Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

Η Επιθυμία

Εξακολουθώ να μην μπορώ να γράψω τίποτα αυτές τις μέρες, ακόμη και για κείνα που ζω. Αλλά για να μη σας αφήσω παραπονεμένους/νες ορίστε μία ακόμη ιστορία από τη συλλογή Εγκληματικά Ασύστολα, που είχα αναρτήσει για πρώτη φορά πριν καμιά δεκαριά μήνες στα διηγήματά μου. Μιλά για το μέχρι που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο η αληθινή αγάπη. Καλή ανάγνωση.

Κάθεται δίπλα από το κρεβάτι της αγαπημένης ήσυχος, σιωπηλός, κι ακούει την ανάσα της καθώς εκείνη κοιμάται. Αργή, σχεδόν άηχη, ξεψυχισμένη, μοιάζει να βγαίνει απ’ το μαραζωμένο της κορμί. Είναι άρρωστη, άρρωστη βαριά κι αγιάτρευτα, η καλή του. Όλο και πιο πολύ, με κάθε αναπνοή, όλο και πιο γρήγορα, με κάθε δικό του δάκρυ, πλησιάζει προς το θάνατο. Την κοιτά με μάτια εύθραυστα, κλαμένα, παρακολουθεί με πόνο ψυχής τη γαληνεμένη της μορφή να χάνει σιγά-σιγά κάθε ίχνος ζωής, και δεν ξέρει τι να κάνει, πώς να αντιδράσει, τι να σκεφτεί. Δεν το περίμενε αυτό. Ποτέ! Δεν περίμενε ότι η γυναίκα του, της ζωής του όλης η γλυκιά σύντροφος, θα πέθαινε πριν από κείνον. Δεν το περίμενε, γι’ αυτό και τώρα νιώθει τόσο χαμένος, τόσο χαμένος στο μέσα του, στις έγνοιες για το άχρωμο αύριο που θα ξημερώσει.
Αχ ρε Γιάννα μου. Αχ... Γιατί μου το κάνεις αυτό, ψυχή μου; τη ρωτά σιωπηλά, αλλά εκείνη δε βγαίνει απ’ το ναρκωμένο της λήθαργο για να του απαντήσει. Τι να του πει άλλωστε; Σάμπως και θέλει η ίδια να πεθάνει; Αλλά, τι να κάνει; Ετούτη η μάχη, η στερνή, η πιο δύσκολη είναι πέρα απ’ τις δυνάμεις της. Όχι πώς δεν πολέμησε. Φυσικά και πολέμησε. Πολέμησε σκληρά και πολύ και για πολλή καιρό με την αρρώστια, όμως το έχασε το παιχνίδι. Κι από τότε πήρε να συμβιβάζεται με την ιδέα του επερχόμενου θανάτου, να τη συνηθίζει, άρχισε να παρακαλεί να ’ρθει ο μαύρος άγγελος μια στιγμή νωρίτερα για να την πάρει στη στοργική του αγκάλη, να τη λυτρώσει απ’ τον καθημερινό πόνο, τα βάσανα του σώματος και της ψυχής της. Ναι, πεθαίνει, αλλά μέσα της είναι καλά. Σε αντίθεση μ’ εκείνον, με τον άντρα της, που μοιάζει να τα ’χει ολότελα χαμένα. Τον αγαπά τόσο, τον λυπάται τόσο. Θα της λείψει άραγε εκεί που θα πάει; Θα έχει κάποια ανάμνηση από τη ζωή της μαζί του όλα αυτά τα χρόνια, τα τριάντα και βάλε που μοιράστηκαν οι δυο τους; Τριάντα χρόνια πόνου, χαράς, λύπης και ευτυχίας. Τριάντα χρόνια που σύντομα θα γίνονταν ανάμνηση. Μια γλυκιά ανάμνηση, αλλά...
Κλείνει τα μάτια, τα κλείνει πεισματικά, αλλά δεν κοιμάται ο Παναγιώτης. Δεν κοιμάται, αλλά θυμάται. Φέρνει στο νου του εικόνες από τη μακρινή εκείνη εποχή που ήταν ακόμη νέοι. Θυμάται τα σφριγηλά τους κορμιά να πάλλονται ξανά και ξανά στους βίαια νωχελικούς ρυθμούς του έρωτα. Θυμάται το πρώτο φτωχικό τους σπιτάκι. Τους δύσκολους αγώνες για να τα φέρουν βόλτα. Τη μεγάλη ευλογία: τη γέννηση των παιδιών τους. Το πολύ που έζησαν. Το λίγο και το πολύ που λαχτάρησαν. Όλα! Όλα περνούν μπροστά από τα μέσα του μάτια και στριφογυρίζουν στο μυαλό του σαν πλάνα από μια παλιά σαρακοφαγωμένη ταινία, σαν ένα παιδικό καρουσέλ δίχως χρώματα, αλλά με μουσική υπόκρουση τους ήχους της γλυκερής νοσταλγίας.
Ξαφνικά, ανοίγει τα μάτια και την βλέπει να τον κοιτάει. Να τον κοιτάει ικετευτικά, διαπεραστικά, μ’ ένα ίχνος παράπονου στο βλέμμα. Τα μάτια μοιάζουν να στάζουν μια επιθυμία, μια επιθυμία ανείπωτα οδυνηρή, τη στερνή της, εκείνη που ο ίδιος φοβάται, τρέμει στην ιδέα και μόνο, να πραγματοποιήσει, μα που η ίδια όσο οτιδήποτε στον κόσμο πιότερο λαχταρεί.
Δεν μπορώ, Γιάννα μου. Δεν μπορώ... της λέει με μάτια ρυάκια που ξεχειλίζουν και νοτίζουν μ’ αλμύρα τα σεντόνια και το μαξιλάρι της, απλά δεν μπορώ. Τον κοιτάει με οίκτο τρυφερό, ωστόσο τα σινιάλα των ματιών της ξεχειλίζουν από αποφασιστικότητα, μια αποφασιστικότητα που δεν μπορεί να αγνοήσει. Πρέπει να το κάνεις, μοιάζει τον εκλιπαρεί επιτακτικά, πρέπει να το κάνεις, για μένα!
Τίποτα δεν πρέπει, καλή μου, σκέφτεται, αλλά δεν της το λέει. Δεν τολμά να της το πει. Μεγάλη είναι η χάρη που του ζήτησε, σουβλιά στο στήθος του η τελευταία της επιθυμία. Θα έπρεπε να την παρακούσει. Θα έπρεπε για πρώτη και στερνή φορά να της πει Όχι. Έλα όμως που τη βλέπει τόσο να υποφέρει, που του ραγίζει η καρδιά.
Σηκώνεται απ’ τη σκληρή πλαστική καρέκλα, περπατά πάνω κάτω μέσα στο άχρωμο μικροσκοπικό δωμάτιο του νοσοκομείου, πηγαίνει και κάθεται και πάλι, αυτή τη φορά στο κρεβάτι, στο προσκεφάλι της. Τής χαϊδεύει απαλά τα γκρίζα μαλλιά, που άλλοτε ήταν μαύρα σαν του κορακιού, παρατηρεί το ρυτιδωμένο πρόσωπο, που ώρα την ώρα, όλο και πιο πολύ, παίρνει ν’ αποκτά το χρώμα του θανάτου, κοιτάει βαθιά στο ραγισμένα απέραντο μπλε των ματιών της και για μια ακόμη φορά βουρκώνει.
Δε θέλω να σε χάσω. Είσαι η ζωή μου. Μόνο εσένα έχω, της λέει. Κι εκείνη; Εκείνη που τώρα πια δεν έχει τη δύναμη καν να μιλήσει, κάνει μια απέλπιδα απόπειρα ν’ απλώσει τα χέρια της, να τον αγκαλιάσει. Μα, ούτε κι αυτό, δυστυχώς δεν το μπορεί. Αυτή και μόνο, η τόσο μικρή προσπάθεια την καταβάλλει. Αφήνεται απογοητευμένη, παραιτημένη, να πέσει και πάλι στο λευκό των ξεπλυμένων σεντονιών της και με το βλέμμα τού λέει όλ’ αυτά που θέλει να του πει, τα τελευταία, τα αμίλητά της λόγια. Τον παρακαλεί με όλη την ξεψυχισμένη δύναμή της, του επιβάλλει με σιωπηλή πειθώ την επιθυμία της. Δεν αντέχει πια, δεν μπορεί να φυτοζωεί. Όχι άλλο. Πρέπει να πεθάνει. Τώρα! Πρέπει τα βάσανά της να πάρουν ένα τέλος.
Σκύβει θλιμμένα ο Παναγιώτης. Φιλάει στοργικά το μέτωπο και τα στεγνά της χείλη. Της χτενίζει με τα ροζιασμένα γέρικά του δάχτυλα τα μαλλιά, για να ’ναι όμορφη – όπως ήταν πάντα. Της χαμογελάει με χείλη που ψιθυρίζουν αγάπη και φωνάζουν έρωτα, κι εκείνη αδύναμα του χαμογελάει τη δική της αφοσίωση. Παίρνει στα χέρια του ένα μαξιλάρι. Τα μάτια της ξαφνικά χρωματίζονται με μια απόκοσμη λάμψη. Επιτέλους, σκέφτεται, κι αφήνει ένα αναστεναγμό ανακούφισης να της ξεφύγει απ’ τα στήθια. Επιτέλους! Χαμηλώνει το μαξιλάρι στο πρόσωπό της και πιέζει με δύναμη.


Δημοσίευση σχολίου