Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Το Ορφανό

Μία ακόμη ιστορία από την (ανέκδοτη) συλλογή διηγημάτων "Εγκληματικά Ασύστολα". Μιλάει για ένα φοβισμένο παιδί...

Φοβάμαι. Φοβάμαι πολύ. Όχι πάρα πολύ, αλλά φοβάμαι. Πώς το λένε οι μεγάλοι; Α! Είμαι τρομαγμένος. Τρο-μα-γμέ-νος! Επειδή έμεινα μόνος. Επειδή στον κόσμο δεν έχω κανένα. Και τώρα δεν ξέρω τι να κάνω. Πώς να το αντέξω αυτό, ε; Πώς;
Δε μου αρέσει καθόλου η ζωή εδώ στο ορφανοτροφείο. Ίδρυμα, άκουσα να το λένε. Ίσως επειδή εδώ όλοι, όλοι σας λέω, είναι τρελοί. Τρελοί για δέσιμο. Ψέματα λέω. Δεν είναι όλοι τρελοί. Μόνο τα αφεντικά, οι υπεύθυνοι, μόνο αυτοί τα έχουν χαμένα και δεν ξέρουν που παν τα τέσσερά τους (δεν ξέρω ακριβώς τι σημαίνει αυτό, αλλά άκουσα κάποιον να το λέει και μου άρεσε). Εμείς, οι υπόλοιποι, τα ορφανά, τα ’χουμε τετρακόσια και βάλε. Είμαστε ξύπνια πολύ και φοβόμαστε, όλα τα παιδιά. φοβόμαστε την κλεισούρα, τη λύπη, τη μοναξιά. Τις νύχτες κλαίμε σιωπηλά κάτω από λευκά παγωμένα σεντόνια και μαύρες κουβέρτες που μυρίζουν ναφθαλίνη.
Δε μου αρέσει ο κόσμος. Κάποτε μου άρεσε, όχι πια. Ο κόσμος είναι κακός πολύ. Ο κόσμος μ’ έκλεισε εδώ μέσα. Πάντα να χαμογελάς και να σκέφτεσαι θετικά και όλα θα πάνε καλά, μου έλεγε η μάνα μου. Μα, πώς να χαμογελάσω τώρα; Πώς; Σε ποιον; Και πώς να σκεφτώ θετικά όταν ζω αρνητικά; Αφού τους έχασα όλους. Εκείνη δεν είναι πια εδώ, ούτε ο πατέρας μου, ούτε καν ο πατριός μου. Ω, τι κόσμος -τι άδικος κόσμος- είν’ αυτός!
Πονώ, πολύ. Και είμαι πληγωμένος, βαθιά. Τα άλλα παιδιά δε με κάνουν παρέα. Με βλέπουν έτσι λυπημένο και δε με πλησιάζουν. Μόνο οι κυρίες που μας φροντίζουν μου μιλάνε, αλλά ούτε κι αυτές -εκτός από μία- με συμπαθούν. Το ξέρω. Το ξέρω ότι δεν τους αρέσω. Μα, γιατί; Γιατί δε με συμπαθούν; Αφού δεν τους έκανα κανένα κακό.
Βαριέμαι. Βαριέμαι πολύ τη ζωή μου εδώ. Κάθε μέρα κάθομαι μόνος σε μια άκρη της αυλής και σκέφτομαι τα περασμένα. Τα σκέφτομαι και λίγο χαμογελώ για τις όμορφες στιγμές, λίγο για τις άσκημες λυπάμαι. Είμαι δέκα χρονών, προχθές ήταν τα γενέθλιά μου, και νιώθω ήδη γερασμένος. Γνώρισα πολύ νωρίς το θάνατο.
Κι όμως, η οικογένειά μου ήταν κάποτε ευτυχισμένη. Η μαμά μου ειδικά, αυτή ήταν πολύ-πολύ ευτυχισμένη. Έλεγε, θυμάμαι, πώς ήμουν η αγάπη και το καμάρι της και χαμογελούσε πλατιά, σαν εκείνη την τηλεοπτική διαφήμιση για το υγρό των πιάτων. Και τον μπαμπά μου τον αγαπούσε πολύ. Ήταν ο άντρας της ζωής της, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Αλλά, να, αφού τον αγαπούσε τόόόόσο πολύ, γιατί βιάστηκε να παντρευτεί ξανά μετά το θάνατό του; Αυτό ποτέ δεν το κατάλαβα, κι ας προσπάθησε να μου εξηγήσει. Χρειάζεσαι κάποιον πατέρα, μου είπε, αλλά εγώ δεν την πίστεψα. Εκείνη ήταν που χρειαζόταν έναν άντρα, εγώ δε χρειαζόμουν τίποτα και κανένα. Ούτε και τώρα χρειάζομαι. Πρέπει να μάθεις να επιβιώνεις, γιε μου, μου έλεγε ο μπαμπάς, κι εγώ έμαθα. Έμαθα πολύ καλά. Καλύτερα απ’ τον καθένα.
Θυμάμαι... Θυμάμαι ακόμη την ημέρα που πέθανε. Ατύχημα στη θάλασσα. Η βάρκα του εξεράγηκε. Έτσι είπε η αστυνομία: εξεράγηκε. Κάτι άλλο πρόσθεσαν για κάποιο τσιγάρο αναμμένο ίσως και για βενζίνη που μάλλον χύθηκε κατά λάθος στο κατάστρωμα, αλλά δεν πολυκατάλαβα. Τότε ήμουν μόνο έξη χρονών. Δεν ήξερα στ’ αλήθεια τι ήταν ο θάνατος. Δεν έκλαψα για τον μπαμπά. Νόμιζα πώς έφυγε για ταξίδι κι ότι κάποια μέρα θα επέστρεφε με μια βαλίτσα γεμάτη δώρα. Εξάλλου κι η μαμά όλο αυτό έλεγε: Έφυγε ο μπαμπάς σου. Έφυγε... Αυτή έκλαιγε. Λίγο όμως. Δεν ήθελε να μ’ αναστατώσει.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά από την ημέρα που πέθανε ο μπαμπάς, η ζωή μου πήρε να γίνεται καλύτερη, πιο χαρούμενη. Η μαμά άρχισε να μη μου χαλάει χατίρι, κι όλο αγκαλιές και φιλιά ήτανε. Με παραχάιδευε. Μόνο που κάθε τόσο δάκρυζε κι εγώ τη λυπόμουν, πολύ. Αλλά, δεν μπορούσα να κάνω και τίποτα για να τη βοηθήσω αφού ήμουν ένα μικρό παιδί, κι η ζωή ολόκληρη ήταν μπροστά μου και έμοιαζε πολύ φωτεινή.
Περάσαμε πολλούς μήνες έτσι, ευτυχισμένοι και δακρυσμένοι, εγώ κι η καλή μου η μαμά. Μακάρι να ήταν περισσότεροι. Πήγαινα στο σχολείο, μάθαινα τα γράμματά μου και μετά έπαιζα με τους φίλους μου -τότε είχα- εγώ. Πήγαινε στη δουλειά και μετά στα μαγαζιά και μου αγόραζε πράγματα, παιχνίδια πολλά, και φαγητά όμορφα η μαμά. Αλλά αυτό δεν κράτησε, όπως ήθελα, για πάντα. Κάποια νύχτα γιορτινή -μη με ρωτάτε, δε θυμάμαι τώρα τι γιορτάζαμε- άκουσα κάποιον να μας χτυπάει, τοκ-τοκ, την πόρτα και είδα ότι το πρόσωπο της μαμάς αμέσως έλαμψε. -Έτσι δεν το λένε; Έλαμψε! Φωτίστηκε!- Έτρεξε ν’ ανοίξει. Στην πόρτα στεκόταν ένας κύριος ψηλός, καλοντυμένος, τον οποίο η μαμά αγκάλιασε και φίλησε, σματς, στο μάγουλο – για να μη με αναστατώσει κι άλλο, φαίνεται. Ο κύριος αυτός θα γινόταν κάποια μέρα, πολύ σύντομα μάλιστα, ο πατριός μου. Μάλιστα!
Στην αρχή τον συμπάθησα. Ήταν πολύ καλός μαζί μου τις πρώτες μέρες. Όλο μου έφερνε δώρα, καθόταν μαζί μου κι έπαιζε, με πήγαινε βόλτες στα σινεμά, μου έδινε χαρτζιλίκι, με είχε στα όπα-όπα. Ωστόσο, μόλις πέτυχε το στόχο του και παντρεύτηκε τη μαμά, άλλαξε. Ξαφνικά, έπαψε να μου δίνει σημασία και να με προσέχει. Όταν ήταν στο σπίτι τα μόνα πράγματα που είχε στο μυαλό του ήταν να πίνει συνέχεια μπύρες και ουίσκι και να κλείνεται στην κρεβατοκάμαρα και να ξεφυσάει με τη μαμά. Τι ψεύτικος, τι κακός άνθρωπος!
Σιγά-σιγά άρχισα να γίνομαι δυστυχισμένος, αφού κανείς δε με αγαπούσε πια. κανένας, απολύτως, δε με ήθελε. Έτσι, γύριζα όλο και περισσότερο στη γειτονιά και έπαιζα με τ’ άλλα παιδιά, ή κλεινόμουν μοναχός μέσα στην αποθηκούλα, όπου φύλαγε τα εργαλεία και τα χημικά του ο μπαμπάς. Όχι αυτός, όχι ο πατριός-μπαμπάς, ο άλλος, που πέθανε. Είχε και πολλά βιβλία εκεί μέσα. Βιβλία για τα ζώα, τα λουλούδια και τα φυτά, για τα λιπάσματα και τα δηλητήρια. Επιμορφώνομαι, μου έλεγε όταν τον ρωτούσα τι έκανε μ’ όλα αυτά τα τεφτέρια. Από την οροφή κρέμονταν παλιά μηχανήματα, μεγάλες μηχανές, και σκουριασμένα πανάρχαια εργαλεία. Η καμαρούλα εκείνη είχε γίνει το καταφύγιό μου. Και τη χρειαζόμουνα όλο και πιο συχνά αφού δε μου άρεσε να μένω για πολύ στο σπίτι μας, αφού ένιωθα ξένος, ανεπιθύμητος (ωραία ακούγεται αυτή η λέξη!).
Όσες φορές προσπάθησα να μιλήσω στη μαμά για τον άντρα της, για να τον καταγγείλω, για να της παραπονεθώ, αυτή πάντα με μάλωνε, με αποκαλούσε κακομαθημένο και άχρηστο. Ω, όχι. Όχι άχρηστο. Ποια είν’ η λέξη; Α... Αχάριστο. Μάλιστα! Ήμουν αχάριστος επειδή, Ο Ν. μας φροντίζει. Μας αγαπά. Κι εσύ δεν τον εκτιμάς καθόλου. Μα, πώς να τον εκτιμήσω; Αφού δε μου έδινε καμία σημασία. Λες και δεν υπήρχα. Όταν πήγαινα να του μιλήσω, όλο έχω δουλειά, μου έλεγε. Δουλειά! Χα. Εδώ γελάμε. Όλη νύχτα καθότανε με τα σώβρακα μπροστά απ’ την τηλεόραση και έπινε ουίσκι. Σοβαρή δουλειά, στ’ αλήθεια!
Ευτυχώς, όμως, ο θεός, ο καλός θεούλης, ήταν με το μέρος μου, κι έτσι ο Ν. σύντομα μας εγκατέλειψε. Όχι μονάχα εμάς, αλλά και τον κόσμο αυτό το μάταιο (έτσι δε λένε οι πιστοί;). Πέθανε, λοιπόν, κι αυτός. Από ατύχημα. Μέσα στην αποθηκούλα. Έπεσε πάνω του η γερασμένη μηχανή ενός μικρού τρακτέρ και τον καταπλάκωσε. Ε, όπως καλά καταλαβαίνετε χάρηκα, χάρηκα πολύ όταν το έμαθα επιστρέφοντας από το σχολείο. Χάρηκα, αλλά δεν το έδειξα. Στην κηδεία του πονούσα πολύ, μ’ έπιασε σφίξιμο -ή κόψιμο, τέλος πάντων- στην προσπάθειά μου να μην κλάψω απ’ τα γέλια. Λυπόμουν τη μαμά, γι’ αυτό συγκρατήθηκα. Είχε μείνει χήρα δυο φορές μέσα σε τρία χρόνια. Πολύ άτυχη γυναίκα!
Μετά απ’ αυτό πίστεψα ότι θα γινόμασταν και πάλι ευτυχισμένοι, όπως παλιά. Κούνια που με παρακούναγε. Έπεσα έξω. Η μαμά μου ήταν πια πολύ θλιμμένη, πολύ αδύναμη, πολύ χαμένη για να μ’ αγαπήσει όπως άλλοτε. Άρχισε σιγά-σιγά να χάνει κάπου τα λογικά της, να καταρρέει. Έχω γίνει ψυχικό ράκος. Δεν μπορώ άλλο. Δεν αντέχω... την κρυφάκουσα πολλές φορές να παραπονιέται δακρυσμένη στο τηλέφωνο. Δεν ξέρω τι της απάντησε εκείνο, αλλά εγώ ακόμη απορώ: Μα, γιατί; Γιατί δεν μπορούσε άλλο; Γιατί δεν άντεχε; Αφού είχε έμενα. Με είχε. Δε με είχε;
Ω, ναι, με είχε, αλλά όπως ανακάλυψα σύντομα μάλλον δεν ενδιαφερόταν και πολύ για να με κρατήσει. Άρχισε να αλλάζει, καθημερινά, όλο και πιο πολύ, προς το χειρότερο. Πήρε να αυτο... αυτο... αυτοκαταστρέφεται. Αυτό έκανε: αυτο... Ε, αυτό. Μετά από λίγο καιρό δε νοιαζόταν για τίποτα και για κανένα, παρά μόνο για το ουίσκι της -το ουίσκι Του- και τα χάπια. Όλη μέρα ήταν μεθυσμένη. Όλη νύχτα ήταν μαστουρωμένη ή εξοργισμένη. Με κτυπούσε. Με κτυπούσε άγρια. Εσύ φταις για όλα, μπάσταρδο, μου φώναζε και με κοπανούσε. Πονούσα. Πονούσα, αλλά δεν έκλαιγα. Τίποτα πια δεν μπορούσε να με αγγίξει, να με πληγώσει, κανένα συναίσθημα δεν ένιωθα. Ούτε αγάπη, μήτε μίσος. Σε έξη μήνες είχε πεθάνει κι αυτή. Υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και ηρεμιστικών χαπιών.
Στην κηδεία της, που είχαν κανονίσει κάποιοι μακρινοί και άγνωστοι συγγενείς, ήμουν σα φυτό. Δεν έβλεπα και δεν άκουγα τίποτα. Δεν έκλαιγα, δε γελούσα, δε φώναζα. Τίποτα! Έτσι ήμουνα και τις επόμενες ημέρες όταν διάφοροι άνθρωποι, κάποιοι γνωστοί και άλλοι πολλοί ουρανοκατέβατοι, μπαινόβγαιναν στο σπίτι κάνοντας πράγματα που δεν μπορούσα να καταλάβω, λέγοντάς μου χαμηλόφωνα, και με αγάπη υποθέτω, λίγες λέξεις παρηγοριάς δίχως κανένα νόημα. Τελικά, μου ανακοίνωσαν ότι θα με έκλειναν στο ορφανοτροφείο, αφού κανένας απ’ τους συγγενείς δεν ήταν πρόθυμος ν’ αναλάβει τη φροντίδα μου.
Πάει μια βδομάδα τώρα που είμαι εδώ. Κοιμάμαι λίγο κι ανήσυχα -βλέπω εφιάλτες και παράξενα όνειρα- και σκέφτομαι πολύ. Σκέφτομαι όλα όσα έγιναν μέχρι να καταλήξω στο ορφανοτροφείο. Στο ί-δρυ-μα. Σκέφτομαι πώς θα είναι η ζωή μου στη συνέχεια. Θα είναι ωραία ή βαρετή;
Βαρετή; Όχι! Σίγουρα όχι! Τι σκέφτομαι το κουτό! Ωραία θα ’ναι. Από μένα εξαρτάται. Θα είναι υ-πέ-ρο-χη. Σιγά-σιγά θα κάνω νέους φίλους, καλούς. Σύντομα θα με αγαπήσουν όλοι. Θα με βοηθήσει κι η κυρία. Εκείνη η όμορφη κυρία που συμπαθώ πολύ, αφού μοιάζει με τη μαμά. Είμαι σίγουρος πώς θα με φροντίσει αυτή, ότι θα με αγαπήσει πολύ. Ακριβώς όπως και η μαμά μου. Ή, καλύτερα, ακόμη περισσότερο, πολύ περισσότερο. Στο κάτω κάτω η μαμά δε με αγάπησε αρκετά, όχι όσο έπρεπε, όχι όσο μου άξιζε. Αν το έκανε δε θα τη σκότωνα. Δε θα σκότωνα ούτ’ αυτή, ούτε τον μπαμπά, αλλά ούτε και τον κύριο ουίσκι. Και δε θα κατέληγα στο ορφανοτροφείο. Ποτέ! Αλλά...


Δημοσίευση σχολίου