Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Ο Φαφλατάς

Ένα ακόμη από τα εγκληματικά ασύστολα διηγήματά μου,
γι' αυτό το όμορφο βράδυ (για μένα, δηλαδή) Κυριακής

Πριν πολλά, πάρα πολλά χρόνια, όταν βρισκόμουνα ακόμη στα σύνορα της νιότης με τη μέση ηλικία, η οργή αποτελούσε τον ένα και μοναδικό κανόνα στην καθημερινότητά μου. Ήμουνα μόνιμα κατσούφης και θυμωμένος, τα έβαζα με όλους και με όλα, και οι λίγοι φίλοι που ακόμη με ανέχονταν προσπαθούσαν να με βάλουν σε μια τάξη, αλλά μάταια. Πώς να το πετύχαιναν αυτό άλλωστε; Αφού, όπως και να το κάνουμε, είχα πάντα ή σχεδόν πάντα δίκιο στις κρίσεις μου για τους ανθρώπους, κι εκείνοι που συνήθως έβαζα στο στόχαστρό μου δεν ήταν παρά οι κοκόροι, οι ξερόλες κι οι φαφλατάδες – όλοι όσοι δηλαδή μου έμοιαζαν!
Τη θυμάμαι, λες και ήταν χθες, εκείνη τη βραδιά που συναντήθηκα μ’ εκείνους τους φίλους και δυο-τρεις άλλες άγνωστες σε μένα φάτσες, σε μια απ’ τις πολλές δήθεν παρακμιακές ταβέρνες, που διαθέτει η πόλη μας. Ανάμεσα στους τελευταίους ήταν και ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους που οι μόνες φορές που σταματούν να μιλούν για τους εαυτούληδές τους είναι όταν μιλούν οι άλλοι γι’ αυτούς. Μια αηδία.
Μας πήρε, λοιπόν, μονότερμα. Μας μίλησε για τις αμέτρητες γυναίκες του, για τις απίστευτες περιπέτειες που έζησε, για τα ατέλειωτα μεθύσια και την αναμφισβήτητη μαγκιά του. Ήμασταν μια αντροπαρέα οκτώ ατόμων, αλλά η μοναδική φωνή που ακουγόταν ήταν η δικιά του. Στην αρχή είπα να το παίξω εκκωφαντικά αδιάφορος, αλλά μετά από αρκετή ώρα θέλοντας και μη -κι αφού, φαινομενικά, δεν είχα άλλη επιλογή- άρχισα να δίνω μια κάποια σημασία στα λόγια του και να τον παρατηρώ με το ειδικό μου βλέμμα, εκείνο που σφάζει. Τι ψεύτης! Τι φαφλατάς! Μας φλόμωσε στη μαλακία... σκεφτόμουνα καθώς εκείνος συνέχιζε το κρεσέντο του. Τα μάτια του πρόδιδαν, φώναζαν τη ψευτιά και το φόβο του, το φόβο μην αμφισβητήσει κανείς τα λεγόμενά του.
Πήρα να τον καρφώνω όλο και πιο έντονα με το βλέμμα, θέλοντας να του προκαλώ συνέχεια αμηχανία, και κάθε τόσο τα κατάφερνα, αφού που και που έχανε τα λόγια του, για λίγο κόμπιαζε, αλλά δεν του έπαιρνε και πολύ προτού να ξαναπιάσει όπως-όπως το νήμα της αφήγησης, εξασκημένος καθώς ήταν, προφανώς, στο ρόλο που του έλαχε να παίξει.
Ο αφόρητα πληκτικός μονόλογός του κράτησε, λες, για μια αιωνιότητα και διακοπτόταν μονάχα που και που από κάποιες ηλίθιες ερωτήσεις, αλλά και πανηλιθίες προπόσεις του στιλ Γεια σου, μάγκα μου ξερόλα... Ξερόλα αποκαλούσα από μέσα μου τον τυπάρα, που δεν έπαψε ούτε στιγμή σαν παραπονιάρικο γατί να... κελαηδεί.
Η ώρα περνούσε, αργά ή γρήγορα, το κρασί έρεε, και όσο το θείο ποτό χυνόταν μέσα μου, τόσο πιο πολύ εκνευριζόμουν με το ανεκδιήγητο εκείνο τομάρι, που ήταν δεν ήταν σαράντα χρόνων και είχε το θράσος να υποστηρίζει ότι τα είχε ζήσει πια όλα και έτσι δε φοβόταν τίποτα, ούτε και το θάνατο. Για κάτσε καλά, σκέφτηκα όταν άκουσα αυτή την τελευταία δήλωση και χαμογέλασα έκδηλα ειρωνικά. Εκείνος έπιασε την κίνησή μου στον αέρα, χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα, για να το ξανασηκώσει αμέσως και ν’ αρχίσει να μιλά για το σεξ, ο πρωταθλητής. Τι είχαμε, τι χάσαμε!
Όπως λένε κάποιοι, κι εγώ διαφωνώ μαζί τους, όλα τα καλά πράγματα κάποτε φθάνουν στο τέλος τους, έτσι δεν άργησε να ’ρθει και το τέλος εκείνης της βραδιάς. Όλοι, καθώς πληρώναμε τον καθόλου παρακμιακό λογαριασμό, έμοιαζαν ολόκληροι να έχουν λουστεί στο φως της μεθυσμένης ευτυχίας. Για συμπαράσταση, δοξάστε με τον φιλάνθρωπο, υποδυόμουνα κι εγώ το μεθυσμένο, αφού τρία καραφάκια κρασί ούτε για ξέπλυμα των δοντιών δε με έφταναν τότε.
Αποχαιρετιστήκαμε -δίχως δάκρυα στα μάτια, οϊμέ- έξω απ’ την παρακμιακή πόρτα της ταβέρνας, δίνοντας μια αόριστη υπόσχεση να βρεθούμε – σε περίπτωση που θα χανόμασταν δηλαδή. Κίνησα πρώτος για το σπίτι μου, που δεν ήταν μακριά, με τα πόδια, περπατώντας πότε αργά πότε γρήγορα, κάθε τόσο παραπατώντας, συνεχίζοντας την παράσταση. Σαν έκοψα όμως τη στροφή άρχισα σχεδόν να τρέχω, αφού είχε καρφωθεί στο μυαλό μου μια σατανική ιδέα.
Μόλις έφτασα στο σπίτι -ζούσα στο δεύτερο όροφο ενός μικρού αρχοντικού στην παλιά πόλη- ανέβηκα δυο-δυο τα σκαλιά, μπήκα σα σίφουνας μέσα, άρπαξα το περίστροφο που είχα κρυμμένο στο πρώτο συρτάρι του γραφείου, κατέβηκα τρέχοντας κάτω, καβάλησα τη μηχανή μου και πήρα πάλι το δρόμο προς την ταβέρνα. Δε μου πήρε και πολλή ώρα να εντοπίσω το αμάξι του κύριου ξερόλα καθώς απομακρυνόταν. Το δόλιο το αυτοκίνητο, παρόλη τη μαγκιά του κατόχου του, κυλούσε αργά σαν αμαρτία.
Τον ακολούθησα από κάποια απόσταση, όπως στις παλιές αμερικάνικες ταινίες, χωρίς να περάσω ωστόσο δυο και τρεις φορές μπροστά απ’ το ίδιο σκηνικό. Σιγά-σιγά αφήσαμε τα χλωμά φώτα της πόλης με κατεύθυνση κάποιο απόμακρο, όπως νόμιζα, προάστιο. Χρόνο στη διάθεσή μου είχα απεριόριστο, κι έτσι γι’ αυτόν δε με έσκιαζε σκοτούρα καμιά – για κάτι άλλο ανησυχούσα, αν θα μ’ έφτανε η βενζίνη. Ωστόσο, εκείνη η καριόλα που θέλουν να αποκαλούν Θεά Τύχη ήταν με το μέρος μου, κι έτσι σύντομα τον είδα με μεγάλη, το λέω, ανακούφιση να στρίβει σ’ ένα σκοτεινό χωματόδρομο και να κατευθύνεται προς ένα πολυκαιρισμένο ξύλινο σπίτι στη μέση του πουθενά, το οποίο μετά βίας διακρινόταν κάτω από το ξεψυχισμένο φως του φεγγαριού.
Έσβησα τη μηχανή και την άφησα να με κουβαλήσει έως εκεί που μπορούσε, την ακούμπησα με στοργή σχεδόν στο έδαφος και άρχισα να κινούμαι με αργά προσεκτικά βήματα προς το στόχο μου.
Τον είδα ν’ ανοίγει την εξώπορτα και να μπαίνει παραπατώντας και τρεκλίζοντας στο σπίτι, και την επόμενη στιγμή -δεν ξέρω γιατί, αλλά- έκπληκτος αντιλήφθηκα μια λάμπα να ανάβει και να ρίχνει φως στη μπαζωμένη αυλή. Σκυφτός-σκυφτός, σχεδόν μπουσουλώντας, πήρα να πλησιάζω όλο και πιο πολύ. Τότε, εντελώς ξαφνικά, ένιωσα μια σκιά να κόβει φέτες το φως και έκανα μια αχρείαστη, όπως αποδείχτηκε, βουτιά στα ξερά χόρτα – ο καταδρομέας! Το κοκόρι είχε απλά βγει έξω για να καθίσει στη βεράντα. Αναστέναξα σιωπηλά και συνέχισα την ύπουλη, μυστική μου πορεία, μέχρι που σε μια ανύποπτη για κείνον στιγμή βρέθηκα μπροστά του, κρατώντας στα χέρια μου το αγαπημένο μου περίστροφο. Πιστέψτε με, σκότωσα πολλούς ανθρώπους στη ζωή μου, αλλά σε κανενός άλλου το πρόσωπο δεν αντίκρισα εκείνο τον αμίλητο τρόμο, που είδα να ζωγραφίζεται από τη μια στιγμή στην άλλη στο δικό του. Πατώντας με ψυχρή ηρεμία τη σκανδάλη, άκουσα μια σπαρακτική κραυγή αγωνίας να του ξεσκίζει τα σωθικά, βγαίνοντας λες από τα βάθη των αιώνων, και είδα τον άγγελο του θανάτου -ναι, αυτόν που δε φοβόταν- να τον παίρνει αμέσως σχεδόν ευσπλαχνικά στην τρυφερή του αγκάλη. Λες και δεν ήμουν στ’ αλήθεια εκεί, σαν να παρακολουθούσα ολόκληρη τη σκηνή απ’ έξω και δεν είχα καμία απολύτως συμμετοχή στο δράμα, ένιωσα στη στιγμή να σχηματίζεται στα χείλη μου ένα σατανικό χαμόγελο.
Δίχως να βιάζομαι καθόλου έμεινα να τον παρατηρώ για ώρα και λίγο πριν το χάραμα πήρα και πάλι το δρόμο της επιστροφής για το φτωχικό μου. Ήταν μια από τις λίγες νύχτες της ζωής μου, που δεν είχα μεθύσει, και δε μετάνιωνα καθόλου γι’ αυτό, αφού είχα ζήσει μία από τις πιο συγκλονιστικές εμπειρίες που θα μπορούσε ποτέ να ζήσει άνθρωπος.
Το ξημέρωμα με βρήκε πάνω απ’ τη μονάκριβη μου γραφομηχανή, δίπλα από ένα υπέροχο μπουκάλι Τζέιμσον, να γράφω αυτή την ιστορία.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας ένας από τους κοινούς γνωστούς με ενημέρωσε ότι κάποιος είχε βρει τον ξερόλα νεκρό στη βεράντα του σπιτιού του. Είχε πεθάνει, λέει, από ανακοπή καρδίας. Α, ναι, ξέχασα να σας πω ότι το περίστροφο ήταν άδειο!


Δημοσίευση σχολίου