάστηνε τρελό χορό η άλλη μάνα του, η φύση. Πάνω απ’ του φτωχικού του σπιτιού την ξώπορτα φτιάξαν φωλιές αμέτρητα πουλιά, απ’ τα ταξιδιάρικα και τ’ άλλα, ενώ στην πίσω την αυλή μοναχά τους, λες, ξεφύτρωσαν αμέτρητα, κάθε λογής λουλούδια. Η δικιά του η χαρά που επανέρχονταν έμοιαζε να ’χει πια για τα καλά δεθεί με τη χαρά της πλάσης.
Ήταν μια μέρα καλοκαιρινή της Κυριακής, όταν τον είδαμε να διασχίζει τρέχοντας όλο το χωριό, απ’ άκρη σ’ άκρη, κι όλο χαρά θα πετάξω, θα πετάξω, να φωνάζει. Χαμογελάσαμε όλοι πλατιά με τα καμώματά του και συνέχισε ο καθείς το δρόμο του, πηγαίνοντας όπου αγαπούσε. Είχαμε συνηθίσει πια του Πετρή μας τις παραξενιές και ό,τι και αν έκανε εμάς απλά μας έβγαζε λίγο απ’ τη βολή και τίποτ’ άλλο.
Αλλά, την επομένη δεν τον είδε κανείς να περιδιαβαίνει το χωριό κι αυτό παράξενο πολύ μας εφάνη. Σαν πέρασε κι η παράλλη μέρα κι αυτός παρέμειν’ άφαντος, τότε τρομάξαμε για τα καλά, φοβηθήκαμε πως μέγα κακό τον βρήκε και βγήκαμε όλ’ οι χωριανοί στη γύρα για τον βρούμε. Μετά από πολλές ώρες μάταιο ψάξιμο και αγωνία μεγάλη, κάποιος σκέφτηκε και πρότεινε πάνω στο βουνό, στο εκκλησάκι της Αγιάς Κυριακής ν’ ανεβούμε.
Μόλις φτάσαμ’ εκεί είδαμε τα ρούχα του πεταμένα στο χώμα όλα, και δίπλα ακριβώς απ’ αυτά, δυο μεγάλα σαν τα χέρια μας λευκά φτερά μαλαματένια. Μεμιάς όλοι κοιτάξαμε ψηλά και μ’ ανοικτό το στόμα γρικήσαμε ένα τεράστιο λευκό πουλί, που έμοιαζε να ’χει του ανθρώπου το κορμί, προς τον καυτό τον ήλιο μ’ απλωτές, σαν κύμα οπτασίας απαλό, αγέρωχα να κολυμπάει.

Υ.γ. Τρίτο «ξανακοιταγμένο» παραμύθι από τις Αληθινές Μυθιστορίες μου
Δημοσίευση σχολίου