Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Η Καλή Πεθερά

Την πιο κάτω ιστορία την είχα ανεβάσει στο μπλογκ με τα διηγήματά μου, το οποίο έχει βγει στη σύνταξη. Σήμερα είπα να την ανεβάσω κι εδώ ώστε να σας δοθεί η ευκαιρία να γνωρίσετε τον άλλο, τον σκοτεινό μου εαυτό. Καλή ανάγνωση...

Μου τόλεγε η καλή μου η πεθερά, αλλά εγώ ο βλάκας που να την ακούσω. Μην την παντρευτείς, παιδάκι μου, μου έλεγε. Μην την παντρευτείς. Αυτή είναι τρελή και θα σε τρελάνει και σένα. Κανείς δε γλίτωσε ποτέ απ’ τα νύχια της... Στ’ αλήθεια τότε πίστευα πώς με αντιπαθούσε η άγια εκείνη γυναίκα, πώς δεν ήθελε την αφεντιά μου για γαμπρό της και γι’ αυτό μου τα τσαμπουνούσε αυτά, για να ακυρώσει το γάμο μου με την κόρη της. Μα, έπεσα τόσο έξω, απόλυτα. Και τώρα, καθώς φέρνω στο νου μου τα παλιά, σκέφτομαι ξανά και ξανά πόσο στ’ αλήθεια πρέπει να μ’ αγαπούσε η καλή μου -ελαφρύ ας είναι το χώμα που τη σκεπάζει- για να προσπαθήσει να με προστατεύσει απ’ το βλαστάρι της.
Αλλά πλατειάζω. Το θέμα, το μόνο θέμα, είναι ότι είχε δίκιο. Απόλυτο δίκιο. Η Χριστιάνα ήταν τρελή, για δέσιμο, απλά εγώ ο ηλίθια στραβωμένος απ’ τη γλύκα του έρωτα, δεν είχα μάτια για να το δω. Με είχε αποπλανήσει, απόλυτα. Με είχε κάνει ένα ψυχαναγκαστικό δούλο του σπαρταριστού της κορμιού, ένα πιόνι στα ευχάριστα άνομα παιχνίδια της λαγνείας της, τα οποία εγώ αντιμετώπιζα σαν τις αντανακλάσεις μιας όλο πάθος αγάπης που δεν ήταν εκεί. Όχι, ποτέ της δε μ’ αγάπησε, τώρα το ξέρω, παρ’ όλα όσα ζήσαμε μαζί, παρ’ όλα όσα μοιραστήκαμε, παρά το ότι η μοίρα, η μεγάλη εκείνη μπαγαπόντισσα, μας ευλόγησε με δύο υπέροχα παιδιά.
Ό,τι και να συνέβαινε, ό,τι κι αν έχει συμβεί, η Χριστιάνα ήταν πάντοτε η Χριστιάνα. Και είναι ακόμη. Ακόμη και τώρα που φτάσαμε στο μέχρι εδώ και μη παρέκει. Όλα όσα έγιναν, όλα όσα θα γίνουν, είμαι σίγουρος ότι τα προέβλεψε, πώς αποτελούν μέρος του σατανικού της σχεδίου. Όλα τα προετοίμαζε από καιρό, με κάθε λεπτομέρεια, θέλοντας να μου δώσει ύστερα από τόσους αιώνες μίσους και μίζερης ζωής τη χαριστική βολή, να με τιμωρήσει επειδή δεν ήμουν τελικά αυτός που ήθελε, επειδή δεν έγινα αυτός που υπολόγιζε. Λες και ήταν εκείνη το όνειρο που μου υποσχέθηκε.
Πέρασα δύσκολα χρόνια μαζί της. Πιο δύσκολα απ’ ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Οι μοναδικές χαρές που μου χάρισε ήταν οι κορούλες μας, δύο άγγελοι με μια μέγαιρα για μάνα. Είναι και κάποιες στιγμές παθιασμένου έρωτα που αναπολώ με κάποια νοσταλγία. Αλλά, από κει και μετά, τίποτα. Απολύτως τίποτα. Η υπόλοιπη ζωή μου μαζί της ήταν ένα δράμα. Ένα δράμα κακογραμμένο και σ’ επανάληψη.
Με απατούσε. Κατ’ επανάληψη. Τη συγχωρούσα. Κατ’ επανάληψη. Με κτυπούσε και μ’ έβριζε. Κατ’ επανάληψη. Την ηρεμούσα. Κατ’ επανάληψη. Αυτοκτονούσε. Κατ’ επανάληψη. Αποτύγχανε. Κατ’ επανάληψη.
Πάντα έτσι ήταν αυτή, παιδάκι μου, που νάχει την κατάρα μου, μονολογούσε η δόλια η μάνα της. Μας έφερνε τους γκόμενους στο σπίτι απ’ τα δεκατρία της και δε σήκωνε κουβέντα. Και στα δεκαπέντε προσπάθησε ν’ αυτοκτονήσει, το βούρλο, μετά από μια ερωτική απογοήτευση. Κατέβασε μια φούχτα ασπιρίνες, αλλά δε στάθηκαν αρκετές για να ξεκάνουν ετούτη την του διαόλου κάλτσα. Δεν ξέρω τι να σου πω, παιδάκι μου. Ίσως να ήταν της μοίρας σου γραφτό να δυστυχήσεις...
Ναι, έτσι ήταν. Της μοίρας μου γραφτό! Δέκα ολόκληρα κι οδυνηρά χρόνια ζήσαμε μαζί και στη διάρκειά τους δε θυμάμαι καν πόσες φορές προσπάθησε ν’ αυτοκτονήσει και με πόσους διαφορετικούς τρόπους. Τι χάπια υπνωτικά πήρε, τι βουτιές απ’ το μπαλκόνι έκανε, τι πτώσεις μπροστά από αυτοκίνητα, τι τις φλέβες της έκοψε... Η αλήθεια είναι ότι όντως προσπαθούσε πολύ να κόψει το νήμα της ζωής της, αλλά στο τέλος τέλος πάντα κάτι γινόταν και δεν τα κατάφερνε. Και για να σας πω το κρίμα μου, πρώτη φορά το εξομολογιέμαι αυτό, δεν είμαι και τόσο σίγουρος πώς ήθελε στ’ αλήθεια να τα καταφέρει. Μάλλον για επίδειξη το έκανε, για να φωνάξει την τρέλα της, για να πει σε όλο τον κόσμο πόσο υπέφερε, πόσο πονεμένη ήταν, για να το παίξει μοιραία γυναίκα. Εντάξει, δεν είμαι κι ο πιο έξυπνος άνθρωπος στον κόσμο, αλλά ετούτο το ξέρω στα σίγουρα: όταν κάποιος θέλει ν’ αυτοκτονήσει, απλά το κάνει. Έτσι δεν είναι;
Όπως και νάχει, έκανα υπομονή, για χάρη των παιδιών μας. Άντεχα την τρέλα της. Προσπαθούσα, όπως μπορούσα, με τα λειψά μου μέσα, να τη βοηθήσω, να την κάνω να έρθει στα συγκαλά της. Μα, που τέτοια τύχη. Δεν έπαιρνε από λόγια και παροτρύνσεις αυτή. Άσ’ την τρελή στην τρέλα της! με συμβούλευε η καλή μου η πεθερά, αλλά δεν την άκουγα. Την αγαπούσα ακόμη τη σιχαμένη. Όσα κι αν μου έκανε, όσα και αν υπέφερα εξ’ αιτίας της, και ήταν πολλά, ακόμη την αγαπούσα. Που θα πάει, θα της περάσει, σκεφτόμουνα, ηθελημένα κοροϊδεύοντας τον εαυτό μου.
Ωστόσο, δεν της πέρασε. Κι έτσι -κάλλιο αργά παρά ποτέ, θα έλεγε η ίδια- πέτυχε το στόχο της. Έκανε το κόλπο γκρόσο της, μου κατάφερε το τελειωτικό κτύπημα.
Ήταν γύρω στις έντεκα χθες το βράδυ όταν καθόμουνα στο σαλόνι με μια μπύρα συντροφιά και παρακολουθούσα με αγωνία τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το παιχνίδι ήταν συναρπαστικό, αλλά στα ίσα του, στο μηδέν-μηδέν, μέχρι το τελευταίο σχεδόν λεπτό, όταν η ομάδα μου κέρδισε πέναλτι. Πάνω που ο παικταράς μου ήταν έτοιμος να το εκτελέσει, κόπηκε το ρεύμα. Ε, όπως ορθώς μαντέψατε, διαολίστηκα. Άρχισα να βρίζω τη ΔΕΗ, θεούς και δαιμόνους, την κυβέρνηση, τη μαύρη μου την τύχη, και τα λοιπά τραγικά, μέχρι που αντιλήφθηκα ότι τα διπλανά διαμερίσματα είχαν φως και μόνο το δικό μας ήταν τυλιγμένο στο σκοτάδι. Πηγαίνω, λοιπόν, να ελέγξω μήπως έπεσε το αυτόματο και τι βλέπω λέτε; Τη Χριστιάνα ξαπλωμένη στο πάτωμα μ’ ένα κατσαβίδι στο χέρι, μπροστά από μια μαυρισμένη πρίζα. Προσπάθησε ν’ αυτοκτονήσει με ηλεκτροπληξία το βλαμμένο, αλλά για μία ακόμη φορά δεν τα κατάφερε. Ε, κι εγώ άνθρωπος είμαι, ηλίθιος αλλά άνθρωπος, τι κάνω, πήρα ανάποδες. Νιώθοντας να ξεχειλίζει από μέσα μου η οργή όλων αυτών των χρόνων, τη βούτηξα βίαια από χάμω κι άρχισα να την χτυπώ με δύναμη στον τοίχο. Μετά την έριξα και πάλι στο πάτωμα και την στραγγάλισα. Την σκότωσα για να ησυχάσω επιτέλους απ’ αυτήν, για να νιώσω κι εγώ ο δόλιος μιαν ώρα χαράς, για να λυτρωθώ απ’ την κατάρα της ύπαρξής της που με κατέτρεχε. Τι άλλο να έκανα, κυρ αστυνόμε; Τι άλλο; Τόσα χρόνια την ανέχτηκα, τόσα χρόνια υπέφερα για κείνη, τόσα παραστρατήματα της συγχώρεσα, ακόμη και τη ζωή μου της χάρισα, αλλά να χάσω τον τελικό; Να χάσω τον τελικό εξ’ αιτίας της; Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Πάρτε με, κυρ αστυνόμε! Βάλτε με στη φυλακή. Χειρότερη απ’ τη ζωή μου μαζί της αποκλείεται να είναι. Και αυτό που θα σας πω, γράψτε το στα κιτάπια: δεν μετανιώνω γι’ αυτό που έκανα. Καθόλου δε μετανιώνω. Τουλάχιστον δε θα μεγαλώσουν τα αγγελούδια, τα κοριτσάκια μου, έχοντας σαν ζωντανό παράδειγμα εκείνη τη μουρλή. Το ξέρω, βαρύ είναι το τίμημα, μα εδώ που μ’ έχει φέρει εκείνη η συφοριασμένη, είμαι περισσότερος από πρόθυμος να το πληρώσω.
Αχ, γιατί να μη σε άκουγα τότε, καλή μου πεθερούλα, γιατί να μη σε πίστευα!


Δημοσίευση σχολίου