Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

Στο αεροδρόμιο

Στο αεροδρόμιο, μία ακόμη φορά. Με προορισμό την Τσιανγκ Μάι, για μια ακόμη φορά. Ήδη νιώθω διαφορετικά, νιώθω ξαλαφρωμένος. Κι αυτό μου συμβαίνει κάθε φορά που βρίσκομαι σε κάποιο των φυλών σταυροδρόμι. Μου αρέσει το πόσο αλλιώτικοι είμαστε και πόσο ίδιοι μοιάζουμε εδώ (όπως και παντού), εμείς οι άνθρωποι. Είτε ερχόμαστε είτε φεύγουμε για μια στιγμή τα μονοπάτια μας συναντιούνται. Κλέβουμε λίγες ματιές, μιαν ανάσα ο ένας από τον άλλο και συνεχίζουμε το δρόμο μας, όποιος κι αν είναι αυτός. Χαρά, κατήφεια, προσδοκία και ματαίωση συνυπάρχουν αρμονικά σ’ αυτό το χώρο. Και ήχοι ανόμοιοι, που μοιάζουν σαν φυσήματα του ανέμου. Προσπαθώ να μαντέψω τις σκέψεις των ανθρώπων που αντικρίζω, να φτιάξω με τα από μέσα μου μάτια και να δω τις προσωπικές τους ιστορίες. Δύσκολη η εισβολή στο μυαλό τους, έως αδύνατη, έτσι αφήνομαι στη φαντασία. Κρύβομαι στη σιωπή που εμπεριέχει όλος αυτός ο θόρυβος, μέχρι που...
Ένα κοριτσάκι με ξανθά τρελούτσικα μαλλιά με πλησιάζει και μ’ ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο με ρωτά:
«Έχει κι εσένα καθυστέρηση η πτήση σου;»
«Δεν ξέρω!» της απαντώ.
«Μα πώς γίνεται να μην ξέρεις;» επιμένει.
«Επειδή δεν ξέρω τίποτα...» ομολογώ.
Τρέχει προς τη μαμά της, με δείχνει και της λέει:
«Εκείνος εκεί δεν ξέρει τίποτα!»
Η μαμά με κοιτάει, χαμογελά και ξανασκύβει στο περιοδικό της.
Ο χρόνος για το ταξίδι προς το όνειρο όλο και λιγοστεύει...

Γραμμένο προχθές, Δευτέρα, στο αεροδρόμιο της Λάρνακας. Τώρα, εβρισκόμενος στην Τσιανγκ Μάι για μια μέρα, το μόνο που κάνω είναι να προσπαθώ να ξαναπιάσω τους ρυθμούς της πόλης. Στη φωτογραφία, τα φωταγωγημένα τείχη της Πύλης Τα Πάε, στη διάρκεια της Γιορτής των Φώτων το 2004.
Δημοσίευση σχολίου